Πληθωρισμός κερδών
Κώστας Καλλίτσης, Η Καθημερινή της Κυριακής, Δημοσιευμένο: 2026-05-03

Την περασμένη Πέμπτη, η Eurostat δημοσίευσε τα στοιχεία για τον πληθωρισμό στις χώρες της Ευρωζώνης. Δεν ήταν καθόλου καλά: o μέσος πληθωρισμός φαίνεται να αυξάνεται από 2,6% τον Μάρτιο σε 3% τον Απρίλιο, τροφοδοτούμενος από τις επιπτώσεις του παράνομου πολέμου των ΗΠΑ κατά του Ιράν. Αλλά τα πράγματα ήταν ακόμη χειρότερα για την Ελλάδα: H Eurostat εκτιμά ότι ο πληθωρισμός εκτοξεύτηκε τον Απρίλιο στο 4,6% από 3,4% τον Μάρτιο. Για λόγους πληρότητας της εικόνας: τον χαμηλότερο πληθωρισμό είχαν η Φινλανδία (2,3%), η Μάλτα (2,4%), η Ολλανδία και η Γαλλία (2,5%). Η Ελλάδα ήταν στην πεντάδα των ευρωπαϊκών χωρών με τον υψηλότερο πληθωρισμό – με πρώτη τη γειτονική μας Βουλγαρία με 6,2%. Πού οφείλεται αυτή η μεγάλη διαφορά; Τι φταίει;
Μια ματιά στα επίσημα στοιχεία επιτρέπει να γίνει εύκολα κατανοητό τι και γιατί συμβαίνει στα αλήθεια: Στην πενταετία 2020-2025 οι μισθολογικές αμοιβές ανά απασχολούμενο αυξήθηκαν σε πραγματικές τιμές κατά 16,7%. Το ίδιο χρονικό διάστημα η παραγωγικότητα της εργασίας (υπολογισμένη επίσης σε σταθερές τιμές) αυξήθηκε 7,8%. Η διαφορά αυτών των δύο μεταβλητών θα δικαιολογούσε μια μέση αύξηση των τιμών κατά 8,9%. Ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή, ωστόσο, αυξήθηκε κατά 20,9%. Πού οφείλεται η διαφορά των επιπλέον 12 ποσοστιαίων μονάδων; Η απάντηση που προκύπτει (όχι από κάποιους σύνθετους συλλογισμούς αλλά) από αυτά καθαυτά τα επίσημα στοιχεί είναι ευθέως μία: οφείλεται στην αύξηση των κερδών. Με άλλα λόγια, έχουμε πληθωρισμό κερδών.
Φαίνεται ότι οι ανατιμήσεις σε πρώτες ύλες και ενέργεια γίνονται ευκαιρία για διεύρυνση της απόλυτης μάζας, αλλά και των περιθωρίων κέρδους. Κάτι που εν πολλοίς οφείλεται σε αυτό που έγκυροι οργανισμοί οικονομικών μελετών, μεταξύ των οποίων το ΙΟΒΕ, χαρακτηρίζουν ως παθογένεια της εσωτερικής μας αγοράς, στον ασθενή ανταγωνισμό ή, με άλλα λόγια, στην κυριαρχία των καρτέλ σε ευρύτερα τμήματα της εσωτερικής αγοράς. Σε προηγούμενα χρόνια, αυτό το φαινόμενο είχε παρατηρήσει και καυτηρίαζε η Τράπεζα της Ελλάδος.
Ο πληθωρισμός δεν είναι ούτε ένα φυσικό ούτε ένα ουδέτερο φαινόμενο. Αφενός βοηθά στην παραγωγή δημοσιονομικών υπερπλεονασμάτων χάρη στα πληθωριστικά έσοδα από τους υψηλούς συντελεστές ΦΠΑ και από τη μη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας, και να δίνει την ευκαιρία στην κυβέρνηση να διανέμει κάποιες (εκλογικά στοχευμένες) παροχές. Αφετέρου, αναδεικνύεται στον βασικό μηχανισμό αναδιανομής εισοδήματος εις βάρος της μισθωτής εργασίας και υπέρ των κερδών. Ετσι έγινε εφικτό κάτι που θα φάνταζε ακατόρθωτο σε κανονικές συνθήκες – και, μάλιστα, μέσα σε τόσο σύντομο χρόνο, χωρίς καν μαζικές αντιδράσεις: τα εισοδήματα από κέρδη το 2019 ήταν κατά 21,3 δισ. μεγαλύτερα από τα εισοδήματα της εργασίας, και το 2024 έφτασαν να είναι μεγαλύτερα κατά 36,1 δισ. ευρώ, δηλαδή η διαφορά μεγάλωσε 69,5% εις βάρος της εργασίας.
Κάπου εδώ βρίσκεται η απάντηση στην απορία γιατί η κυβέρνηση επιμένει να μην κάνει τίποτα για να αντιμετωπίσει την ακρίβεια. Γιατί κάποιους συμφέρει.
