Οι διατλαντικές σχέσεις και το μέλλον της Δύσης

Joschka Fischer, Τα Νέα, 31/10/2020

Πολλοί Αμερικανοί έχουν ψηφίσει και πολλοί ακόμη θα πάνε στις κάλπες γιʼ αυτό που φαίνεται να είναι το πιο σημαντικό πολιτικό γεγονός αυτής της χρονιάς. Οι αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 2020 είναι μια κρίσιμη στιγμή με κάθε έννοια της λέξης. Και δεν είναι μόνο για την αμερικανική δημοκρατία. Είναι και για τις διατλαντικές σχέσεις αλλά και το μέλλον της Δύσης.

Σε περίπτωση επανεκλογής του Ντόναλντ Τραμπ, έχει κάθε λόγο να πιστέψει κανείς πως οι διατλαντικές θα επιβιώσουν ή πως η Δύση θα μείνει ενωμένη. Θα πρόκειται για μια πραγματική καταστροφή σε μια καταστροφική χρονιά. Ευτυχώς όμως ο αντίπαλος του Τραμπ και υποψήφιος των Δημοκρατικών Τζο Μπάιντεν προηγείται σταθερά στις δημοσκοπήσεις. Κι αυτό σημαίνει πως θα υπάρξει σύντομα μια ευκαιρία επαναφοράς της Δύσης στον ρόλο του γεωπολιτικού παίκτη. Το ερώτημα είναι με τι θα μοιάζουν αυτές οι διατλαντικές σχέσεις στη μετά Τραμπ εποχή. Η επιστροφή στην προ Τραμπ εποχή δεν είναι επιλογή. Αλλαξαν πολλά και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού τα τελευταία χρόνια.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορεί να υπάρξει επιστροφή στο προηγούμενο καθεστώς, όταν η Ευρώπη απολάμβανε μια σχεδόν δωρεάν στρατιωτική ασφάλεια. Ο Τραμπ δεν ήταν ο μοναδικός αμερικανός πρόεδρος που διαμαρτυρόταν πως τα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ δεν συνέβαλλαν με το μερίδιο που έπρεπε στις αμυντικές δαπάνες. Αλλά και οι Ευρωπαίοι, από την πλευρά τους, δεν θα ξεχάσουν σύντομα το σοκ της προεδρίας Τραμπ. Εχουν πλέον καταλάβει πως θα πρέπει να κάνουν περισσότερα με τις δικές τους δυνάμεις τα χρόνια που έρχονται.

Δεν μπορεί να ξεχάσει κανείς πως η «στροφή» των ΗΠΑ στην Ασία (και η απομάκρυνση από την Ευρώπη) άρχισε κατά την προεδρία του Μπαράκ Ομπάμα, όχι του Τραμπ, και πως ο κινητήριος μοχλός δεν ήταν η ιδεολογία αλλά το αντικειμενικό συμφέρον των ΗΠΑ να επιδιώξει έναν ρόλο παγκόσμιας δύναμης αλλά και δύναμης στον Ειρηνικό Ωκεανό. Πράγματι, οι ΗΠΑ άρχισαν να εστιάζουν στην Ασία ήδη από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και εστίασαν ακόμη περισσότερο από τότε που η Κίνα εντάχθηκε στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου και έγινε μια οικονομική, τεχνολογική και στρατιωτική δύναμη. Αυτές οι εξελίξεις μετέφεραν το γεωπολιτικό κέντρο της βαρύτητας από τον Ατλαντικό στον Ειρηνικό.

Αλλά και η Ευρώπη στράφηκε προς την Ασία, όπως μαρτυρά το γεγονός πως ενίσχυσε τους εμπορικούς δεσμούς με την Κίνα. Καθώς όμως η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν είναι παγκόσμιος πολιτικός παίκτης, η αλλαγή αυτή δεν τράβηξε πολύ την προσοχή. Επειτα, η Ευρώπη δεν είναι δύναμη στον Ειρηνικό Ωκεανό. Ετσι έπαιξε τον ρόλο της δυτικής «ουράς» στην Ευρασία.

Ολα αυτά ωστόσο θα αλλάξουν τα επόμενα χρόνια. Η Κίνα θα παραμείνει ένας μείζων στρατηγικός παίκτης. Θα υπερισχύσει η αντιπαλότητα στις σινοαμερικανικές σχέσεις; Το εμπόριο και η συνεργασία; Ή μήπως κάποιο περίπλοκο μείγμα των δύο;

Από την άλλη πλευρά, είναι σαφές πως η ευρωαμερικανική συνεργασία σε αναρίθμητες περιφερειακές συγκρούσεις θα πρέπει να ανανεωθεί. Αυτό όμως δεν είναι εύκολο για την Ευρώπη. Στη Γερμανία, ειδικά, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα πρέπει να συνοδεύσει τα λόγια με πράξεις εάν θέλει να ενισχύσει τη διατλαντική συνεργασία στο θέμα της ασφάλειας και να σταματήσει τη στροφή των ΗΠΑ προς μια εξωτερική πολιτική, χαρακτηριστικό στοιχείο της οποίας θα είναι η απομόνωση.

Με άλλα λόγια, η Ευρώπη πρέπει να γίνει ένας ικανός παγκόσμιος παίκτης αναπτύσσοντας τις απαραίτητες πολιτικές και στρατιωτικές δυνάμεις, τις οποίες και θα πρέπει να εντάξει στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Οι ευρωπαίοι ηγέτες δεν θα πρέπει να έχουν ψευδαισθήσεις. Η μεγαλύτερη εμπλοκή στα θέματα ασφάλειας είναι το τίμημα της επανέναρξης της διατλαντικής συνεργασίας και κάτω από την προεδρία του Τζο Μπάιντεν.

Ο Γιόσκα Φίσερ ήταν αντικαγκελάριος και υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας από το 1998 έως το 2005 και επικεφαλής του κόμματος των Πρασίνων επί σχεδόν μία εικοσαετία

Θέμα επικαιρότητας:
Αμερική

Σύνολο: 49 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι