Κεντροαριστερά: Θέλησε να γίνει παράταξη και κινδυνεύει να μείνει μόνο άποψη

Γιώργος Σιακαντάρης, Συνέντευξη στην Αγγ. Σπανού, Freesunday, 24/09/2016

Τι έχουν τα έρμα και ψοφάνε στην Κεντροαριστερά;

Θα μπορούσα να σας απαντήσω πολιτικάντικα και να σας πω ότι το αν ψοφάνε τα έρμα εξαρτάται από την οπτική γωνία του κρίνοντος ή το άλλο περί μισοάδειου και μισογεμάτου ποτηριού και άλλες παρόμοιες κοινοτοπίες, οι οποίες έχουν οδηγήσει τη νέα γενιά των εν δυνάμει κεντροαριστερών στα «πιο βαθιά χασμουρητά». Γιατί τι άλλο από «χασμουρητό» προκαλούν οι απόψεις που υποστηρίζουν ότι χρειάζεται να κατέβουμε στην κοινωνία για να «επικοινωνήσουμε το μήνυμά μας», αντί να ασχοληθούμε με το ίδιο το μήνυμα και την απουσία του, που είναι και ο βασικός λόγος για τον οποίο «ψοφάνε τα έρμα». Αυτό που λείπει από την Κεντροαριστερά είναι το μήνυμα και όχι η «επικοινωνία» του.

Λείπει όμως και κάτι ακόμη. Λόγω των πολιτικών του ΣΥΡΙΖΑ, στην κοινωνία διαμορφώνεται ένα μεγάλο κομμάτι που διευρύνεται συνεχώς και το οποίο δεν θέλει καν να ακούει περί Αριστεράς και Κεντροαριστεράς. Λίγοι όμως συνειδητοποιούν πόσο μεγάλη ζημιά έχει προκαλέσει η πολιτική ΣΥΡΙΖΑ σε όσους ακόμη θέλουν να είναι αριστεροί αλλά και δημοκράτες. Ακόμη όμως κάποιοι από την Κεντροαριστερά συνεχίζουν το βιολί περί «φυσικού» συμμάχου που είναι ο ΣΥΡΙΖΑ. Αν είναι δυνατόν, μετά απ’ όσα συνέβησαν από τον Ιανουάριο του 2015!

Σήμερα στην κοινωνία και ως αντίδραση στον ισοπεδωτικό και ολιστικό λόγο του ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζονται ρεύματα που θεωρούν ότι για την κρίση φταίνε οι «φτωχοί, οι αγράμματοι, οι ανίκανοι» και ότι μόνο οι «ικανοί και οι έχοντες δεξιότητες» αξίζουν. Μέχρι και τον Αριστοτέλη ντύνουν Μίλτον Φρίντμαν στο διαδίκτυο για να διαβαστεί νεοφιλελεύθερα η οικονομική πραγματικότητα. Αν είναι δυνατόν (δις)! Αντί να μελετούμε αυτά τα μηνύματα που αναδεικνύουν δυνατότητες για μια το λιγότερο εικοσαετή κυριαρχία του πραγματικού νεοφιλελευθερισμού, στην Κεντροαριστερά και στο Προοδευτικό Κέντρο ασχολούμαστε με την απαξίωση ο ένας του άλλου.

Τι να σκεφτούν και οι πολίτες που ενδιαφέρονται για την ανασυγκρότηση του ενδιάμεσου χώρου παρακολουθώντας τις αιχμές που ανταλλάσσουν η Γεννηματά και ο Θεοδωράκης;

Δεν μου αρέσει να απαξιώνω ηγέτες κομμάτων, όπως την κα Γεννηματά και τον κ. Θεοδωράκη που αναφέρατε. Σέβομαι και τους δυο και η όποια διαφωνία μου είναι μόνο πολιτική, που σε καμία περίπτωση δεν στοχεύει στη μείωση της προσωπικότητάς τους, ούτε αποσκοπεί στη δίκη προθέσεων. Νομίζω ότι με τον τρόπο του ο καθένας συνέβαλαν στη συγκρότηση της Επιτροπής Διαλόγου που κατέληξε σε συγκεκριμένες προτάσεις.

Ας αποφύγουμε άσκοπους δογματισμούς –ο ίδιος έπεσα σε ανούσιες γενικεύσεις, κυρίως όσον αφορά το Ποτάμι, ένα κόμμα στο οποίο, αν μη τι άλλο, στρατεύτηκαν στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας του τέτοιοι πνευματικοί άνθρωποι όπως ο Νικηφόρος Διαμαντούρος– και ας εμβαθύνουμε στην ουσία και όχι στο φαίνεσθαι των πραγμάτων. Επομένως χρειάζεται να αποδίδονται τα των καισάρων στους καίσαρες και να δούμε πώς πάμε παρακάτω.

Είναι αλήθεια ότι αυτή η αποκαρδιωτική κατάσταση οφείλεται βασικά στην απουσίας μιας χαρισματικής ηγετικής φυσιογνωμίας που θα μπορούσε να τραβήξει μπροστά το κάρο;


Τα πρόσωπα παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ιστορίας, αναμφισβήτητα. Φανταστείτε να μην υπήρχε ένας Ντε Γκολ την εποχή της κυβέρνησης Βισύ. Ή ένας Βίλι Μπραντ την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Διάβασα τις προάλλες στο «Βήμα» το ρεπορτάζ της δημοσιογράφου Δήμητρας Κρουστάλλη για το Επινέ, όπου δημιουργήθηκε το νέο ισχυρό Σοσιαλιστικό Κόμμα. Κατέληγε στο συμπέρασμα ότι παρ’ όλες τις διαφορές, τις φιλοδοξίες, τους μηχανισμούς, τελικά το 1971 σχηματίστηκε ένας ενιαίος σοσιαλιστικός χώρος στη Γαλλία, γιατί εκεί υπήρχε ένας Μιτεράν. Κάτι που δεν υπάρχει εδώ. Αυτό είναι αλήθεια, αλλά όχι ολόκληρη. Γιατί στο Επινέ το πλαίσιο για μια στροφή στον ρεαλισμό το είχαν δώσει οι ευρύτερες θεωρητικές και πρακτικές εξελίξεις στη Γερμανία (συνέδριο του SPD στο Μπαντ Γκόντεσμπεργκ το 1959), οι κυβερνητικές πρακτικές στις σκανδιναβικές χώρες και ο διάλογος για την προσαρμογή αυτών των εξελίξεων στη Γαλλία, ενώ οι Έλληνες (και οι Ευρωπαίοι) «κεντροαριστεροί», παρασυρμένοι από την επικράτηση της παγκοσμιοποίησης, ουσιαστικά παρακολουθούμε άφωνοι την επίθεση κατά του κράτους πρόνοιας και αποδεχόμαστε όλα τα στερεότυπα γι’ αυτό.

Φυσικά και δεν υποστηρίζω ότι σήμερα, μετά την αποδυνάμωση της βιομηχανικής εργατικής τάξης και του έθνους-κράτους ως βασικών εργαλείων της σοσιαλδημοκρατίας, μπορούν όλα να συνεχίσουν όπως τη Χρυσή Τριακονταετία. Κάποιοι μου προσάπτουν κάτι τέτοιο. Θα ήμουν πολύ ανόητος αν υποστήριζα την αναπαραγωγή της μεταπολεμικής σοσιαλδημοκρατίας. Κάτι τέτοιες κατηγορίες κρύβουν άλλες απόψεις. Αυτές που θέλουν να μην υπάρχει καμία σοσιαλδημοκρατία, ούτε παλιά ούτε νέα. Και φυσικά δεν μιλώ εδώ για την άλλη αερολογία, αυτή περί αριστερής σοσιαλδημοκρατίας. Σε αντίθεση με κάποια άλλη, υποτίθεται δεξιά; Αν ανοίξει η συζήτηση γι’ αυτά τα θέματα, ίσως το πρόβλημα της ηγεσίας να λυθεί πιο εύκολα.

Υπάρχει διέξοδος εδώ που έφτασαν τα πράγματα;

Ναι. Ένα μεταβατικό προγραμματικό και εκλογής ηγετικής ομάδας συνέδριο, ένα μεταβατικό συνέδριο ώσμωσης «στη βάση», με αναλογική εκπροσώπηση όλων όσοι ενδιαφέρονται για την ενοποίηση του χώρου. Αυτοί δεν είναι μόνο στα υπάρχοντα κόμματα, όπως είπε πρόσφατα σε συνέντευξή του ο Νίκος Ανδρουλάκης. Χωρίς όμως να κάνει και το επόμενο βήμα. Να «σημαδέψει» τον κοινωνικό χώρο και τα αιτήματά του, πάνω στα οποία θα καλέσουν οι «εντός» τους «εκτός» για να συμμετάσχουν. Εδώ, επίσης, όπως υποστηρίζει ο Σταύρος Θεοδωράκης, θα πρέπει και κάποιοι να αποχωρήσουν από την πρώτη θέση.

Επιπλέον, στο τραπέζι υπάρχει ακόμη η πρόταση της ΔΗΜΑΡ –δεν αποσύρθηκε– για συνέχιση του διαλόγου μέσα από την κοινή συνεδρίαση των κεντρικών οργάνων των κομμάτων και των κινήσεων που συμμετείχαν στην Επιτροπή Διαλόγου μεταξύ Δημοκρατικής Συμπαράταξης και Ποταμιού και φυσικά όποιου ακόμη ήθελε να προσέλθει (π.χ. Κόμμα Δημοκρατών Σοσιαλιστών, άλλες κινήσεις πολιτών). Ίσως θα μπορούσε να συσταθεί και ένας όμιλος συζήτησης και διάδοσης των πορισμάτων της Επιτροπής Διαλόγου.

Αλλά η αήθης και αντιπολιτική ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου του Ποταμιού κατά του προέδρου της ΔΗΜΑΡ Θανάση Θεοχαρόπουλου ( τον κατηγόρησε ότι είναι διορισμένος βουλευτής) με απογοήτευσε. Ήταν μια ανακοίνωση κατά του μόνου πολιτικού κόμματος, της ΔΗΜΑΡ, που μαζί με τις Κινήσεις Πολιτών για τη Σοσιαλδημοκρατία υποστήριξε την εύρεση τρόπων για τη συνέχιση του διαλόγου. Ο πρόεδρος της ΔΗΜΑΡ με τις παρεμβάσεις του, αλλά και ο Θόδωρος Μαργαρίτης ως μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΔΗΜΑΡ και ο Νίκος Διακουλάκης της Συντονιστικής Επιτροπής των Κινήσεων, οι οποίοι συμμετείχαν στη μετά τη «ρήξη» συνάντηση των μελών της Επιτροπής Διαλόγου, ήρθαν σε σύγκρουση με την επιθυμία του εταίρου τους στη Δημοκρατική Συμπαράταξη, του ΠΑΣΟΚ, το οποίο απέκλεισε την πρόταση του Πολιτικού Συμβουλίου του Ποταμιού για συνέχιση του διαλόγου. Αυτή η επίθεση αποδεικνύει ότι κάποιοι μάλλον αναζητούν συμμάχους σε όσους επιθυμούν τη διακοπή του διαλόγου και όχι σε όσους υποστηρίζουν τη συνέχισή του.

Ο Μπαλζάκ έγραφε για την αριστοκρατία: «Θέλησε να γίνει παράταξη και έγινε άποψη». Η Κεντροαριστερά κινδυνεύει να πάθει το ίδιο.

Είναι πραγματικό ή προσχηματικό διακύβευμα η δυνητική μετεκλογική συνεργασία; Πρέπει να απαντηθεί εκ των προτέρων το δίλημμα ΣΥΡΙΖΑ ή ΝΔ;

Δεν ξέρω αν είναι προσχηματικό. Δεν μου αρέσει καμία δίκη προθέσεων. Είναι όμως σίγουρα ένα πολύ λανθασμένο πολιτικά διακύβευμα. Αντί ο χώρος να δηλώσει «παρών» ως πολιτικά αυτόνομος πόλος και να ζητήσει την ισχυροποίησή του, να ζητήσει να γίνει πόλος εξουσίας, διχάζεται για το αν θα συμμαχήσει με τον ένα (ΣΥΡΙΖΑ) ή τον άλλο (ΝΔ) ή για το αν θα πρωτοστατήσει στη δημιουργία κυβέρνησης εθνικής ενότητας με αυτούς που σήμερα απειλούν τα θεμέλια της δημοκρατίας, που είναι η διάκριση των εξουσιών. Τα θέματα κυβερνητικών συνεργασιών δεν μπορούν να τίθενται ως προϋπόθεση για τη συνέχιση ώσμωσης του χώρου, η οποία ώσμωση θα καταλήξει σε προτάσεις για την υπέρβαση των υπαρχόντων σχημάτων.

Θέμα επικαιρότητας:
Αριστερά-κεντροαριστερά

Σύνολο: 401 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι