Η ζάλη των τάξεων

Γιάννης Παπαθεοδώρου, dim/art, 26/10/2015

Με αφορμή το διαβαθμισμένο πλέον 13% ΦΠΑ στην ιδιωτική εκπαίδευση, ο Υπουργός Παιδείας κ. Νίκος Φίλης έσπευσε πρόσφατα –και σωστά– να δηλώσει τις προτεραιότητες και τους θεμιτούς στόχους του υπουργείου του: «Στην αναβάθμιση του δημόσιου σχολείου θα κριθούμε», είπε ο Υπουργός. Αν η δήλωσή του σταματούσε εκεί, το άδικο μέτρο θα εξασφάλιζε τουλάχιστον ένα στοιχειώδες άλλοθι για να κρύψει, προσωρινά έστω, τη πρωτοφανή πολιτική γκάφα της κυβέρνησης∙ την επινόηση, δηλαδή, ενός προβληματικού «ισοδύναμου», που δεν ισχύει σε καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα, καθώς είναι θεσμικά κατοχυρωμένη η μηδενική φορολογία στην εκπαίδευση.

Όμως ο κ. Φίλης δεν αρκέστηκε σε αυτή τη δήλωση. Την επένδυσε με προσβλητικά σχόλια για τους γονείς που στέλνουν τα παιδιά τους σε ιδιωτικά σχολεία, μιλώντας για «πενταροδεκάρες» και εύπορους προνομιούχους: «Εδώ ξοδεύουν 7.000 ευρώ το χρόνο για το σχολείο με το 500αρικο θα στριμωχτούνε;» Ήδη ο τρόπος υπολογισμού του ποσού είναι μάλλον ανησυχητικός για τη συριζική αριθμητική των «ισοδυνάμων»: το 13% ΦΠΑ φέρνει αύξηση 910 ευρώ. Ένα χιλιάρικο, δηλαδή, και όχι ένα πεντακοσάρικο. Αλλά ποιος κάθεται να μετρήσει μερικές «πενταροδεκάρες», πάνω στην πάλη των τάξεων και στα κυβερνητικά οδοφράγματα του πραξικοπηματικού Μνημονίου;

Τη σκυτάλη της δικαιολόγησης του μέτρου ανέλαβε εργολαβικά η εφημερίδα Αυγή, με πύρινα άρθρα για την ταξικότητα της εκπαίδευσης και το διαχωρισμό των οικογενειών σε «πλούσιες» και «λαϊκές». Η κορύφωση της «ταξικής ανάλυσης» οδήγησε στο μαρξιστικό κρεσέντο του κ. Μουλόπουλου, που με το άρθρο του στην κυριακάτικη Αυγή (25/10/2015), υπενθύμισε τις βασικές αρχές της αριστερής εκπαιδευτικής πολιτικής. Παραθέτω: «Η Παιδεία αποτελεί προνομιούχο τόπο ιδεολογικής σύγκρουσης. Και οι δύο υπουργοί Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ απείλησαν να ξεριζώσουν την ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού..[…] Η μηδενική φορολόγηση της ιδιωτικής Παιδείας είναι η υπεράσπιση ταξικών συμφερόντων. Είναι η απαξίωση του δημόσιου σχολείου υπέρ του ιδιωτικού». Ο αρθρογράφος τελειώνει το άρθρο του με κάτι κορώνες για την δημοσιογραφική εκμετάλλευση θέματος από τους «τους ντίλερ των εμπόρων της γνώσης», υπονοώντας ότι το νέο τρίπτυχο της ταξικής σύγκρουσης της κυβέρνησης αφορά τα κατεστημένα «μεγάλα συμφέροντα». Με άλλα λόγια: σχολάρχες, καναλάρχες, οι νέοι ολιγάρχες.

Το ενδιαφέρον σε αυτή την ιδιάζουσα ταξική ανάλυση είναι πως ο ΣΥΡΙΖΑ χρησιμοποίησε ως απόλυτο εργαλείο αυτής του διαχωρισμού τα σχολεία των παιδιών μας, σαν να ήταν το απόλυτο «τεκμήριο πλουτισμού» και «κοινωνικής διάκρισης». Τα χρησιμοποίησε μάλιστα για να «περάσει» έναν καινούργιο φόρο, παρ’ όλες τις προεκλογικές δεσμεύσεις αλλά και τις προγραμματικές δηλώσεις του ίδιου του πρωθυπουργού για την απόσυρση του μέτρου. Ας προχωρήσουμε όμως στην ουσία. Σε όλη αυτή την «ταξική» μπαρούφα που ακούγεται, σκόπιμα γίνεται μια νοηματική διολίσθηση ανάμεσα στην ιδιωτική και τη δημόσια εκπαίδευση, έτσι ώστε η πρώτη να μην μπορεί, εξ ορισμού, να εφάπτεται με τη δεύτερη, αφού ανήκει σε ιδιωτικά συμφέροντα, και άρα —από πού προκύπτει άραγε αυτό το «άρα;»— εξυπηρετεί την «εμπορευματοποιημένη γνώση».

Η πρόσφατη «έκθεση ΚΑΝΕΠ-ΓΣΣΕ» ωστόσο υπενθυμίζει μερικά αυτονόητα δεδομένα: «Στο άρθρο 16, παρ. 8 του Συντάγματος γίνεται σαφής αναφορά στην υποχρέωση της πολιτείας να εποπτεύει την εκπαίδευση που παρέχουν ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, καθώς αυτή αποτελεί δημόσιο και κοινωνικό αγαθό. Η φορολόγηση του αγαθού της Παιδείας δεν έχει ιστορικό προηγούμενο και η αντιμετώπιση φορέων εκπαίδευσης ως αμιγών επιχειρήσεων εισάγει σε έναν ευαίσθητο χώρο όρους ασύδοτης αγοράς, με ανυπολόγιστες συνέπειες για το δημόσιο συμφέρον. Οι δαπάνες των νοικοκυριών σε υπηρεσίες ιδιωτικής εκπαίδευσης φθάνουν τα 5,6 δις ευρώ (Έρευνα ΚΑΝΕΠ-ΓΣΕΕ 2014). Το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του θηριώδους αυτού – σε εποχή κρίσης – ποσού δεν θα χρειαζόταν να καταβληθεί, εάν η Πολιτεία εφάρμοζε τα αυτονόητα που ισχύουν σε ολόκληρη την Ε.Ε».

Η ίδια έκθεση περιγράφει τις λεπτομέρειες της «ισοδύναμης» γκάφας: οι εμπνευστές του μέτρου έθεσαν ως στόχο την είσπραξη 300 εκ.€, ενός ποσού που μείωνε την ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών σε βόειο κρέας, αναζητώντας ισοδύναμο στην επιβολή ΦΠΑ 23% στην ιδιωτική εκπαίδευση. Το πρόβλημα όμως είναι ότι η κυβέρνηση μετατρέπει τώρα αυτή τη γκάφα σε ταξική ανάλυση, επιστρατεύοντας μερικά τσιτάτα του Μαρξ για να πείσει ότι ασκεί πολιτική με «αριστερό πρόσημο» — και για να γεφυρώσει βέβαια το χάσμα που άνοιξε στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ η διαδοχή του κ. Φίλη στη θέση του κ. Μπαλτά.

Το μέτρο όμως θα αποτύχει, τόσο στην εισπρακτική του διάσταση όσο και στην κοινωνική του υποδοχή. Ήδη από την Ευρώπη τα μηνύματα είναι αρνητικά, με την κλίμακα να διευρύνει επικίνδυνα τη δημοσιονομική εκδοχή του διλήμματος: ή 0% ή 23% ΦΠΑ. Αν το μέτρο εφαρμοστεί, θα οδηγήσει είτε σε μαζικές απολύσεις εκπαιδευτικών που εργάζονται στην ιδιωτική εκπαίδευση, είτε σε περαιτέρω οικονομική επιβάρυνση της διαλυμένης μεσαίας τάξης στην Ελλάδα. Τα κυριότερο: θα είναι η πρώτη φορά που μια (αριστερή) κυβέρνηση φορολογεί με ακραίο τρόπο το δημόσιο αγαθό της παιδείας, μετατρέποντας το σε εμπορεύσιμο είδος, «ισοδύναμο» με το βόειο κρέας. Υπάρχει τίποτε πιο «ταξικό» από αυτό;

Η Νατάσα Πολονύ, στο ωραίο βιβλίο της Τα χαμένα παιδιά μας, (Πόλις, 2006) μάς προειδοποίησε από νωρίς: «Ο διάλογος για την παιδεία βουλιάζει στις μάχες στα χαρακώματα, τις οποίες κερδίζουν αυτοί που βρίσκονται σε ισχυρότερη θέση, δηλαδή στα ψηλά σκαλιά της ιεραρχίας, στον χώρο του υπουργείου Παιδείας». Αλλά έτσι είναι. Όταν μπερδεύει κανείς την «πάλη των τάξεων» με τα ανύπαρκτα «ισοδύναμα», τότε είναι εύκολο να πιστέψει πως ακόμη και η «ζάλη των τάξεων» μπορεί να είναι το νέο στάδιο του μνημονιακού σοσιαλισμού των ημερών μας.

Θέμα επικαιρότητας:
Νέα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ

Σύνολο: 411 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι