H μεγάλη αναμέτρηση του Δεκέμβρη 1944

Αντώνης Λιάκος, http://www.chronosmag.eu, 07/12/2014

Στα 1944 ο εσωτερικός εμφύλιος στην Ελλάδα βάραινε πλέον αποφασιστικά στις αποφάσεις για τη διεξαγωγή του πολέμου και για την τροπή που θα έπρεπε να πάρουν τα πράγματα.

Πριν λήξει ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος, η Ελλάδα έγινε το πρόπλασμα της μεταπολεμικής αναμέτρησης. Οι επιδιώξεις των μεταπολεμικών νικητών διαμορφώθηκαν σταδιακά και εμπειρικά. Οι Βρετανοί από το 1942, πριν φανεί στον ορίζοντα η ολοκληρωτική νίκη επί της Γερμανίας, επιδίωκαν τη δημιουργία δύο μεγάλων ομοσπονδιών ανάμεσα στη Γερμανία και την τότε Ε.Σ.Σ.Δ. Μια από την Πολωνία έως την Αυστρία, και μια με τα Βαλκάνια, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας. Και οι δυο αυτές ομοσπονδίες θα λειτουργούσαν ως buffet zones, ως μαξιλάρια δηλαδή. Όταν το σχέδιο αυτό προσέκρουσε στην αντίρρηση των Σοβιετικών, και με την επικείμενη ήττα του Άξονα να διαγράφεται στον ορίζοντα, οι Βρετανοί προσανατολίστηκαν στην εξασφάλιση της επιρροής τους στην Ελλάδα, χαλάρωσαν την πίεσή τους στην Τουρκία να εγκαταλείψει την ουδετερότητα και πρότειναν στους Σοβιετικούς μια διανομή σφαιρών επιρροής προκειμένου να αποφύγουν μελλοντικούς εμφυλίους πολέμους. Όχι δηλαδή ως μια παγιωμένη μεταπολεμική διανομή. Ο παράγοντας που θα εγγυόταν τα βρετανικά συμφέροντα και την επιστροφή στο status quo πριν από τον πόλεμο ήταν ο βασιλιάς, την επιστροφή του οποίου επιδίωκαν. Στόχος επομένως ήταν η ενίσχυση του αντι-εαμικού στρατοπέδου και ο περιορισμός ή η εξουδετέρωση της ανεξάρτητης δράσης του Ε.Λ.Α.Σ. και εντέλει η αποστράτευσή του. Αλλά η επιστροφή ενός βασιλιά που είχε υποστηρίξει την προπολεμική δικτατορία της 4ης Αυγούστου και δεν αποφάσισε να την καταργήσει τυπικά παρά το 1942, σε μια Ελλάδα που είχε ριζοσπαστικοποιηθεί κατά τη διάρκεια του πολέμου, θεωρούνταν πρόκληση. Το Ε.Α.Μ., από την πλευρά του, αντιλαμβανόταν τους στόχους της συμμαχικής δράσης, αλλά δεν μπορούσε να προχωρήσει σε ρήξη μαζί της γιατί είχε κάνει τον συμμαχικό αγώνα ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής του. Αυτή η δολιχοδρομία εκφραζόταν με μια γραμμή ζιγκ ζαγκ, η οποία έστελνε λάθος μηνύματα προς όλες τις κατευθύνσεις. Τον Μάιο του 1944 συγκροτείται η Π.Ε.Ε.Α., μια κυβέρνηση της απελευθερωμένης Ελλάδας και συγκαλείται μια εθνοσυνέλευση στις Κορυσχάδες Ευρυτανίας. Την ίδια εποχή σε μια συνδιάσκεψη στη Μέση Ανατολή (Συμφωνία του Λιβάνου), το Ε.Α.Μ. μπαίνει ως ελάσσων εταίρος σε μια κυβέρνηση με εξόριστους Έλληνες πολιτικούς υπό την εποπτεία των Άγγλων. Ο Ε.Λ.Α.Σ. προβαίνει αφενός σε εκκαθαρίσεις έναντι των αντιπάλων του, και αφετέρου με τη συνεχή παραχώρηση θέσεων και θέτοντας τις δυνάμεις του υπό κοινή συμμαχική διοίκηση (Συμφωνία της Καζέρτας) αδυνατίζει την ισχύ του και περιορίζει την πρωτοβουλία δράσης του. Η βασική αδυναμία του Ε.Α.Μ. όμως ήταν η έλλειψη πηγών ανεφοδιασμού, όταν όλοι οι αντίπαλοί του ανεφοδιάζονταν είτε από τη φθίνουσα γερμανική είτε από την αυξανόμενη αγγλοαμερικανική βοήθεια. Οι Σοβιετικοί, με τους οποίους το Κ.Κ.Ε. δεν είχε άμεσες αλλά μόνο έμμεσες επαφές, μέσω του Κ.Κ. Βουλγαρίας, είχαν αποκλείσει κάθε βοήθεια, και τον Δεκέμβριο του 1944, όταν ο Τσώρτσιλ επισκέφθηκε τη Μόσχα, εξασφάλισε ότι στην Ελλάδα την πρωτοβουλία των εξελίξεων θα τον είχε η Βρετανία. Το Ε.Α.Μ. και το Κ.Κ.Ε., παρά την εσωτερική τους ισχύ, βρίσκονταν σε πολιτικό κενό από την άποψη των διεθνών τους αναφορών και στηριγμάτων.

Δεν ήταν φυσικά μόνο οι Βρετανοί που ανησυχούσαν για το μέλλον της Ελλάδας. Το αντιλαμβάνονταν και οι Γερμανοί, αλλά και οι ελληνικές εύπορες τάξεις. Ο ναζιστές, μη έχοντας ακόμη στο μυαλό τους την επικείμενη ολοκληρωτική συντριβή τους, πίστευαν πως η εκκαθάριση των κομμουνιστών θα είχε ανταλλακτική αξία για ενδεχόμενη χωριστή συμφωνία ειρήνης με τους Δυτικούς συμμάχους. Παράλληλα, η πρόκληση χάους στις χώρες από όπου υποχωρούσαν τους εξασφάλιζε χρόνο. Η σταδιακή αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα το Φθινόπωρο του 1944 βρήκε τη χώρα βαθιά διαιρεμένη, με οικονομία εντελώς διαλυμένη και με ισχυρές αντίπαλες ένοπλες παρατάξεις. Ο Ε.Λ.Α.Σ. πραγματοποίησε εκείνη την περίοδο μεγάλες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον των Ταγμάτων Ασφαλείας στην Πελοπόννησο και εναντίον των δωσιλογικών ταγμάτων στην κεντρική Μακεδονία. Χιλιάδες νεκρούς άφησαν πίσω τους οι εμφύλιες διαμάχες, γιατί οι αιχμάλωτοι εκτελούνταν. Ο Μελιγαλάς στη Ν.Α. Πελοπόννησο και το Κιλκίς στη Μακεδονία, όπου χιλιάδες ταγματασφαλίτες σκοτώθηκαν ή εκτελέστηκαν όταν αιχμαλωτίστηκαν, θα γίνουν επίσης τόποι της διαιρεμένης μνήμης.

Πώς θα καλυπτόταν το κενό εξουσίας που θα άφηναν οι Γερμανοί μετά την αποχώρησή τους; Στις περισσότερες πόλεις το Ε.Α.Μ. και ο Ε.Λ.Α.Σ. παρέλασαν στους δρόμους. Στην Αθήνα τον τόνο τον έδιναν οι τεράστιες λαϊκές συγκεντρώσεις με τις σημαίες όλων των συμμάχων και τα συνθήματα για Λαοκρατία –ένα σύνθημα στο οποίο εκφράζονταν προσδοκίες μιας άλλης πορείας της χώρας, αλλά αρκετά ασαφές ως προς την υλοποίησή του– αλλά και οι αντισυγκεντρώσεις του αστικού και αντι-εαμικού κόσμου. Ατμόσφαιρα περισσότερο ανήσυχη παρά επινίκια, έγραψε στο ημερολόγιό του ο Γιώργος Θεοτοκάς (Τετράδια Ημερολογίου, 1944-45, σ. 509-513).

Είναι η πρώτη φορά αυτές τις μέρες που ένιωσα στην Ελλάδα τόσο έντονα, τόσο ξεκάθαρα κι απόλυτα τον κοινωνικό διχασμό, την ατμόσφαιρα του ταξικού πολέμου.

Η Εαμοκρατία ήταν μια κατάσταση σε αναμονή και εκκρεμότητα. Δεν δημιούργησε θεσμούς λαοκρατίας. Παρ’ όλα αυτά διαλύθηκε η χωροφυλακή, έγιναν μαζικές συλλήψεις δωσιλόγων και συνεργατών, ανάμεσα στους οποίους βέβαια ήταν και πολλοί πολιτικοί αντίπαλοι, καθώς επίσης και αντεκδικήσεις. Στον βαθμό που η συνεργασία με τις αρχές κατοχής περιλαμβανόταν σε μια ευρύτατη γκρίζα ζώνη αδιευκρίνιστων σχέσεων υποψιών και καταγγελιών, ο κατάλογος των υπό εκκαθάριση μπορούσε να είναι μικρός ή μεγάλος, ανάλογα με τις τοπικές συνθήκες. Λειτούργησαν, ιδίως στη Θεσσαλονίκη, λαϊκά δικαστήρια και πολλοί καταδικάστηκαν ή εκτελέστηκαν. Υπήρξαν και κρούσματα λιντσαρίσματος. Τα φαινόμενα αυτά δεν ήταν μόνο ελληνικά. Εκτελέσεις συνεργατών, αυτοδικία και αντεκδικήσεις ήταν ο κανόνας την επαύριον του πολέμου στη Γαλλία, στην Ιταλία και στις άλλες κατεχόμενες χώρες. Στην Αθήνα η συμφωνία να μπει ο Ε.Λ.Α.Σ. τηρήθηκε και η πόλη για μια εβδομάδα περίμενε τον ερχομό της εξόριστης κυβέρνησης, ως της μόνης αρχής νομιμότητας και συνέχειας με το προπολεμικό κράτος. Η εξόριστη κυβέρνηση όμως είχε φροντίσει να δημιουργήσει μια εν αναμονή στρατιωτική διοίκηση της πόλης, στελεχωμένη με μοναρχικούς αξιωματικούς του στρατού. Σ’ αυτούς παραδόθηκε η τελευταία δωσίλογη κυβέρνηση, η χωροφυλακή και τα Τάγματα Ασφαλείας.

Με επικεφαλής τον Γεώργιο Παπανδρέου η κυβέρνηση εθνικής ενότητας στην οποία συμμετείχε με δύο υπουργεία και το Ε.Α.Μ. ήρθε τον Οκτώβριο του 1944, συνοδευόμενη από βρετανικές ένοπλες δυνάμεις και αποικιακά συντάγματα από την Ινδία και τη Ν.Α. Ασία. Η συμβολική σημασία της αντικατάστασης της μιας ξένης αρχής, των Γερμανών, από μια άλλη, των Άγγλων, δεν διέλαθε της προσοχής. Ένα τραγουδάκι της εποχής έλεγε:

Γιούπι για για, γιούπι γιούπι για,

Τίνος είναι, βρε γυναίκα, τα παιδιά;

Το ’να μου φωνάζει yes, τ’ άλλο μου φωνάζει ya,

Τίνος είναι, βρε γυναίκα, τα παιδιά;

Την κυβέρνηση την καθοδηγούσε ο Άγγλος πρεσβευτής Λίππερ, ενώ αρχηγός των βρετανικών ένοπλων δυνάμεων ήταν ο Σκόμπυ, ο οποίος είχε διαταγές να μη διστάσει να ανοίξει πυρ απέναντι στον πληθυσμό όπως σε μια κατεχόμενη χώρα. Το βασικό πρόβλημα της κυβέρνησης ήταν να αποστρατεύσει την ένοπλη αντίσταση και να δημιουργήσει ενιαίο στρατό και να ενοποιήσει την επικράτεια. Το ζήτημα της τύχης της ένοπλης αντίστασης υπήρξε βασικό πρόβλημα σε όλες τις πρώην κατεχόμενες χώρες. Στη Γαλλία, όπου της αντιστασιακής Ελεύθερης Γαλλίας ηγούνταν ο στρατηγός Ντε Γκωλ, η αντίσταση απορροφήθηκε στο νέο στρατό. Στην Ιταλία, ακόμη και έως το 1948 γίνονταν στρατιωτικές επιχειρήσεις για να διαλύσουν ένοπλα αντιστασιακά σώματα. Στο Βέλγιο, οι κυβερνητικές δυνάμεις άνοιξαν πυρ σε μια συγκέντρωση στις Βρυξέλλες που διαμαρτυρόταν για τον αφοπλισμό των ένοπλων ανταρτών με πολλούς τραυματίες, ενώ υπήρξαν συλλήψεις ένοπλων αντιστασιακών μονάδων. Σε καμιά από τις χώρες αυτές η ένοπλη αντίσταση δεν είχε το μέγεθος και την ισχύ και την πολιτική φυσιογνωμία του Ε.Λ.Α.Σ. Στην Ελλάδα το πρόβλημα ήταν πολύ οξύτερο γιατί και ο αντιστασιακός στρατός έλεγχε σχεδόν το σύνολο της χώρας, και ελεγχόταν από τους κομμουνιστές. Στην πραγματικότητα η κυβέρνηση έλεγχε μόνο το κέντρο της πρωτεύουσας.

Η κλιμάκωση της σύγκρουσης άρχισε επομένως όταν ετέθη το ζήτημα της αποστράτευσης του Ε.Λ.Α.Σ. και της δημιουργίας τακτικού στρατού. Η δημιουργία ενιαίου στρατού με ειρηνικές και ουδέτερες διαδικασίες ήταν ένα αδύνατο εγχείρημα. Ο νέος στρατός δεν θα δημιουργούνταν απλώς από τους παλιούς αξιωματικούς, τις αντιστασιακές μονάδες και νέους που θα στρατολογούνταν για πρώτη φορά. Επρόκειτο να δημιουργηθεί από εχθρικά και αντίπαλα στρατιωτικά σώματα που τα διαχώριζαν πολιτικά μίση και αλληλοαποκλειόμενες ιδεολογίες. Αναμενόμενο ήταν πως οι εγγυήσεις ουδετερότητας της διαδικασίας απέναντι στις αντιμαχόμενες πλευρές έγινε αφορμή σύγκρουσης. Τις ηγετικές θέσεις των ταγμάτων εθνοφυλακής, ενός στρατού για την εμπέδωση της τάξης σε όλη τη χώρα που θα αντικαθιστούσε όλες τις ένοπλες ομάδες και θα βρισκόταν υπό την καθοδήγηση των Βρετανών, τις πλαισίωναν αξιωματικοί με θητεία στα Τάγματα Ασφαλείας. Η αποκατάσταση και η επαναφορά των δωσίλογων αξιωματικών του προπολεμικού τακτικού στρατού στον νέο στρατό της απελευθερωμένης Ελλάδας, σήμαινε συναγερμό στο Ε.Α.Μ. Στις 3 Δεκεμβρίου ένα ειρηνικό συλλαλητήριο οργανωμένο από το Ε.Α.Μ. χτυπήθηκε χωρίς προειδοποίηση από την αστυνομία και από ελεύθερους σκοπευτές αφήνοντας 20-30 νεκρούς και πολλούς τραυματίες στην πλατεία Συντάγματος. Δυο μήνες μετά την απελευθέρωση, και στην ίδια ακριβώς πλατεία όπου το ίδιο εν πολλοίς πλήθος είχε ματώσει από ιταλικές και γερμανικές σφαίρες σε ανάλογες εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, η αιματηρή Κυριακή του Δεκεμβρίου άναψε τη θρυαλλίδα μιας αναμενόμενης έκρηξης. Επί έναν μήνα στους δρόμους γίνονταν μάχες τοίχο με τοίχο και δρόμο με δρόμο, ανάμεσα στον εφεδρικό Ε.Λ.Α.Σ. της πρωτεύουσας από τη μια, και στα στρατεύματα της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, στο σώμα της χωροφυλακής και στους ένοπλους δωσίλογους που βρήκαν πλέον την ευκαιρία να ενσωματωθούν στις νομιμόφρονες δυνάμεις. Οι Βρετανοί είχαν καταλάβει και οχυρώσει την Ακρόπολη, από όπου όλη η πόλη ήταν πεδίο βολής, έλεγχαν την πρόσβαση στη θάλασσα και στο λιμάνι και στο αεροδρόμιο και είχαν σαφή υπεροπλία. Διέθεταν 60 αεροπλάνα που βομβάρδιζαν θέσεις του εχθρού στις γειτονιές και στα προάστια της Αθήνας, 30.000 άνδρες και βαρέα όπλα. Ο Σκόμπυ είχε πάρει τηλεγράφημα από τον Τσώρτσιλ «να ενεργήσει σαν να ήταν σε κατεχόμενη πόλη όπου βρίσκεται σε εξέλιξη μια εξέγερση ντόπιων». Οι συγκρούσεις ήταν σφοδρές και ακόμη στις προσόψεις παλιών αθηναϊκών σπιτιών βλέπει κανείς σήμερα ίχνη από σφαίρες που καρφώθηκαν στους τοίχους. Αλλά η σύγκρουση είχε σαφή χαρακτήρα κοινωνικής αντεκδίκησης για όσες δυσαρέσκειες και μνησικακίες είχε συσσωρεύσει η κατοχή. Κάθε πλευρά συλλάμβανε ομήρους κατά χιλιάδες, ιδίως τους πιο επιφανείς, και έγιναν πολλές εκτελέσεις. Οι εκκαθαρίσεις περιλάμβαναν ακόμη και τροτσκιστές και πρώην μέλη του Κ.Κ.Ε. που είχαν διαφωνήσει με την επίσημη γραμμή. Όταν μετά το τέλος των συγκρούσεων οι ένοπλοι του Ε.Α.Μ. αποσύρθηκαν προς την κεντρική Ελλάδα, πήραν μαζί τους χιλιάδες ομήρους, σε μια πεζοπορία που στοίχισε τη ζωή πολλών. Από την άλλη πλευρά οι Άγγλοι μετέφεραν όσους είχαν συλλάβει σε στρατόπεδα στην αφρικανική έρημο. Τρόμος απλώθηκε πάνω από την Αθήνα, ο οποίος θα προκαλέσει ένα βαθύ ρήγμα ανάμεσα στο Ε.Α.Μ. και τους αντιπάλους του, αλλά και μέσα στο Ε.Α.Μ., ανάμεσα στους ακραιφνείς κομμουνιστές και τους μετριοπαθείς σοσιαλιστές που το είχαν πλαισιώσει.

Θέμα επικαιρότητας:
Δεκέμβρης 44

Σύνολο: 0 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι