Ρόζα ή Κούνεβα;

Γιάννης Κιμπουρόπουλος, Κυριακάτικη Αυγή, 15/11/2009

Την περασμένη Κυριακή, πολλές χιλιάδες ξενύχτηδες νεοέλληνες τηλεθεατές, παρακολούθησαν τη συνέντευξη της Κωνσταντίνας Κούνεβα στο Mega. Ήταν η πρώτη τηλεοπτική συνέντευξη της ακούσιας «ηρωίδας» του καιρού μας έπειτα από σχεδόν ένα χρόνο επώδυνης νοσηλείας στον «Ευαγγελισμό» και αλλεπάλληλων επεμβάσεων για να σωθεί και να αποκατασταθούν οι ζωτικές λειτουργίες της.

Υποθέτω ότι υπήρχε ζωηρή περιέργεια για τον στόχο της πρωτοφανούς δολοφονικής απόπειρας που αποκάλυψε τον ζοφερό εργασιακό μεσαίωνα της μεταμοντέρνας ελληνικής οικονομίας. Περιέργεια κάθε είδους. Από τη νοσηρή περιέργεια για τα αποτυπώματα της φρίκης στο πρόσωπο και στο σώμα της Κ. Κούνεβα, μέχρι την περιέργεια για τον άνθρωπο, την προσωπικότητα, τις αξίες και τη φιλοσοφία ζωής της. Υποθέτω ότι περιλαμβάνομαι στην mainstream πλειοψηφία που συγκλονίστηκε από την «κατάθεση» της Κ. Κούνεβα.

Συγκινήθηκα από την ψυχική της δύναμη, τη νηφαλιότητά της, τα άψογα ελληνικά της, τον ρέοντα λόγο της, τις στέρεες απόψεις της για τη ζωή, διατυπωμένες με αυτοπεποίθηση σπάνια για άνθρωπο τόσο ταλαιπωρημένο. Πιο πολύ, όμως, με εντυπωσίασε το ότι δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια για να επιβεβαιώσει εντυπώσεις, προσδοκίες, στερεότυπα που είχαν διαμορφωθεί από την αναπόφευκτη μετατροπή της σε «σύμβολο». Ίσα- ίσα, η Κ. Κούνεβα αβίαστα φαίνεται να διέψευσε πολλές από τις προσδοκίες, τις εντυπώσεις, τα στερεότυπα αυτά.

Το επισημαίνω γιατί υπάρχουν αρκετοί που πήραν μια γερή δόση απογοήτευσης. Άλλοι γιατί δεν βρήκαν ίχνος θυμού στην «κατάθεσή», άλλοι γιατί τη βρήκαν «απολιτίκ», πολύ «χριστιανή», υπερβολικά μεγαλόψυχη, με μια σχεδόν εξοργιστική κατανόηση για τους φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς της απόπειρας εξόντωσής της. Ποιος ξέρει ποια κατασκευή είχαν στο μυαλό τους για το «σύμβολο» του αγώνα τους. Αναρωτιέμαι αν έχουν μετανιώσει κιόλας για την υποστήριξη που της πρόσφεραν, άλλοτε νηφάλια κι άλλοτε αγριεμένη. Πιθανότατα περίμεναν, 11 μήνες μετά την επίθεση, να αποκαλυφθεί στα μάτια τους μια οργισμένη Ρόζα Λούξεμπουργκ που στην πρώτη εκ βαθέων εξομολόγησή της θα διατύπωνε ένα φλογερό μανιφέστο εξέγερσης πάνω στα οδοφράγματα, μια ηχηρή καταγγελία του καπιταλισμού επαρκή για να μετατρέψει τους φιλήσυχους τηλεθεατές σε μαχητές της ανατροπής του.

Αυτή η απογοήτευση - ανομολόγητη αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις και δημόσια ομολογούμενη- κρύβει ενδεχομένως μια πρωτόγονη αντίληψη για τον μηχανισμό ριζοσπαστικοποίησης των ανθρώπων: όσο πιο βαριά τα στραπάτσα της ζωής, όσο πιο κραυγαλέα η εκμετάλλευση, η καταπίεση και η βία που ασκεί το «σύστημα», τόσο πιο εύκολη η «επαναστατική αφύπνιση». Φυσικά, η ιστορία δεν επιβεβαιώνει κανέναν τέτοιο αυτοματισμό της πολιτικής συνείδησης.

Η δυσφορία αυτή αγνοεί επίσης έναν άλλου τύπου «ηρωισμό»: τον ηρωισμό της καθημερινότητας. Το γεγονός, δηλαδή, ότι μια γυναίκα με απλά όνειρα για τη ζωή, που φεύγει από τη χώρα της για μια ευκαιρία επιβίωσης, που αγωνιά για το μέλλον του παιδιού της, που καθαρίζει σταθμούς του μετρό αν και είναι επιστήμονας, δεν χρειάζεται απαραιτήτως να κουβαλά στην τσάντα της ένα επαναστατικό μανιφέστο, ούτε να έχει στο μυαλό της τα άπαντα των θεωρητικών της εξέγερσης για να αποτολμήσει τον συνδικαλισμό και να διεκδικήσει τα αυτονόητα για την ίδια και τις συναδέλφους της. Αλλά αυτό το ελάχιστο, το προφανές και αυτονόητο, απατούσε μια τρομακτική δύναμη ψυχής. Προϋπέθετε την καταπολέμηση του φόβου. Κι ο φόβος, όπως είπε η ίδια «δεν σʼ αφήνει να είσαι ελεύθερος, ο φόβος είναι καταστροφή». Κι αυτό είναι βαθιά πολιτική αλήθεια.

Έτσι άλλωστε, η «απολιτίκ», «υπερβολικά μεγαλόψυχη», σκανδαλιστικά συγχωρητική Κούνεβα, έδωσε υπόσταση σε εκατοντάδες «αόρατες» γυναίκες που τις ξεπερνάμε αδιάφορα στους σταθμούς του μετρό, στις δημόσιες υπηρεσίες, στα γραφεία των επιχειρήσεων, στις εισόδους των πολυκατοικιών μας, ενοχλημένοι συχνά από την παρουσία τους.

Άλλωστε, σʼ αυτούς που βιάστηκαν ή σκέφτηκαν να δηλώσουν μετάνοια για τη συμπαράστασή της, στους κατόχους των μοναδικών «επαναστατικών αληθειών» και των φλογερών «πολιτικών ακτιβισμών», σʼ αυτούς που πιστεύουν ότι το πασιφιστικό μανιφέστο της Κούνεβα προσέφερε κακές υπηρεσίες στο «κίνημα», στα κόμματα και τα γκρουπούσκολα που θέλησαν να την «υιοθετήσουν», η Κωνσταντίνα επιφύλαξε μια απολύτως πολιτική απάντηση, που εξηγεί την αποστασιοποίησή της από την «πολιτική»:

«Κάθε κόμμα είναι ένα πλαίσιο και κάθε άνθρωπος που συμμετέχει στο κόμμα είναι μια τελεία μέσα στο πλαίσιο. Υπάρχει ιεραρχία εκεί μέσα, κατά συνέπεια υπάρχει και ανταγωνισμός ποιος θα πάρει την πρώτη θέση. Και αυτός ο ανταγωνισμός βγαίνει έξω και τελικά μεταδίδεται ένα άρρωστο πνεύμα σε όλη την κοινωνία». Σʼ αυτή την ακριβέστατη περιγραφή της Κ. Κούνεβα υπάρχει και η παθογένεια του πολιτικού συστήματος, της κομματικής δημοκρατίας, της ίδιας της αριστεράς, συστημικής και αντισυστημικής. Και υπάρχει επίσης το αίτημα μιας άλλης πολιτικής. Η οποία χρειάζεται και τις Ρόζες και τις Κούνεβες.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι