Δημοψηφίσματα και η πολιτική ευκαιρία για την Άκρα Δεξιά

, www.protagon.gr, 04/07/2015

Το συχνά επαναλαμβανόμενο επιχείρημα ότι η κοινοβουλευτική δημοκρατία βρίσκεται σε κρίση, ηχεί ως ένας αυτονόητος ισχυρισμός από τότε που η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς περιορίστηκε δραματικά, το ίδιο όπως κι η αποτελεσματικότητα πολιτικών θεσμών και λειτουργών που συμμετέχουν στη διακυβέρνηση. Οι πολίτες δεν εμπιστεύονται πια τα κόμματα, τη Βουλή, την κυβέρνηση, τους πολιτικούς και δυσφορούν που τα προβλήματά τους χρονίζουν και δεν αντιμετωπίζονται στη ρίζα τους. Ως αντίδοτο σε αυτήν την κατάσταση προτείνεται η συμπλήρωση του κοινοβουλευτισμού με διαδικασίες της άμεσης δημοκρατίας, με το επιχείρημα ότι αυτές θα μπορούσαν να επιδράσουν θετικά περιορίζοντας τις υπαρκτές αδυναμίες της πολιτικής αντιπροσώπευσης.

Παρότι το αμεσοδημοκρατικό επιχείρημα φαίνεται λογικό, δεν μπορεί να αποτελέσει πανάκεια για το δημοκρατικό έλλειμμα: αυτό εντοπίζεται και εκεί που γίνονται δημοψηφίσματα, τα οποία κάθε άλλο παρά αποδεικνύονται αποτελεσματικότερα στη λήψη των αποφάσεων συγκρινόμενα με τις παραδοσιακές διαδικασίες λήψης απόφασης. Επίσης, να μην παραβλέπουμε και την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος: με δημοψηφισματικές διαδικασίες δεν πάρθηκαν μόνο πολιτικές αποφάσεις που προήγαγαν το περιεχόμενο της δημοκρατίας, αλλά με τα ίδια αυτά εργαλεία υπονομεύθηκε η θέληση του λαού και καταλύθηκαν δημοκρατίες (αυτό έγινε στο τέλος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και την εποχή της κυριαρχίας των Εθνικοσοσιαλιστών από το 1933).

Αυτά τα επικίνδυνα ενδεχόμενα είχε υπόψη του ο πρώτος πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Theodor Heuss, χαρακτηρίζοντας τα δημοψηφίσματα «πριμ των δημαγωγών»: μέσω των δημοψηφισμάτων μπορεί εύκολα να χειραγωγηθεί ο λαός επιβάλλοντάς του μια ελίτ τη γνώμη της ή ένας ισχυρός ηγέτης τη δική του θέληση. Δεν είναι τυχαίο ότι, σήμερα, οι περισσότεροι από τους πλέον διαπρύσιους υποστηρικτές των δημοψηφισμάτων είναι οι πολέμιοι του κοινοβουλευτισμοί και οι φανεροί ή κρυφοί αντιδημοκράτες: ολόκληρη η ακροδεξιά σκηνή, με τους εθνικολαϊκιστές και τους εξτρεμιστές της να πρωτοστατούν, εμφανίζονται ως υπέρμαχοι των δημοψηφισμάτων. Ας θυμηθούμε μόνο πώς τοποθετούνται επί του ζητήματος των δημοψηφισμάτων και της άμεσης συμμετοχής του λαού στην πολιτική οι εκπρόσωποι της εγχώριας ακροδεξιάς:

Ότι η δημοκρατία επιβλήθηκε από τους κεφαλαιοκράτες για να συνεχίσουν την οικονομική εκμετάλλευση του λαού, ενώ «η γνησιώτερη μορφή δημοκρατίας είναι η άμεση», υπήρξε ένα κεντρικό επιχείρημα του φιλοναζιστή Κ. Πλεύρη ήδη στη δεκαετία του 1960. Στο βιβλίο του με τον δηλωτικό τίτλο «Αντιδημοκράτης» εξηγούσε ότι με άμεση δημοκρατία εννοεί και προκρίνει «την κατευθείαν από τον λαόν ρύθμιση των θεμάτων που τον αφορούν».

Μεταπολιτευτικά στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε η ΕΠΕΝ, η οποία υποστήριζε ότι για να υπάρχει δημοκρατία «δεν αρκεί η πολιτική να ασκείται μόνον με την έγκρισιν, αλλά και με τη συμμετοχήν του Ελληνικού λαού, που οφείλει να συμμετάσχει στην διαδικασία λήψεως και υλοποιήσεως (sic) των πολιτικών αποφάσεων».Τη «θεσμοθέτηση της υποχρέωσης της εκάστοτε κυβέρνησης να κάνει δημοψηφίσματα για όλα τα κρίσιμα εθνικά και κοινωνικά θέματα» ζητούσε επίμονα o Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός του Γ. Καρατζαφέρη, ακολουθώντας σταθερά τα βήματα των συνοδοιπόρων του στην Ευρώπη. Οι πιο προβεβλημένοι πρωτεργάτες της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς, όπως ο Ζ.-Μ. Λεπέν ή ο Τζ. Φίνι, συντόνιζαν στη δεκαετία του 1990 μια πανευρωπαϊκή πρωτοβουλία («διεθνή») προκειμένου να ασκήσουν πίεση προς την κατεύθυνση δημοψηφισματοποίησης των ευρωπαϊκών δημοκρατιών και υπονόμευσης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατικής διακυβέρνησης.

Σε μια παρόμοια κατεύθυνση κινείται και η Χρυσή Αυγή, η οποία επίσης δηλώνει την προτίμησή της «υπέρ των δημοψηφισμάτων, της συμμετοχικής και της άμεσης δημοκρατίας». Η μορφή αυτή της άμεσης δημοκρατίας πραγματώνεται μέσα στο «λαϊκό κράτος του εθνικισμού», εντός του οποίου δημοψηφίσματα γίνονται για όλα τα «μείζονος σημασίας εθνικά και κοινωνικά θέματα», σύμφωνα με τη Χρυσή Αυγή. Μάλιστα, η τελευταία δηλώνει δια μέσου του αρχηγού της ότι συμφωνεί με τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος που προτάθηκε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και συμπορεύεται με το Όχι στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου. Επίσης, καλεί τους οπαδούς της Χρυσής Αυγής να μετάσχουν στο δημοψήφισμα λέγοντας «όχι στα Μνημόνια των διεθνών τοκογλύφων» που στόχο έχουν «να υποδουλώσουν» τη χώρα και «να βυθίσουν την οικονομία σε ύφεση».

Το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου αποτελεί μια πολιτική ευκαιρία για τη Χρυσή Αυγή, η οποία βλέπει τη δική της προοπτική, μιας Ελλάδας έξω από το Ευρώ και την ΕΕ, να δικαιώνεται. Ήταν το μόνο κόμμα που από το 2012, όταν οικειοποιήθηκε την αντιμνημονιακή ρητορική και ατζέντα εκφράστηκε ανοικτά υπέρ της αποχώρησης της Ελλάδας από την ΕΕ και της επιστροφής στη δραχμή. Σήμερα βλέπει τις θέσεις της να περνούν από το πολιτικό περιθώριο στην κεντρική πολιτική σκηνή και να γίνονται μέρος μιας μισο-φανερής ατζέντας, η οποία υποστηρίζεται από τα κόμματα του κυβερνώντος συνασπισμού.

Σε αυτά ανήκουν και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες (ΑΝΕΛ). Η δική τους θέση για τα δημοψηφίσματα έχει επίσης ενδιαφέρον: παρά τις μαξιμαλιστικές θέσεις υποστήριξης των δημοψηφισματικών διαδικασιών, οι ΑΝΕΛ είναι συγχρόνως υπέρ της ενίσχυσης των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας και υπέρ του περιορισμού εκείνων του πρωθυπουργού και της εθνικής αντιπροσωπείας. Όπως για όλους τους λαϊκιστές, έτσι και γι’ αυτούς, το δημοψήφισμα δεν είναι εργαλείο ενίσχυσης αλλά χειραγώγισης της θέλησης του λαού.

Με αφορμή το δημοψήφισμα της ερχόμενης Κυριακής, έχουν γραφεί και ειπωθεί πολλά όσον αφορά τη συνταγματικότητα σε σχέση με τις διαδικασίες κάτω από τις οποίες αυτό εξαγγέλθηκε, το ερώτημα που τίθεται προς ψήφιση, το έλλειμμα αμεροληψίας του κρατικού μηχανισμού και πολλά άλλα, εξαιρετικά ανησυχητικά. Γι’αυτά μάλιστα έλαβε θέση το Συμβούλιο της Ευρώπης αποφαινόμενο ότι το δημοψήφισμα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν πληροί τις διεθνείς προδιαγραφές διεξαγωγής του. Η επισήμανση αποτελεί κόλαφο για την κυβέρνηση που κάνει, ωστόσο, ότι δεν καταλαβαίνει και αδιαφορεί για το δημοκρατικό κενό στους χειρισμούς της.

Παρότι αυτό συμβαίνει, η ίδια δια του πρωθυπουργού επιχειρεί να πείσει ότι η όλη διαδικασία είναι μια κανονική δημοκρατική διαδικασία, όπως εκείνη επί παραδείγματι που έγινε για την επικύρωση της Ευρωπαϊκής Συνταγματικής Συνθήκης μετά το 2004. Άλλη μια διαστρέβλωση: τα δημοψηφίσματα που έγιναν τότε, διαδικαστικά ήταν άψογα. Όσον αφορά όμως το γιατί διεξήχθησαν, η αλήθεια είναι ότι με εξαίρεση την Ιρλανδία, στην οποία υπήρχε συνταγματική δέσμευση για τη διεξαγωγή του, στις υπόλοιπες χώρες που επικράτησε το Όχι στο Ευρωσύνταγμα, ήταν οι ευρωσκεπτικιστικές και αντιευρωπαϊκές δυνάμεις που επέβαλαν τη διεξαγωγή δημοψηφισμάτων. Αν η κυβέρνηση επικαλούμενη εκείνα τα δημοψηφίσματα ταυτίζεται με τις συγκεκριμένες δυνάμεις που τα προκάλεσαν, τότε ναι, υπάρχει μια λογική στη δική της απόφαση για το δημοψήφισμα της ερχόμενης Κυριακής.

*Η Βασιλική Γεωργιάδου είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια, Πάντειο Παν/μιο

Θέμα επικαιρότητας:
Δημοψήφισμα 2015

Σύνολο: 32 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι