Το δις εξαμαρτείν

Παύλος Τσίμας, Τα Νέα, 13/12/2014

Ας το δούμε κι έτσι: όταν ο ΣΥΡΙΖΑ λέει ότι τη μετάβαση από το Μνημόνιο στην επόμενη ημέρα πρέπει να τη διαχειριστεί μια κυβέρνηση με νωπή λαϊκή εντολή έχει άδικο;

Ε, λοιπόν, εγώ λέω ότι έχει δίκιο. Μπορεί να χάνει το δίκιο του επειδή έχει ζητήσει τόσες πολλές φορές, από τόσο νωρίς (από το φθινόπωρο 2012!) και με τόσο διαφορετικά επιχειρήματα την επίσπευση των εκλογών, ώστε κανείς να μην πολυπροσέχει πια το επιχείρημα που επικαλείται κάθε φορά ή να το θεωρεί προσχηματικό. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αυτό καθ’ εαυτό, το στερνό του επιχείρημα δεν είναι βάσιμο.

Εχουμε, άλλωστε, το δίδαγμα από την προηγούμενη εμπειρία μας. Η Ελλάδα ήταν η μόνη χώρα που πέρασε το σοκ της χρεοκοπίας και του Μνημονίου, χωρίς να εξασφαλίσει μια αναβάπτιση στη λαϊκή εμπιστοσύνη της κυβέρνησης που θα διαχειριζόταν τις συνέπειες αυτού του σοκ. Στην Ιρλανδία, στην Πορτογαλία αλλά και στην Κύπρο οι κυβερνήσεις που πήραν στην πλάτη τους το βάρος του Μνημονίου είχαν προκύψει από εκλογές που έγιναν μετά το μοιραίο, με το εκλογικό σώμα ενήμερο για όσα έμελλε να συμβούν. Γι’ αυτό και, μολονότι, οι επιπτώσεις ήταν παντού βαριές και τα λάθη μεγάλα, μόνο στην Ελλάδα ζήσαμε αυτήν την απόλυτη απονομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος, αυτό το δηλητηριώδες διχαστικό κλίμα.

Μόνο στην Ελλάδα το Μνημόνιο εξελήφθη όχι ως η λάθος απάντηση σε μια υπαρκτή ανάγκη – τη χρεοκοπία που είχε ήδη συντελεσθεί – αλλά ως προϊόν εθνικής προδοσίας, ξένης κατοχής, εγκλήματος καθοσιώσεως. Μόνο στην Ελλάδα, μια άλογη πόλωση εκτόπισε την έλλογη συζήτηση. Και η κριτική των αδικιών και των αδιεξόδων που το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής γεννούσε υποκαταστάθηκε από την παράλογη άρνηση της ίδιας της ανάγκης για δημοσιονομική προσαρμογή.

Η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου έκανε ασυγχώρητο λάθος όταν θεώρησε ότι η εντολή που είχε λάβει τον Οκτώβριο του 2009 της επέτρεπε να αναλάβει, μόνη της, έξι μήνες αργότερα και το βάρος του Μνημονίου. Κατά κάποιον τρόπο το αναγνώρισε και ο ίδιος το λάθος του και προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να το διορθώσει – με την πρόταση στον Σαμαρά, το καλοκαίρι του 2011, και με την ατυχή πρόταση για δημοψήφισμα τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου.

Αλλά αφού κάναμε και πληρώσαμε πανάκριβα το λάθος να μπούμε με το ζερβό στην περιπέτεια του Μνημονίου, ποιος μπορεί να μας συγχωρέσει την επανάληψη του ίδιου λάθους τώρα; Ποιος μπορεί να συγχωρέσει την ανόητη σύλληψη της σημερινής κυβέρνησης πως η έξοδος από το Μνημόνιο μπορούσε να σχεδιαστεί ως κομματικο-εκλογικό στρατήγημα; Πως θα ήταν ένας υγιεινός περίπατος, τις ωφέλειες εκ του οποίου θα απολάμβανε μόνη της; Πως θα έσχιζε το Μνημόνιο κι έτσι θα στερούσε το πολιτικό οξυγόνο από τους πνεύμονες του αντιπάλου κόμματος; Και ποιος μπορεί να συγχωρέσει στην αξιωματική αντιπολίτευση την αυτοπαγίδευση στον πολωτικό της λόγο και στην εκλογική της εμμονή – κι ας βλέπουν οι νουνεχέστεροι των ηγετών της ότι κινδυνεύουν να βρεθούν σε αυτοκαταστροφικό, ιστορικών διαστάσεων αδιέξοδο;

Η προφανώς ορθή λύση είχε εγκαίρως και από πολλούς διατυπωθεί: ναι, τη μετάβαση από τη μνημονιακή στη μεταμνημονιακή εποχή έπρεπε να τη διαχειριστεί μια νέα κυβέρνηση με νωπή εντολή. Ετσι μόνο θα έμπαινε τέρμα στην παραλυτική πόλωση και θα μπορούσε να υπάρξει μια ελάχιστη συναίνεση σε ένα σχέδιο ανασυγκρότησης. Μόνο που αυτή η νέα εντολή έπρεπε να προκύψει και η ίδια μέσα σε ένα αντιπολωτικό περιβάλλον. Η ιδέα μιας συμφωνίας για τον Πρόεδρο μαζί με μια συμφωνία για τον χρόνο των εκλογών ήταν προφανώς λυτρωτική. Απερρίφθη. Και παίρνουμε ήδη μια πρώτη γεύση των συνεπειών της απόρριψής της.

Μήπως θα έπρεπε, λοιπόν, να το ξανασκεφθούμε; Μήπως ένας γενναίος συμβιβασμός έχει ακόμη χρόνο να καταστρωθεί;

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι