Πανηγυρισμοί, καραγκιοζιλίκια, ιστορία και μέλλον

Νότης Ανανιάδης, Αυγή, 21/11/2009

Ας κρατήσουν οι χοροί, εντάξει, αλλά ας κρατηθούμε κι εμείς λίγο. Η προϊστορία των "εθνικών επιτυχιών", διά της Εθνικής Ομάδας Ποδοσφαίρου, δεν πείθει διά το ευτυχές της μελλοντικής εξέλιξης.

Έχουμε και λέμε λοιπόν: Η Εθνική ομάδα ποδοσφαίρου των ανδρών προκρίθηκε στο Μουντιάλ του 2010 που θα γίνει το καλοκαίρι στην Ν. Αφρική. Ζήτω μας και εύγε μας. Αν παίζαμε και λίγο πιο ωραία μπάλα, όλα θα ήταν πολύ καλύτερα. Και, βεβαίως, εκτός απ’ την προϊστορία που λέγαμε, αν οι πρωταγωνιστές της επιτυχίας πριν και, κυρίως, μετά την πρόκριση ήταν πιο σοβαροί, τότε πραγματικά θα μπορούσαμε να είμαστε χαρούμενοι και μόνο από την αθλητική επιτυχία της χώρας, χωρίς να γκρινιάζουμε.

Πλην όμως, δεν μας αφήνουν να... αγιάσουμε. Τη μια βγαίνει ο αρχηγός της Εθνικής και μιλάει για τα πολύ μεγάλα... καρύδια που έχουν, λέει, οι Έλληνες παίκτες (για την ακρίβεια, αρχ... έκανε λόγο, αλλά οι εφημερίδες το μετέτρεψαν σεμνότυφα, όπως είχαν κάνει προ πενταετίας, τιμημένο το γαμημένο - αλλά τότε, τουλάχιστον, είχαμε να κάνουμε με ένα σύνθημα της κερκίδας και όχι με δηλώσεις ποδοσφαιριστή, και μάλιστα του αρχηγού της ομάδας). Ακόμη χειρότερα δε, βγήκαν εφημερίδες, μάλιστα και κάποιες θεωρούμενες σοβαρές αθλητικές, και προέβαλαν πανηγυρικά την συγκεκριμένη αχαρακτήριστου επιπέδου, δήλωση. Βέβαια, την προηγούμενη, αμέσως μετά τη νίκη επί της Ουκρανίας, υπήρξε εφημερίδα, που πρωτοσέλιδα καλούσε τους έλληνες να μην προγραμματίσουν τίποτε για τις 4 Ιουλίου του 2010, στις 8.30 το βράδυ, γιατί τότε θα γίνει ο τελικός, όπου θα παίζει... η Ελλάδα.

Φυσικά, το γεγονός ότι η ομάδα σερνόταν σε όλους τους αγώνες του προκριματικού γύρου, απέτυχε να προκριθεί απευθείας, αντιμετωπίζοντας, κατά γενική ομολογία, υποδεέστερους αντιπάλους, και χρειάστηκαν μπαράζ, στον πρώτο αγώνα των οποίων, οι θεατές κοιμήθηκαν, και στον δεύτερο (που πάντως έπαιξε πιο μυαλωμένα, αλλά δεν κατέπληξε κιόλας), η αγωνία ήταν αν θα δεχτούμε στο δεύτερο ημίχρονο την ισοφάριση, για όλα αυτά, απʼ τους αντικειμενικούς, υποτίθεται, αθλητικογράφους, κουβέντα.

Κάπως έτσι, πάμε για δεύτερη φορά στα τελικά του Μουντιάλ. Και οι αναμνήσεις και οι συνειρμοί είναι δυστυχώς αναπόφευκτοι. Στα τελικά του Μουντιάλ το 1994 στις ΗΠΑ, παραμένει ακόμη αναπάντητο ποιο ήταν το μεγαλύτερο ρεζιλίκι: το αγωνιστικό ή τα όσα προηγήθηκαν; Πιθανότατα το ένα φέρνει το άλλο, αλλά η τεσσάρα απ’ την Αργεντινή του Μαραντόνα (που μετά πιάστηκε ντοπαρισμένος), όσο και τα άλλα τέσσερα γκολ απ’ τη Βουλγαρία, και τα δύο από την Νιγηρία, ίσως να μπορούν να εξηγηθούν με βάση την αγωνιστική διαφορά που είχε η τότε Εθνική, από τους αντιπάλους του Ομίλου. Βέβαια δεν μπορούν να δικαιολογηθούν με τίποτε γραικυλισμοί, όπως η παράταξη των παικτών με το χέρι στην καρδιά, κατά τα αμερικάνικα πρότυπα, κατά την ανάκρουση του Εθνικού Ύμνου. Αμερικανιά του Αλκέτα Παναγούλια πιθανότατα, που μαζί με την τότε διοίκηση της Ομοσπονδίας είχε την έμπνευση να περιφέρει την ομάδα ως περιοδεύονται θίασο, κανένα μήνα υποτιθέμενης προετοιμασίας, από εκδήλωση σε εκδήλωση, ανά τις ΗΠΑ, με ομογενείς να έχουν ακριβοπληρώσει εισιτήρια για να φωτογραφηθούν με τους διεθνείς. Για τα καραγκιοζιλίκια εκείνα κανείς ποτέ δεν απολογήθηκε.

Όπως, φυσικά, δεν λογοδότησε για τις υπερβολές που ακολούθησαν την κατάκτηση του EURO, πριν από πέντε χρόνια στα γήπεδα της Πορτογαλίας. Από τη ρωμαϊκή φιέστα στο Καλλιμάρμαρο (με την Ντόρα Μπακογιάννη να επιδεικνύει τη γερμανομάθειά της ως δήμαρχος Αθηναίων, που υποδέχτηκε τον Ρεχάγκελ και τον μετέφραζε απευθείας) έως την περιφορά σε εκδηλώσεις ανά την Ελλάδα του τρόπαιου, του... τιμημένου που λέγαμε. Διαδικασία που ελάχιστα απείχε από την κατά καιρούς περιφορά διαφόρων λειψάνων αγίων ανά εκκλησία.

Κάποιοι διεθνείς, μέσα σε αυτήν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, έφτασαν μάλιστα να δηλώσουν πως δεν έχουν να αποδείξουν τίποτε. Και, ακόμη χειρότερα, σοβαροί δημοσιογράφοι, να σχολιάζουν αν έχουν δίκιο ή άδικο. Λες και δεν είναι οι αθλητές εκείνοι που κατʼ εξοχήν αποδεικνύουν μέσα στον αγώνα και με βάση τις επιδόσεις τους τι αξίζουν. Σε μια ανταγωνιστική κοινωνία, καλώς ή κακώς, όλοι καλούμαστε, σχεδόν καθημερινά, να αποδεικνύουμε τι μπορούμε να κάνουμε. Οι αθλητές εξ ορισμού αποδεικνύουν μέσα στον αγώνα το επίπεδο που βρίσκονται.

Τελικά το πιο δύσκολο πράγμα επιβεβαιώνεται ότι είναι η διαχείριση της επιτυχίας. Το μπάσκετ, μετά την εκτόξευση του 1987, είχε την τύχη να διαθέτει στελέχη που διαχειρίστηκαν εκείνη την επιτυχία, επένδυσαν σε υποδομές και στην ανάπτυξη του αθλήματος, με αποτέλεσμα, 22 χρόνια μετά, η Ελλάδα να παραμένει μια απ’ τις κορυφαίες δυνάμεις στον κόσμο. Και αυτό, όχι θεωρητικά, αλλά με βάση αποτελέσματα σε ευρωπαϊκά και παγκόσμια πρωταθλήματα. Τέταρτες, τρίτες, δεύτερες θέσεις, επιβεβαιώνουν την παραπάνω πραγματικότητα, με κορυφαίες φυσικά την για μια ακόμη φορά κατάκτηση του Ευρωπαϊκού πρωταθλήματος και τη συμμετοχή στον τελικό ενός Παγκοσμίου πρωταθλήματος.

Στο ποδόσφαιρο, η επιτυχία του 2004 δεν οδήγησε στην πρόκριση στο Μουντιάλ του 2006, οδήγησε στην καταβαράθρωση στα τελικά του Ευρωπαϊκού πρωταθλήματος το 2008 (και ήμασταν η χειρότερη ομάδα του τουρνουά) και με τα χίλια ζόρια στο Μουντιάλ του 2010. Πριν αναλωθούμε σε προεξόφληση επιτυχιών, καλό είναι να σκεφτούμε πως, αν δεν ανατρέψουμε την κακή ποδοσφαιρική παράδοση που έχουμε δημιουργήσει, δύσκολα θα πετύχουμε κάτι καλό στη Νότιο Αφρική.

Και φυσικά αυτό δεν είναι προς θάνατο - μια απλή αθλητική αποτυχία θα είναι. Αλλά όταν επενδύονται τόσα πολλά σε ένα άθλημα, και μάλιστα τόσο λαοφιλές, καλό είναι να είμαστε πιο ρεαλιστές. Και μετρημένοι.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι