Συντάξεις ώρα μηδέν

Χωρίς αλληλέγγυα ανακατανομή το Ασφαλιστικό δεν λύνεται

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 18/11/2009

Κάτω από το βάρος των εκρηκτικών ελλειμμάτων ανοίγει ο διάλογος για το Ασφαλιστικό. Ανοίγει ξαφνικά, χωρίς πολιτική προετοιμασία, καθώς η χώρα μας δέχεται ισχυρές εξωτερικές πιέσεις να περιορίσει τα ελλείμματά της σε μόνιμη βάση, να πάρει διαρθρωτικά μέτρα μακροχρόνιας εμβέλειας αμέσως τώρα. Και πέρα όμως από τις αυστηρές συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, πέρα από την ανησυχητική άνοδο των επιτοκίων για τα ελληνικά ομόλογα, μια ολοκληρωμένη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος είναι επιβεβλημένη: για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης και για να ενισχυθεί η προοπτική της ανάπτυξης. Είτε θέλουμε να το παραδεχτούμε είτε όχι, όσο την αναβάλλουμε τόσο επαχθέστερες γίνονται οι συνέπειες για την κοινωνία συνολικά. Ήδη έχουν επιδεινωθεί σε σύγκριση με πριν από δέκα χρόνια, μολονότι έκτοτε το μέσο εισόδημά μας αυξήθηκε κάπου 40%. Μόνο που τώρα κινδυνεύει να συρρικνωθεί και πάλι, καθώς όλοι μαζί- κράτος και οικονομία- χρωστάμε πάνω από τα διπλάσια. Όποια γνώμη και αν έχουμε για το τι έφταιξε, ένα πράγμα είναι σίγουρο: ότι δεν γίνεται να εξακολουθήσουν να πληρώνονται οι συντάξεις κάθε χρόνο με καινούργια δανεικά.

Καλύτερα θα ήταν, οπωσδήποτε, να είχαν μπροστά τους οι εκπρόσωποι των ασφαλισμένων και των εργοδοτών που καλούνται στον διάλογο, ακόμα και των πολλών ανασφάλιστων που θα έπρεπε να βρεθεί τρόπος να μετάσχουν και αυτοί, μια πλήρη μελέτη για την κατάσταση του Ασφαλιστικού και τη δυναμική της. Λογικά θα διευκόλυνε την αναζήτηση κοινά αποδεκτών λύσεων. Αλλά μήπως το 1997, με την έκθεση της Επιτροπής Σπράου ή το 2001 με τη μελέτη στην οποία βασίστηκε η μεταρρυθμιστική πρόταση Γιαννίτση, φτάσαμε σε αποτέλεσμα; Οι προσπάθειες εκείνες ναυάγησαν μπροστά στις ισχυρές αντιστάσεις, πριν καν συζητηθούν έστω ελάχιστα. Μόνο μπαλώματα έγιναν αυτό το διάστημα, επί μέρους διορθώσεις που άφηναν το συνολικό πρόβλημα άλυτο.

Η έως τώρα αποτυχία μιας μεταρρύθμισης που θα καθιστούσε το σύστημα της κοινωνικής ασφάλισης βιώσιμο οφείλεται, βέβαια, στο κόστος που συνεπάγεται. Έχει δίκιο η ΓΣΕΕ όταν ζητάει από την κυβέρνηση να καταθέσει την πρότασή της. Το κόστος πρέπει να οριστεί και να προταθεί συγκεκριμένα πώς μπορεί να κατανεμηθεί. Δεν χρειάζεται πάντως υποχρεωτικά να εκπονηθεί νέα μελέτη. Οι πολλές που έχουν γίνει δίνουν όλα τα σημαντικά στοιχεία. Το πρώτο είναι οι τεράστιες ανισότητες στο εσωτερικό του ασφαλιστικού συστήματος, οι διαφορετικοί όροι που ισχύουν μεταξύ ασφαλισμένων, ενώ οι δημόσιοι πόροι κατανέμονται άνισα. Και εδώ δεν βοηθάει η επαναλαμβανόμενη διαβεβαίωση ότι δεν θα θιγεί «ο μέσος πολίτης» ή «η μέση οικογένεια». Μέσος πολίτης είναι η μητέρα δημόσιος υπάλληλος που ακόμα συνταξιοδοτείται δέκα χρόνια νωρίτερα από τη μητέρα εργάτρια στο ΙΚΑ, επιβαρύνοντας το κοινωνικό σύνολο με το κόστος της σύνταξής της για δέκα επιπλέον χρόνια, αλλά παζαρεύουμε με την Ε.Ε. πώς θα παρατείνουμε αυτήν την ανισότητα όσο γίνεται περισσότερο. Μέσοι πολίτες και οι τραπεζικοί που συγχωνεύθηκαν μεν στο ΙΚΑ, αλλά κρατούν ατόφιο το προνομιακό τους καθεστώς - το ΙΚΑ τηρεί κάπου 600 ξεχωριστούς πίνακες για να υπολογίζει τα δικαιώματα όλων εκείνων που υπόκεινται σε διαφορετικές εισφορές!- κ.ο.κ. Χωρίς ριζικές ανακατανομές εντός του ασφαλιστικού συστήματος, σε μια κατεύθυνση ισότητας και αλληλεγγύης, λύση δεν θα βρεθεί.

Διότι η κρατική χρηματοδότηση, και αυτό είναι ένα δεύτερο βέβαιο στοιχείο, δεν νοείται να αυξηθεί, αν θέλουμε στα χρόνια λιτότητας που έρχονται να εξοικονομήσουμε περισσότερους πόρους για την παιδεία, για τη διεύρυνση και τη βελτίωση της παραγωγικής απασχόλησης, για την ανάπτυξη. Σύμφωνα με συγκριτικά στοιχεία για το 2006, το κράτος μας συνεισέφερε 31,4% στην κοινωνική προστασία έναντι 37,6% στην Ε.Ε.-27, αλλά αν προσθέσουμε τα λοιπά έσοδα 10,9%, όπου περιλαμβάνονται οι περίφημοι «ίδιοι πόροι», επιβαρύνσεις στις συναλλαγές προς όφελος κατηγοριών ασφαλισμένων (νομικών, μηχανικών, δημοσιογράφων κ.λπ.), ξεπερνάμε σε κοινωνική συμμετοχή τον ευρωπαϊκό μέσο όρο- οι εργοδότες συνέβαλλαν 35,1%, οι ασφαλισμένοι 22,6%. Η συνολική δαπάνη για συντάξεις έφτανε άλλωστε το 12,1% του ΑΕΠ, όσο και στην Ε.Ε. Πώς γίνεται τότε οι συντάξεις να είναι τόσο χαμηλές στην πλειονότητά τους; Γίνεται επειδή οι λιγότερες είναι υψηλές - μόνον εδώ με πλήρεις εισφορές για όλα τα χρόνια φτάνει κανείς με την επικουρική στο 100% του μισθού του (μέσος όρος ΟΟΣΑ 58,7%). Επειδή έχουμε πολλές πρόωρες και πάρα πολλές με λειψές εισφορές- μόνο σε μάς επίσης υπάρχει τέτοια ανοχή στην εισφοροδιαφυγή και θεμελιώνεται δικαίωμα με δεκαπενταετία. Τέλος, επειδή έχουμε περισσότερες συντάξεις από συνταξιούχους. Θα τα αλλάξουμε όλα αυτά για να μπορέσουν ίσως μια μέρα να πάρουν σύνταξη και τα παιδιά μας;

Θέμα επικαιρότητας:
100 πρώτες ημέρες

Σύνολο: 53 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι