Θέλουμε να συμβάλλουμε στην πολιτική αλλαγή και στην προοδευτική διακυβέρνηση

Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ Φ. ΚΟΥΒΕΛΗ ΣΤΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΤΗΣ Κ.Ε ΤΗΣ ΔΗΜΑΡ

15/11/2014

Η χώρα βρίσκεται με δύσκολα και σύνθετα προβλήματα.

Η οικονομική κατάσταση των πολιτών επιβαρύνεται διαρκώς υπό το βάρος παρατεταμένων συνθηκών ανεργίας, μείωσης των μισθών, μείωσης του τζίρου των επιχειρήσεων, υπερφορολόγησης.

Την σταθεροποίηση της οικονομίας την πλήρωσαν και την πληρώνουν τα γνωστά υποζύγια. Οι μισθωτοί, οι άνεργοι και οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες. Οι ανισότητες αυξήθηκαν μέσα στην κρίση. Η πλειονότητα του πληθυσμού απειλείται από μόνιμο εγκλωβισμό σε καθεστώς ανέχειας.

Το πρόγραμμα προσαρμογής αποδεικνύεται αναποτελεσματικό για την δημοκρατική και κοινωνικά δίκαιη έξοδο από την κρίση.

Τώρα, έρχεται να προστεθεί και η αβεβαιότητα για τις μακροοικονομικές εξελίξεις.

Η κατάσταση επιβαρύνεται από την αυξανόμενη ένταση που προκαλείται από τις ενέργειες της Τουρκίας για ζητήματα που σχετίζονται με τον καθορισμό των αποκλειστικών οικονομικών ζωνών στην ανατολική μεσόγειο. Ενέργειες παράνομες και προκλητικές που πρέπει να αποδοκιμασθούν από όλες τις πλευρές. Ενέργειες που δημιουργούν επιπλέον κινδύνους στην ανασφαλή και ασταθή περιοχή της Ανατολικής Μεσόγειου.

Η χώρα έχει συγκεκριμένες προκλήσεις:

Να διατηρηθούν συνθήκες ασφάλειας στην περιοχή.

Να προωθηθεί ένα σχέδιο επαναδιαπραγμάτευσης για το δημόσιο χρέος και να υπάρξει η καλύτερη δυνατή συμφωνία, με αποκλεισμό της λήψης νέων επαχθών μέτρων και με ουσιαστική ελάφρυνση του χρέους.

Να μεταβεί σε μια νέα φάση που θα μας απαλλάξει από τις συντηρητικές πολιτικές μονόπλευρης λιτότητας και ύφεσης και θα θέσει τις βάσεις για μια νέα τροχιά.

Όλα αυτά δεν είναι εύκολη υπόθεση. Εμείς το γνωρίζουμε. Για αυτό και δεν λέμε εύκολα λόγια και μεγάλα. Και ας μην γινόμαστε αρεστοί πολλές φορές.

Η απαγκίστρωση από το μνημόνιο όμως δεν μπορεί να υπάρξει με μια υποτιθέμενη εύκολη προσφυγή στις αγορές – που στο μεταξύ αποδείχθηκε ανέφικτη.

Η προσπάθεια της κυβέρνησης να καλλιεργήσει τεχνητή αισιοδοξία δεν μπορεί να αλλάξει την αντικειμενική πραγματικότητα.

Η τελική αξιολόγηση του υφιστάμενου προγράμματος από την τρόικα, η νέα συμφωνία με τους εταίρους και οι παράμετροι αυτής, καθώς και η διευθέτηση του δημοσίου χρέους παραμένουν ανοικτά ζητήματα μεγάλης σημασίας, τα οποία θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τη νέα φάση.

Η σημερινή κυβέρνηση δεν μπορεί να δώσει νέα πνοή στα πράγματα. Είναι προσκολλημένη σε συντηρητικές πολιτικές και σε μια λογική «πρώτα υλοποιώ τις δεσμεύσεις, μετά ζητώ κάποια πράγματα και υποχωρώ γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς». Αυτές οι ασκούμενες πολιτικές είναι αδιέξοδες και πρέπει το συντομότερο δυνατόν να αλλάξουν. Παράγουν φτώχεια και εμποδίζουν τη μετάβαση στην πραγματική ανάπτυξη.

Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να γνωρίζει ότι η απαγκίστρωση από το μνημόνιο δεν μπορεί να υπάρξει μέσα από την κατάργησή του με ένα νόμο. Να γνωρίζει ότι όλα τα ανοικτά θέματα θα τα βρει μπροστά της η οποιαδήποτε νέα κυβέρνηση. Τα προβλήματα και οι αντικειμενικοί περιορισμοί δεν ξεπερνιούνται μόνο με τη βούληση και οι συσχετισμοί δεν θα αλλάξουν μόνο με την επιθυμία.

Η ουσιαστική πολιτική αλλαγή ή δεν θα πραγματοποιηθεί ή δεν θα είναι βιώσιμη αν δεν συγκροτεί μια αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση που να πείθει για τη ρεαλιστικότητά της. Η νέα πορεία της χώρας δεν μπορεί να υπάρξει με μαγικές λύσεις, άρνηση αναγκαίων αλλαγών και υποσχέσεις για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Οι πολιτικές δυνάμεις οφείλουν να συνεννοηθούν σε συγκεκριμένα θέματα και στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό.

Η ευρύτερη δυνατή συμπαράταξη σε ένα συγκεκριμένο πεδίο ζητημάτων δεν ακυρώνει την πολιτική διαπάλη, ούτε και τις ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές. Τα κόμματα οφείλουν στη χώρα μια αντιπαράθεση ουσίας για τις πολιτικές που πρέπει να εφαρμοστούν. Η αντιπαράθεση δεν πρέπει να γίνεται με όρους τεχνητής πόλωσης και δεν πρέπει να θίγει την αναγκαία ομαλότητα και τη σταθερότητα των πολιτικών θεσμών και λειτουργιών.

Αυτό είναι καθήκον όλων των πολιτικών δυνάμεων, ανεξάρτητα από το ποιος βρίσκεται στην κυβέρνηση. Και ανεξάρτητα από το πότε θα γίνουν εκλογές, που αποτελούν μια δημοκρατική διαδικασία μέσα από την οποία ο λαός επιλέγει το περιεχόμενο της πολιτικής που πρέπει να ασκηθεί. Οι εκλογές δεν πρέπει να εξορκίζονται ως το απόλυτο κακό και μπορούν να λειτουργήσουν θετικά με την αναβάπτιση στη λαϊκή ετυμηγορία της πολιτικής που πρέπει να ασκηθεί.

Μπορούν και πρέπει οι πολιτικές δυνάμεις του δημοκρατικού τόξου να βρουν στα εθνικά θέματα τον αναγκαίο κοινό πολιτικό τόπο.

Η χώρα μας πρέπει να οικοδομήσει συμμαχίες για την αποκλιμάκωση της έντασης στη βάση της εφαρμογής του διεθνούς δικαίου, της ειρηνικής συνύπαρξης στην περιοχή και της ανάπτυξης σχέσεων καλής γειτονίας.

Κρίσιμο ζήτημα είναι το θέμα του χρέους. Οφείλουν οι πολιτικές δυνάμεις να συνεννοηθούν και να διαμορφώσουν την ελάχιστη κοινή συμφωνία για την αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους. Είναι μια πρόταση που γνωστοποίησα και στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και ζήτησα τη σύγκληση του Συμβουλίου πολιτικών αρχηγών και τη διεξαγωγή συζήτησης στην Ολομέλεια της Βουλής. Καλώ ξανά και από αυτό το βήμα την κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό να συζητήσουμε το θέμα της αναδιάρθρωσης του χρέους σε ειδική συνεδρίαση της Βουλής.

Το χρέος δεν έγινε βιώσιμο με τα πεπραγμένα των προηγούμενων κυβερνήσεων. Δεν θα γίνει βιώσιμο με σενάρια επί χάρτου για μεγάλους ρυθμούς ανάπτυξης και με εμμονές για δήθεν εξασφαλισμένη βιωσιμότητά του. Απαιτούνται παρεμβάσεις. Όσο αυτό δεν γίνεται αποδεκτό, τόσο αποδυναμώνεται η εθνική διεκδίκηση για την ελάφρυνση και απομακρύνεται η πιθανότητα σημαντικής απομείωσής του.

Ούτε βεβαίως το χρέος θα εξαλειφθεί με μονομερείς ενέργειες σε σύγκρουση με τις πιστώτριες χώρες. Απαιτείται να διεκδικήσει η χώρα από τους εταίρους μια ουσιαστική αναδιάρθρωση και δραστική μείωσή του, ώστε να καταστεί δυνατή η εξυπηρέτησή του με οικονομικούς και κοινωνικούς όρους. Ταυτόχρονα απαιτείται ένα ευρωπαϊκό επενδυτικό πρόγραμμα, με ενίσχυση των δημοσίων επενδύσεων και παροχή εγγυήσεων και ρευστότητας στην αγορά, που θα δημιουργήσει προϋποθέσεις για την αναπτυξιακή ώθηση της χώρας.

Το θέμα είναι και δύσκολο και σοβαρό. Αντί η κάθε πολιτική δύναμη να παρουσιάζει τη δική της πρόταση ως τη σωτήρια για την αντιμετώπιση του προβλήματος, θα έπρεπε να επιδιωχθεί η ενίσχυση της διαπραγματευτικής ικανότητας της χώρας μέσα από τη συγκρότηση ενός κοινού μετώπου.

Καμιά πολιτική δύναμη δεν μπορεί μόνη της να δεσμεύσει το μέλλον των πολιτών χωρίς να επιδιώξει έναν ελάχιστο κοινό τόπο με ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις. Αυτό είναι ανεξάρτητο από το ποια κόμματα θα βρίσκονται στην κυβέρνηση και από το αν θα διεξαχθούν ή όχι εκλογές το Μάρτιο.

Η διεκδίκηση της λύσης γίνεται με τη μέγιστη δυνατή συνεννόηση στο εσωτερικό της χώρας και τη δημιουργία ευρύτερων συμμαχιών σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Παράλληλα και σε συνάρτηση με το ζήτημα τους χρέους υπάρχει το θέμα της τελικής αξιολόγησης του υφιστάμενου προγράμματος. Δεν επενδύουμε στην αποτυχία των διαπραγματεύσεων. Είχαμε όμως επισημάνει ότι θα οδηγούσε σε αδιέξοδο η εγκατάλειψη του στόχου της επαναδιαπραγμάτευσης και η πολιτική γραμμή «πρώτα θα υλοποιήσουμε τις προβλέψεις του μνημονίου και μετά θα διαπραγματευτούμε».

Η προσπάθεια εξόδου από το μνημόνιο, με τους όρους που αυτή επιχειρήθηκε, απέβη άκαρπη. Η στρατηγική του success story ήταν έωλη. Οι επικοινωνιακές φιέστες για το τέλος της κρίσης σκόνταψαν πάνω στην πραγματικότητα.

Με τα υπάρχοντα δεδομένα – και στη βάση των όσων προανακρούονται- οδηγούμαστε σε μια νέα συμφωνία που θα έχει πάλι επαχθή μέτρα και πολιτικές που δεν θα οδηγούν τη χώρα στην έξοδο από το ουσιαστικό δεσμευτικό και ασφυκτικό περιεχόμενο του μνημονίου.

Χρειάζεται διαφορετική στάση προς τους εταίρους. Χρειάζεται η επιδίωξη μιας νέας συμφωνίας που θα θέτει ρεαλιστικούς στόχους δημοσιονομικής προσαρμογής και θα δίνει πραγματική αυτονομία στην ελληνική κυβέρνηση να εφαρμόσει τα μέτρα πολιτικής για την επίτευξη των στόχων.

Η χώρα χρειάζεται οριζόντιες πολιτικές για την ανάπτυξη και κάθετες περικοπές στους τομείς που παραμένει η διαφθορά και η αναποτελεσματικότητα.

Υπάρχουν ζητήματα που η προώθησή τους θα δώσει ώθηση στην ανάπτυξη και στην αποτελεσματικότερη διοίκηση. Η καθυστέρηση της προώθησής τους είναι αδικαιολόγητη. Γιατί δεν προχωράει η αναδιάρθρωση της φορολογικής διοίκησης και η περαιτέρω ανεξαρτησία της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων; Γιατί υπάρχουν ακόμη παροχές που δεν είναι απαραίτητες για την εκτέλεση του δημόσιου καθήκοντος; Γιατί δεν έχει προχωρήσει ένα σύστημα αξιολόγησης της σκοπιμότητας, του μεγέθους και της αποτελεσματικότητας των δαπανών στα Υπουργεία; Γιατί καθυστερεί η απλοποίηση των διαδικασιών αδειοδότησης;

Σε όλα αυτά είμαστε αταλάντευτα υπέρ του να προχωρήσουν.

Δεν χρειάζεται όμως η οικονομία και δεν αντέχει η κοινωνία μέτρα όπως η μείωση των μισθών, των συντάξεων και των κοινωνικών επιδομάτων.

Η υποχώρηση στις πιέσεις της τρόικας, για να εξαιρεθούν από τη ρύθμιση των εκατό δόσεων οι βεβαιωμένοι φόροι και ο ΕΝΦΙΑ, ανατρέπει τα ελάχιστα περιθώρια βελτίωσης των προϋπολογισμών των χιλιάδων εξαντλημένων νοικοκυριών. Με παλινωδίες και διαρκείς υποχωρήσεις δεν γίνεται διαπραγμάτευση ούτε τροποποίηση πολιτικών.

Στα εργασιακά δεν πρέπει να γίνουν αποδεκτές νέες ρυθμίσεις που θα απελευθερώσουν τις ομαδικές απολύσεις.

Στο ασφαλιστικό διαφωνούμε κάθετα με τις περαιτέρω μειώσεις των συντάξεων. Θεωρούμε απαράδεκτη την αύξηση των προϋποθέσεων για τη χορήγηση της κατώτερης σύνταξης από 15 σε 20 ασφαλιστικά έτη. Η ενίσχυση των ταμείων μέσα από τη διάθεση μεριδίου αναπτυξιακών πόρων, η αύξηση της απασχόλησης και ο αναγκαίος εξορθολογισμός, θα δημιουργήσουν τους αναγκαίους πόρους.

Η ρύθμιση για τα κόκκινα επιχειρηματικά δάνεια κυριαρχείται από μια αντίληψη εκχώρησης παντοδύναμου ρόλου στις τράπεζες και δεν διαθέτει πληρότητα στο σκέλος της αποτροπής των δυνατοτήτων ένταξης στη ρύθμιση των κατ’ επάγγελμα κακοπληρωτών.

Για τα στεγαστικά δάνεια είναι γνωστό ότι οι τράπεζες σήμερα προχωρούν σε ρυθμίσεις επιτοκίων και επιμήκυνση της διάρκειας αποπληρωμής. Όμως πρέπει να υπάρξει μια ουσιαστική μείωση που θα λαμβάνει υπόψη τη μείωση της αντικειμενικής αξίας των ακινήτων που έχει συντελεστεί. Ο διαχωρισμός των δανείων σε δύο τμήματα, με το δεύτερο που ισοδυναμεί με το 30% του ποσού να παγώνει, είναι μια πρόταση στη σωστή κατεύθυνση. Και εδώ όμως οι ελαφρύνσεις πρέπει να γίνονται με ενιαία λογική και να διευκολύνουν την πληρωμή.

Το κύριο όμως είναι ότι, παράλληλα με τη διευθέτηση των «κόκκινων» δανείων, χρειάζεται περισσότερη ρευστότητα, η οποία παραμένει ζητούμενο για τις περισσότερες επιχειρήσεις που δανείζονται ακριβά και δεν μπορούν να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξη τους.

Οι ελληνικές τράπεζες μετά την επιτυχή έκβαση των stress tests, οφείλουν να ενισχύσουν τη ρευστότητα και τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων και πολιτών με αντικειμενικά κριτήρια και με χαμηλά επιτόκια. Οφείλουν να αναζητήσουν την κερδοφορία τους μέσα από τις επενδυτικές διαδικασίες.

Σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οδήγησαν τις τράπεζες, σε μια πορεία που έδινε προτεραιότητα στην πραγματική οικονομία. Έτσι περιόρισαν τα επιτόκια χορηγήσεων στο μισό και συμπίεσαν τα περιθώρια των τραπεζών τους για επιτόκια από 2,5%, που κυμαίνονταν στη δεκαετία του 2000, γύρω στο 0,5%. Προτίμησαν μέσω της ανάκαμψης της πραγματικής οικονομίας να επιφέρουν την ανάκαμψη και των τραπεζών. Όχι το αντίθετο. Αυτοί πέτυχαν. Εμείς, όχι! Αυτό πρέπει να το αλλάξουμε.

Σε ό,τι αφορά στο κεφάλαιο των 11,4 δις – που δεν χρησιμοποιήθηκε για την ανακεφαλαιοποίηση- πιστεύουμε ότι πρέπει να αποτελέσει, σε κάθε περίπτωση, το «μαξιλάρι», που θα δώσει την δυνατότητα για την αντιμετώπιση ζητημάτων που αφορούν γενικότερα και συνολικότερα την οικονομική κατάσταση της χώρας.

Συνταγματική Αναθεώρηση

Σύμφωνα με το Σύνταγμα, η συνταγματική αναθεώρηση μπορεί να εκκινήσει αφού παρέλθει 5ετία από την περαίωση της προηγούμενης.

Επειδή η προηγούμενη συνταγματική αναθεώρηση ολοκληρώθηκε με το ψήφισμα της 27ης Μαΐου 2008 της Η’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων είναι φανερό ότι έχει παρέλθει εδώ και ένα χρόνο η απαγορευτική πενταετία. Άρα οποιαδήποτε στιγμή είναι δυνατή η έναρξη, με τις προβλεπόμενες διαδικασίες, της αναθεωρητικής διαδικασίας. Δεδομένου μάλιστα ότι η διαδικασία αναθεώρηση του Συντάγματος ολοκληρώνεται σε δύο βουλευτικές περιόδους, η μη εκκίνηση της διαδικασίας αναθεώρησης από την παρούσα βουλή σημαίνει, αναγκαστικά, ότι η πολιτικά και θεσμικά αναγκαία συνταγματική αναθεώρηση αναστέλλεται για απαράδεκτα πολύ χρόνο. Η ΔΗΜΑΡ πιστεύει ότι οποιαδήποτε περαιτέρω καθυστέρηση, από τη στιγμή που όλες οι πολιτικές δυνάμεις έχουν διαπιστώσει αδυναμίες και ανάγκη αναθεώρησης ορισμένων διατάξεων, βαίνει τελικά σε βάρος της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος και της ίδιας της Δημοκρατίας.

Η ΔΗΜΑΡ έχει πολλές φορές διατυπώσει τις προτάσεις του κόμματος για το ποιες συνταγματικές διατάξεις πρέπει να εισαχθούν στον προβλεπόμενο θεσμικό διάλογο στη Βουλή με σκοπό την ενδεχόμενη αναθεώρησή τους.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται κυρίως:

Το εκλογικό σύστημα

Η διαφάνεια στη χρηματοδότηση των κομμάτων

Η ευθύνη των Υπουργών

Η βουλευτική ασυλία

Η πλήρης διάκριση των εξουσιών

Οι αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας

Τα δημοψηφίσματα και η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία

Η διαφάνεια στη λειτουργία των ΜΜΕ, υπό το πρίσμα και των νέων τεχνολογιών στη λειτουργία τους

Η ενίσχυση των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων, με ρητή κατοχύρωση ενός αξιοπρεπούς εγγυημένου εισοδήματος

Η κατάργηση του άρθρου 86 Σ (ποινική ευθύνη μελών της Κυβέρνησης)

Επίσης τίθενται ζητήματα όπως ο αριθμός των βουλευτών, το ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργικών και βουλευτικών καθηκόντων, η επιλογή της ηγεσίας των ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας.

Ως προς το εκλογικό σύστημα, είμαστε υπέρ της απλής αναλογικής και της κατάτμησης των μεγάλων περιφερειών – έχουμε καταθέσει σχετική πρόταση στη Βουλή των Ελλήνων.

Ως προς το πολιτικό χρήμα, έχει επίσης καταθέσει πρόταση η ΔΗΜΑΡ.

Ως προς τη διάκριση των εξουσιών, η ΔΗΜΑΡ πιστεύει ότι το σχετικό άρθρο πρέπει να εμπλουτισθεί με ειδικότερες αναφορές και απαγορεύσεις.

Ως προς την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, η ΔΗΜΑΡ κρίνει σκόπιμη τη ρητή κατοχύρωση ενός αξιοπρεπούς εγγυημένου εισοδήματος για όλους τους πολίτες, που θα ενισχύσει το προστατευτικό πεδίο τους, ενώ ως προς τα εργασιακά δικαιώματα προτείνει τη συνταγματική θωράκιση της συλλογικής αυτονομίας.

Οι βουλευτές της ΔΗΜΑΡ είχαν πριν από καιρό την πρωτοβουλία, ανάμεσα σε άλλες σημαντικές πρωτοβουλίες, να καταθέσουν επερώτηση στη Βουλή, ζητώντας να δρομολογηθεί η διαδικασία για τη συνταγματική αναθεώρηση, αναδεικνύοντας τις προτάσεις του κόμματος που πρέπει να εισαχθούν στον προβλεπόμενο θεσμικό διάλογο με σκοπό την αναθεώρησή τους. Η δική μας πρόταση για την αναθεώρηση του Συντάγματος δεν υπηρετεί καμμιά άλλη σκοπιμότητα, παρά μόνον μια διεκδίκηση: να εκσυγχρονισθεί ο Καταστατικός Χάρτης της χώρας, να αποκατασταθεί η πολιτική νομιμοποίηση του συστήματος διακυβέρνησης και να ενισχυθούν οι δημοκρατικοί θεσμοί.

Η χώρα μας χρειάζεται τη μετάβαση σε μια νέα εποχή, στη μεταμνημονιακή εποχή.

Για να μην είναι 28η η Ελλάδα στην Ευρώπη των 29 στο τομέα των κοινωνικών ανισοτήτων.

Για την αντιμετώπιση της φτώχειας, την πρόσβαση στην αγορά εργασίας, την πρόσβαση στην υγεία, την καταπολέμηση των διακρίσεων, την ισοκατανομή των εισοδημάτων, τη δικαιοσύνη μεταξύ των γενεών πρέπει να υπάρχει μεταρρυθμιστική βούληση.

Είναι επιτακτική η ανάγκη αλλαγής της πολιτικής σε προοδευτική κατεύθυνση. Οι στόχοι είναι συγκεκριμένοι. Ουσιαστική επαναδιαπραγμάτευση με τους εταίρους και προοδευτική ανασυγκρότηση, με μεγάλες δομικές αλλαγές και δημοκρατικές εξυγιαντικές μεταρρυθμίσεις σε όλους τους τομείς, σε μια πορεία βιώσιμης ανάπτυξης, με μείωση των ανισοτήτων και εμβάθυνση της δημοκρατίας.

Η χώρα χρειάζεται μια ελπιδοφόρα προοπτική. Μια διαφορετική πολιτική εξόδου από την κρίση, που θα διασφαλίζει την ευρωπαϊκή προοπτική, με όρους δημοκρατίας και κοινωνικής συνοχής. Υπάρχει ανάγκη ριζικής αλλαγής της πολιτικής, με παρέμβαση σε όλα τα αίτια που έφεραν τη χώρα στη σημερινή της θέση και παραμένουν ανέγγιχτα.

Αγωνιζόμαστε για την προοδευτική διακυβέρνηση της χώρας. Για την αλλαγή πολιτικής που πρέπει να πραγματοποιηθεί σε συνθήκες ομαλότητας και ασφάλειας.

Ο στόχος για μια νέα Ελλάδα προϋποθέτει ένα προοδευτικό πρόγραμμα για την κοινωνία και τη χώρα. Και αυτό πρέπει να διαμορφωθεί και για να διαμορφωθεί πρέπει να υπάρξει ο αναγκαίος διάλογος στη βάση συγκεκριμένων θέσεων και όχι γενικά και αόριστα.

Ο στόχος απαιτεί συγκλίσεις προοδευτικών δυνάμεων..

Είμαστε υπέρ της συγκρότησης μίας ευρείας προοδευτικής συμπαράταξης. Αυτό όμως θα το πράξουμε, όπως ρητά αποφασίσαμε στο πρόσφατο συνέδριο μας, διατηρώντας την πολιτική και οργανωτική μας αυτονομία.

Θα είμαστε παρόντες με τις ιδέες μας, τις προτάσεις μας και τις προγραμματικές μας συμβολές. Έτσι έχει νόημα η συμμετοχή της Δημοκρατικής Αριστεράς σε μια τέτοια ευρύτερη συνεργασία. Ισότιμη συνεργασία που θα στηρίζεται σε αναλυτική προγραμματική συμφωνία. Αυτό είναι το ωφέλιμο για τη χώρα.

Θέλουμε να συμβάλλουμε στην πολιτική αλλαγή και στην προοδευτική διακυβέρνηση.

Θα το πράξουμε καλύτερα αν διαμορφώσουμε μια πολιτική συμπαράταξη στην οποία η ΔΗΜΑΡ θα συμμετέχει με το δικό της στίγμα σε μια ευρύτερη προοδευτική συμμαχία. Αυτή η πολιτική συμπαράταξη προϋποθέτει τη συνάντηση των δυνάμεων του δημοκρατικού σοσιαλισμού, της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας, της πολιτικής οικολογίας, της ριζοσπαστικής αριστεράς. Στο πλαίσιο αυτό, η ΔΗΜΑΡ συμμετέχει ισότιμα στο διάλογο με κόμματα, με ανεξάρτητες κινήσεις, με ανένταχτους αριστερούς και προοδευτικούς πολίτες, για να εξασφαλιστεί η ισχυρή παρουσία μιας τέτοιες συμπαράταξης στις πολιτικές εξελίξεις.

Αγωνιζόμαστε για την ανάκαμψη της Δημοκρατικής Αριστεράς. Για να διαμορφώσουμε μια νέα δυναμική. Δεν θα υποτάξουμε ποτέ την πολιτική μας θέση και τις πολιτικές μας διεκδικήσεις, στην οποιαδήποτε μικροκομματική σκοπιμότητα και επιλογή. Το μείζον είναι η χώρα και η κοινωνία.

Θέμα επικαιρότητας:
Ελληνικά Κόμματα

Σύνολο: 147 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι