Η νύχτα της ΄τρέλας και της ΄ειρηνικής επανάστασης΄

20 χρόνια από την πτώση του τείχους του Βερολίνου

Κάκη Μπαλλή, Κυριακάτικη Αυγή, 08/11/2009

«Ο λαός νικά». Μʼ αυτό τον τίτλο κυκλοφόρησε στις 13 Νοεμβρίου του 1989 το γερμανικό περιοδικό "Der Spiegel" και με πρωτοσέλιδη την ιστορική -πλέον- φωτογραφία των νεαρών που σκαρφαλωμένοι στο τείχος του Βερολίνου το κατεδαφίζουν. Όποιος έζησε εκείνες τις μέρες στη Γερμανία θυμάται την «τρέλα» τους. Άλλωστε αυτή ήταν και η λέξη που σφράγισε εκείνο το μαγικό βράδυ της 9ης Νοεμβρίου του 1989: Wahnsinn - τρέλα.

Η νύχτα της «τρέλας» ήταν η κορύφωση μιας «ειρηνικής επανάστασης», που είχε αρχίσει αλλού από τα κάτω -στην Πολωνία με το εργατικό συνδικάτο Αλληλεγγύη και το στρογγυλό τραπέζι που στήθηκε για να καθίσουν μαζί η κομμουνιστική κυβέρνηση της Βαρσοβίας και η αντιπολίτευση, στην Ανατολική Γερμανία με τις εντυπωσιακά μαζικές διαδηλώσεις της Δευτέρας στη Λειψία, στο Βερολίνο και σε άλλες πόλεις - αλλού από τα πάνω-, με την περεστρόικα του Γκορμπατσόφ στη Σοβιετική Ένωση και την απόφαση της Ουγγαρίας να περάσει σε πολυκομματικό σύστημα. Αλλά ήταν παράλληλα και ένα αναπάντεχο «επεισόδιο», προϊόν ενός απίστευτου μείγματος παρανοήσεων, παραλείψεων και λαθών.

Εκείνη την γκρίζα Πέμπτη, στο «κτήριο με τα χίλια παράθυρα», στο Βερολίνο, συνεδρίαζε η Κεντρική Επιτροπή του SED, του κυβερνώντος Κομμουνιστικού Κόμματος - και συζητούσε τόσο για τις καρέκλες -μόλις είχε εκθρονιστεί ο Έριχ Χόνεκερ- όσο και για την άθλια κατάσταση των δημόσιων οικονομικών. Το βράδυ, οι περισσότεροι κάτοικοι του Ανατολικού Βερολίνου κάθονταν ως συνήθως μπροστά στην τηλεόραση - όλο και περισσότεροι προτιμούσαν να ενημερώνονται από τη δυτικογερμανική.

Ολόκληρο το καλοκαίρι του 1989 οι Ανατολικογερμανοί δραπέτευαν ομαδικά στη Δύση - σχεδόν 350.000 άνθρωποι είχαν περάσει μέσω Ουγγαρίας και της τότε Τσεχοσλοβακίας. Η πίεση στην κυβέρνηση του Ανατολικού Βερολίνου -και εκ των έσω και από τις φίλες και μη κυβερνήσεις των γειτονικών χωρών- ήταν μεγάλη, γι’ αυτό και αποφάσισε να χαλαρώσει τις προϋποθέσεις για να βγαίνουν από τη χώρα οι πολίτες της. Στην παρεγκεφαλίδα κάποιων μελών της Κεντρικής Επιτροπής είχε γεννηθεί η ιδέα να ξεφορτωθούν στη Δύση τους «ενοχλητικούς», ώστε να ησυχάσουν τα πράγματα στη χώρα.

Το πρώτο λάθος

Το βράδυ της 9ης Νοεμβρίου, στις ειδήσεις των οκτώ, τόσο στην ανατολική όσο και στη δυτική τηλεόραση, πρώτη είδηση ήταν η ανακοίνωση του Γκίντερ Σαμπόφσκι, του νούμερο δύο του Πολιτικού Γραφείου του κόμματος, σε συνέντευξη Τύπου ότι οι Ανατολικογερμανοί θα μπορούν στο μέλλον να βγαίνουν με συνοπτικές διαδικασίες από τη χώρα. Στο ερώτημα «από πότε», ο Σαμπόφσκι κοίταξε αμήχανος τα χαρτιά του, κόμπιασε και απάντησε: «Θαρρώ, αμέσως». Όμως οδηγία για το ποιες θα είναι οι συνοπτικές διαδικασίες δεν υπήρχε ακόμη.

Μισή ώρα αργότερα, οι πρώτοι Ανατολικοβερολινέζοι άρχισαν να συρρέουν στο συνοριακό φυλάκιο της Μπόρνχολμερ Στράσε, στο κέντρο του Βερολίνου. Ο επικεφαλής της φρουράς, Χάραλντ Γέγκερ, έβλεπε με αγωνία το πλήθος να μαζεύεται. Τηλεφωνούσε συνεχώς στους ανωτέρους του στο υπουργείο Εσωτερικών για διαταγές. Τι να κάνει; Να τους στείλει πίσω στα σπίτια τους με τη βία, να τους δώσει πρόχειρες βίζες, να τους αφήσει να βγουν και να τους απαγορεύσει να ξαναμπούν; Κανείς δεν ένιωσε αρμόδιος να του απαντήσει. Η ώρα περνούσε, κάποιοι από τους συγκεντρωμένους φώναζαν ότι «Ο Σαμπόφσκι είπε ότι μπορούμε να περάσουμε». Το πλήθος άρχισε να αγριεύει. Οι ενισχύσεις που κάλεσε ο Γέγκερ δεν αρκούσαν πια - και οι προϊστάμενοί του δεν του έλεγαν τίποτε άλλο από το να περιμένει. Η πίεση έγινε ασφυκτική, ο Γέγκερ έπρεπε πλέον να αποφασίσει μόνος του. Να κρατήσει τις σιδεριές κλειστές; Κι αν τσαλαπατηθούν οι άνθρωποι; Να βάλει τους άνδρες του να τους απωθήσουν; Να τους ζητήσει να πυροβολήσουν; Την ίδια αγωνία βίωναν την ίδια ώρα, όσοι -λίγοι- είχαν αντιληφθεί τι συμβαίνει: Ο απεσταλμένος της τότε Σοβιετικής Ένωσης Ιγκορ Μαξίμιτσεφ, στη σοβιετική πρεσβεία στην Ούντερ ντεν Λίντεν, που προσπαθούσε ανεπιτυχώς να βρει στο τηλέφωνο κάποιον από την ανατολικογερμανική ηγεσία. Ο τότε καγκελάριος της Δυτικής Γερμανίας, Χέλμουτ Κολ που βρισκόταν εκείνο το βράδυ για επίσημη επίσκεψη στη Βαρσοβία.

Το δεύτερο λάθος

Λίγο μετά τις δέκα και μισή, στα «θέματα της ημέρας», το ειδησεογραφικό μαγκαζίνο του πρώτου προγράμματος της δυτικογερμανικής τηλεόρασης, συγκινημένος ο κεντρικός παρουσιαστής έκανε κι αυτός ένα λάθος. Είπε ότι το Τείχος άνοιξε και αμέσως μετά συνδέθηκε με τον ρεπόρτερ του μπροστά στο φυλάκιο της Μπόρνχολμερ Στράσε, ο οποίος έσπευσα να διευκρινίσει ότι ακόμη τίποτε δεν έχει ξεκαθαρίσει. Αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα του λάθους ήταν αρκετά, για να βάλουν χιλιάδες άνθρωποι τα παπούτσια τους, να βγουν από τα σπίτια τους και να σπεύσουν στο κοντινότερο συνοριακό φυλάκιο.

Στην Μπόρνχολμερ Στράσε ο Γέγκερ έχει ανοίξει τις πύλες. Και τον μιμούνται οι συνάδελφοί του στα άλλα φυλάκια. Χιλιάδες άνθρωποι βγαίνουν από τις ανοιχτές πύλες, στα σημεία χωρίς διόδους, νέοι και νέες ανεβαίνουν πάνω στο Τείχος. Αλλοι για να πηδήξουν στην απέναντι πλευρά, άλλοι απλώς για να παρακολουθήσουν την ιστορική στιγμή από το… θεωρείο. Κόσμος έχει μαζευτεί και από τη δυτική πλευρά. Υποδέχονται με ενθουσιασμό τους αποκλεισμένους αδελφούς. Στήνονται αυτοσχέδια πάρτι στους παγερούς δρόμους. Στα μικρόφωνα των λιγοστών ρεπόρτερ που πρόλαβαν να φτάσουν στα περάσματα, Ανατολικοί και Δυτικοί, συγκινημένοι είτε ουρλιάζουν είτε ψιθυρίζουν μόνο μια λέξη: “Wahnsinn”, «τρέλα».

Η «αλλαγή»

Όταν λίγο πριν τα ξημερώματα, οι περισσότεροι γύρισαν στα σπίτια τους, δεν είχαν συνειδητοποιήσει ακριβώς τι έχει γίνει - ήταν βέβαιοι, όμως, ότι τίποτε δεν θα ήταν πια όπως πριν. Μόνο που κανείς δεν μπορούσε εκείνο το βράδυ να μαντέψει πόσο γρήγορα θα άλλαζε ο κόσμος, πόσο δραματική θα ήταν η “Wende” - η «στροφή», η «αλλαγή», η «ανατροπή».

Τα άλλα -παλιά και νέα- τείχη

Σαν αύριο συμπληρώνονται είκοσι χρόνια από τότε που γκρεμίστηκε το τείχος του Βερολίνου, το «Τείχος του αίσχους». Είκοσι χρόνια από τις συναρπαστικές εκείνες μέρες που πολιτικοί σε όλο τον κόσμο εξέφραζαν τον θαυμασμό τους για τη δύναμη των λαών να ρίχνουν τείχη. Μόνο που, είκοσι χρόνια μετά, πολλά από τα παλιά τείχη παρέμειναν, άλλα χωρίς τα θανατηφόρα τους συρματοπλέγματα -όπως σήμερα η «πράσινη γραμμή», που ακόμη χωρίζει τη Λευκωσία-, άλλα με έτοιμα τα οπλοπολυβόλα -όπως αυτό μεταξύ Βόρειας και Νότιας Κορέας ή αυτό μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν καταμεσής του Κασμίρ.

Το χειρότερο είναι ότι ορθώθηκαν και καινούργια. Άλλα με τόνους μπετόν -στα σύνορα Ισραήλ- Δυτικής όχθης, στα σύνορα ΗΠΑ- Μεξικού, κι αυτό που σχεδιάζεται μέσα στο Ρίο ντε Τζανέιρο, στα σύνορα πλούσιων και φτωχών συνοικιών- κι άλλα πιο… εικονικά αλλά όχι λιγότερο θανατηφόρα - στη Μεσόγειο για την… αναχαίτιση των λαθρομεταναστών που αναζητούν μια καλύτερη ζωή στην Ευρώπη.

Είκοσι χρόνια μετά, το «ο λαός νικά» -του διθυραμβικού τίτλου εκείνου του "Spiegel"- και γκρεμίζει τα τείχη, απέχει πολύ ακόμη για να γίνει «ο λαός νίκησε», με κάπως οικουμενικό χαρακτήρα.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι