Ο κορωνοϊός σκεπάζει το προσφυγικό, αλλά ο Ερντογάν είναι εκεί

Κάκη Μπαλή, Αυγή της Κυριακής, 15/03/2020

Για την Ελλάδα, η αγωνία παραμένει μεγάλη, όσο δεν αποκλιμακώνεται η ένταση στον Έβρο. Και μέχρι στιγμής η αλληλεγγύη που ζήτησε και πήρε η ελληνική κυβέρνηση από τους εταίρους της ήταν για την επιχείρηση να κρατήσει τα σύνορα κλειστά - και πέραν τούτου ουδέν

Κάθε μέρα που περνάει, ο κορωνοϊός βάζει τη σφραγίδα του σε όλο και περισσότερους τομείς της πολιτικής. Εμμέσως και της εξωτερικής πολιτικής. Το βράδυ της Παρασκευής, για παράδειγμα, η Τουρκία αποφάσισε να σταματήσει τις πτήσεις από εννέα ευρωπαϊκές χώρες έως τις 17 Απριλίου, για να επιβραδύνει τη μετάδοση του κορωνοϊού. Σ’ αυτές συμπεριλαμβάνονται η Γερμανία και η Γαλλία - και όχι η Ελλάδα.

Μπορεί κανείς να υποθέσει βάσιμα ότι η απαγόρευση πτήσεων δεν πρόκειται να ισχύσει για το προεδρικό αεροπλάνο του Εμανουέλ Μακρόν είτε για το αεροσκάφος της καγκελαρίου Μέρκελ. Ωστόσο, το κλίμα -πραγματικής- έκτακτης ανάγκης που επικρατεί πλέον σε όλο και περισσότερες χώρες θα ήταν μια εξαιρετική δικαιολογία για να μη γίνει την Τρίτη στην Κωνσταντινούπολη η συνάντηση Ερντογάν - Μέρκελ - Μακρόν για μια νέα εκδοχή της συμφωνίας Ε.Ε. - Τουρκίας για το προσφυγικό ή να γίνει απλώς μια τηλεδιάσκεψη.

Άλλωστε, η μόνη επίσημη ενημέρωση που υπάρχει για τη συνάντηση, από την οποία ο Ερντογάν έχει αποκλείσει την Ελλάδα και τη Βουλγαρία, τους φυσικούς κοινοτικούς γείτονες της Τουρκίας, ήταν η δήλωση του Τούρκου Προέδρου ότι έχει καλέσει τους δύο ισχυρούς της Ε.Ε.και τον Βρετανό πρωθυπουργό Μπόρις Τζόνσον, ίσως τον καλύτερο φίλο της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ.

Επιβεβαίωση ότι έχουν αποδεχθεί την πρόσκληση δεν υπήρξε ούτε από το Μέγαρο των Ηλυσίων ούτε από την καγκελαρία - όπως δεν υπήρξε και διάψευση. Κι αυτό, διότι μέχρι πριν από τρεις μέρες το παζάρι με τον Ερντογάν συνεχιζόταν στο παρασκήνιο και κανείς δεν ήθελε να εκτεθεί με μια αποτυχημένη συνάντηση.

Τις τελευταίες μέρες είναι αμφίβολο εάν το μυαλό των Μέρκελ και Μακρόν είναι στο προσφυγικό, καθώς ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αποφάνθηκε το βράδυ της Παρασκευής ότι το επίκεντρο της πανδημίας είναι πλέον η Ευρώπη και προειδοποίησε ότι “κάθε χώρα που πιστεύει ότι θα τη γλιτώσει κάνει θανάσιμο λάθος”.

Η Γαλλία και η Γερμανία προσπαθούν να κερδίσουν τον χαμένο χρόνο - και οι ηγέτες τους ασχολούνται σχεδόν νυχθημερόν με αυτό. Άλλωστε, ο Έβρος απέχει σχεδόν τρεις χιλιάδες χιλιόμετρα από το Παρίσι ή το Βερολίνο - και μέσα στο άγχος για τον κορωνοϊό, για την υγεία του πληθυσμού και για τους κινδύνους που απειλούν την οικονομία, η εργαλειοποίηση των προσφύγων από τον Ερντογάν περνάει σε δεύτερη μοίρα. Κι όσο η Ελλάδα αντέχει να παίζει τον ρόλο της “ασπίδας της Ευρώπης”, όπως σε πολεμικούς τόνους δήλωσε από τον Έβρο η πρόεδρος της Κομισιόν -και πρώην υπουργός Άμυνας της Γερμανίας- Ούρσουλα Φον Ντερ Λάιεν, η αγωνία της κεντρικής Ευρώπης, μήπως αναγκαστεί να δεχθεί ένα δεύτερο προσφυγικό κύμα όπως το 2015, θα είναι περιορισμένη.

Αλληλεγγύη μόνο για τα σύνορα

Για την Ελλάδα, πάντως, η αγωνία παραμένει μεγάλη, όσο δεν αποκλιμακώνεται η ένταση στον Έβρο. Και μέχρι στιγμής η αλληλεγγύη που ζήτησε και πήρε η ελληνική κυβέρνηση από τους εταίρους της ήταν για την επιχείρηση να κρατήσει τα σύνορα κλειστά - και πέραν τούτου ουδέν.

Ακόμη και η χειρονομία της γερμανικής κυβέρνησης, να αναλάβει μια πρωτοβουλία ώστε να μεταφερθούν 1.000 έως 1.500 παιδιά από τα στρατόπεδα προσφύγων των νησιών -μόνο εάν είναι βαριά άρρωστα, κάτω των 14 ετών, κατά προτίμηση κορίτσια κ.λπ.- σε άλλες “πρόθυμες” ευρωπαϊκές χώρες, ήταν περισσότερο από τσιγκούνικη.

Πολλοί δήμοι και κρατίδια μόνο στη Γερμανία ζητούν από μήνες να πάρουν 5.000 ευάλωτα άτομα από τη Μόρια - με τη γερμανική Βουλή να ψηφίζει “όχι”. Μια τέτοια κίνηση θα βοηθούσε να αποσυμφορηθεί κάπως η κατάσταση στα νησιά - αλλά οι εταίροι δεν την κάνουν.

Βέβαια, μπορεί το προσφυγικό να είναι ο -χυδαίος- μοχλός πίεσης που χρησιμοποιεί ο Ερντογάν, αλλά δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα που έχει η Αθήνα με την Άγκυρα.

Οι συνεχιζόμενες υπερπτήσεις τουρκικών μαχητικών στο Αιγαίο, οι πρωτόγνωρες υπερπτήσεις και πάνω από τον Έβρο, η απόπειρα διεμβολισμού σκάφους του Λιμενικού από τουρκική ακταιωρό κλιμακώνουν την ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, ενώ παραμένει σε ισχύ η απειλή από την τουρκική ηγεσία για την αποστολή ερευνητικού σκάφους νοτίως της Κρήτης, στην περιοχή που καλύπτεται από την παράνομη και άκυρη μεν, αναρτημένη στον ΟΗΕ δε, συμφωνία Τουρκίας - Λιβύης για τα θαλάσσια σύνορα. Η χώρα βρίσκεται μονίμως αντιμέτωπη με την προοπτική ενός θερμού επεισοδίου - και το στοίχημα σ’ αυτή τη δύσκολη συγκυρία, που γίνεται ακόμη δυσκολότερη εξαιτίας του κορωνοϊού και των επιπτώσεών του στην εύθραυστη ελληνική οικονομία, είναι το όποιο επεισόδιο να αποτραπεί. Κάτι που δείχνει να μη θέλει ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος έχει δηλώσει ότι δεν θέλει να συναντηθεί με τον Έλληνα πρωθυπουργό.

Επειδή, λέει, η Ελλάδα σκοτώνει πρόσφυγες στα σύνορα και ο πρωθυπουργός της πρέπει πρώτα να διαβάσει την Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Από το στόμα του Ερντογάν τέτοιες αιτιάσεις είναι τουλάχιστον “θρασείς”, όπως δήλωσε και ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ.

“Μιλά παντού για τη χώρα μας με λόγια ακραία”, τόνισε ο Αλέξης Τσίπρας. “Μας συγκρίνει με τους ναζί και προσπαθεί να δημιουργήσει την εικόνα μιας χώρας - εγκληματία, που δεν σέβεται το Διεθνές Δίκαιο. Δεν ξέρω αν το κάνει για να προετοιμάσει την κοινή γνώμη της χώρας του για επιθετικές πράξεις εναντίον της Ελλάδας ή απλώς παζαρεύει κάτι παραπάνω από την ευρωπαϊκή ηγεσία.

Αυτό που ξέρω είναι ότι πάει πολύ η Τουρκία, που κατέχει παράνομα τη βόρεια Κύπρο και τμήμα της Συρίας, που παραβιάζει κατ’ εξακολούθηση το Διεθνές Δίκαιο στην περιοχή, η τουρκική ηγεσία που καθημερινά πραγματοποιεί παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, να παριστάνει από πάνω και τον τιμητή έναντι της Ελλάδας για τα ανθρώπινα δικαιώματα και το Διεθνές Δίκαιο”.

Το θέμα είναι ότι η προσπάθεια που κάνει ο Τούρκος Πρόεδρος να παρουσιάσει την Ελλάδα ως “παραβάτη” στη διεθνή κοινή γνώμη συνεχίζεται - και είναι επικίνδυνη. Το κάνει και ο ίδιος προσωπικά -με την άθλια σύγκριση με τους ναζί και το Ολοκαύτωμα-, το κάνουν συστηματικά και τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης, τα οποία στη συντριπτική πλειονότητά τους ελέγχονται από το Ακσαράι στην Άγκυρα.

Άλλωστε οι διαφωνούντες δημοσιογράφοι στην Τουρκία έχουν την επιλογή μεταξύ φυγής και φυλακής. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα που προσπαθεί να δημιουργήσει η Τουρκία, η Ελλάδα πρέπει από τη μια να αντιπαρατεθεί στα fake news, από την άλλη να φροντίσει να τηρεί απαρέγκλιτα το Διεθνές Δίκαιο. Και να μην αφήνει τίποτε να πέσει κάτω.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι