Ελλάδα - Τουρκία 2022: προς την επίλυση της διένεξης του Αιγαίου

Αλέξης Ηρακλείδης, Τα Νέα, 22/01/2022

Κατά τη «θεωρία της δημοκρατικής ειρήνης», καντιανής προέλευσης, τα δημοκρατικά κράτη και αυτά που σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι φιλειρηνικά ως κράτη, ειδικά στις σχέσεις τους με άλλα δημοκρατικά κράτη. Αντιθέτως, όπως το είχε διατυπώσει ο αρχιστράτηγος και υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, George Marshall: «Οι κυβερνήσεις που συστηματικά παραγνωρίζουν τα δικαιώματα του δικού τους λαού είναι λιγότερο πιθανό να σεβαστούν τα δικαιώματα άλλων λαών, και είναι πιο πιθανό να επιδιώκουν τους στόχους τους με καταναγκασμό και βία». Χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση είναι η Τουρκία του Ερντογάν, από το 2016, που εγκατέλειψε τη θέση Νταβούτογλου «μηδέν προβλήματα με τους γείτονες». Ειδικά για τον Ερντογάν ισχύει η ρήση του λόρδου Ακτον «η εξουσία τείνει να διαφθείρει και η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απολύτως».

Η Τουρκία βρίσκεται σήμερα και στον αστερισμό του εθνικισμού (αγαστή συμμαχία Ερντογάν με Εθνικιστικό Κόμμα Δράσης). Ετσι η σημερινή Τουρκία φαίνεται ότι έχει αποβεί αυτό που πάντα ονειρευόντουσαν οι έλληνες εθνικιστές. Εχει όμως και η Αθήνα ευθύνη γιʼ αυτήν την εξέλιξη, με την κοντόφθαλμη στάση της: (α) με τα απανωτά της βέτο στην ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας μέχρι το 1999 (μέχρι τη Σύνοδο του Ελσίνκι), ακόμη και επί Οζάλ και Γιλμάζ· και (β) με το να σέρνει τα πόδια της στην επίλυση της διένεξης του Αιγαίου, αλλά και του Κυπριακού, ειδικά το 1981-89, το 2004-2009 και από το 2011 και μετά.

Κατά τη γνωστή ρήση, «Ελληνες και Τούρκοι είναι προορισμένοι από τη γεωγραφία να γίνουν κάποτε φίλοι». Ωστόσο ιστορικά μετά από κάθε περίοδο φιλίας, είχαμε επιστροφή στην αντιπαλότητα, όπως πρόσφατα με την ύφεση της περιόδου 1999 - 2011. Αυτό οφείλεται, πάνω απʼ όλα, στη μεταξύ τους ιστορία, σε συνδυασμό με τις ιστορικές τους μνήμες, αληθινές ή φαντασιακές. Και όπως έχει λεχθεί προσφυώς, η γεωγραφία μπορεί να προορίζει δύο γείτονες να γίνουν φίλοι, όμως αν η γεωγραφία συγκρούεται με την ιστορία, δηλαδή με τα εκατέρωθεν εθνικά αφηγήματα, τότε συνήθως η ιστορία υπερισχύει.

Αλλά ας έρθουμε στο σήμερα. Με την έλευση του νέου έτους τίθεται πάλι το αδυσώπητο ερώτημα: πώς Αθήνα και Αγκυρα θα κατορθώσουν να επανέλθουν στην ύφεση του 1999 - 2011; Αυτή τη φορά όμως το καλό κλίμα και οι αυξημένες οικονομικές σχέσεις δεν αρκούν. Χρειάζεται πραγματική προσέγγιση, όπως το 1930-39 και το 1945-53. Και για να γίνει αυτό πρέπει να επιλυθούν όλες οι ελληνοτουρκικές διαφορές (εκτός από το Κυπριακό που παραμένει άλυτο, με ευθύνη τόσο της Αγκυρας όσο και της Λευκωσίας), και κατά κύριο λόγο η διένεξη του Αιγαίου, που φέτος συμπληρώνει 50 χρόνια άλυτη (!), και η πιο πρόσφατη διένεξη της Ανατολικής Μεσογείου. Και στις δύο περιπτώσεις οι αμοιβαία συμφέρουσες λύσεις, χωρίς νικητές-κερδισμένους και ζημιωμένους, λύσεις «θετικού αθροίσματος», είναι πασιφανείς*. Αυτό ισχύει ειδικά για το Αιγαίο που είναι διμερής διαφορά. Η κύρια διαδικασία για ειρηνική επίλυση είναι οι διαπραγματεύσεις (και για την υφαλοκρηπίδα, λόγω πολυπλοκότητας, μάλλον το Διεθνές Δικαστήριο), πρωτίστως στο Αιγαίο, με θάρρος και αυτοπεποίθηση, χωρίς μεσολαβητές ή καλοθελητές.

Για να ξεκινήσει μια τέτοια διαδικασία, σε ευνοϊκό κλίμα, με προοπτικές επίλυσης, από τουρκικής πλευράς πρέπει να καταστεί σαφές ότι: (1) δεν έχει καμία απολύτως αναθεωρητική ατζέντα στο Αιγαίο· (2) το casus belli δεν συνιστά κυριολεκτικά αιτία πολέμου, αλλά τίθεται για λόγους αποτρεπτικούς, για να μην επεκτείνει η Ελλάδα μονομερώς την αιγιαλίτιδα ζώνης της στα 12 μίλια, κάτι που θα συνιστούσε μέγα πλήγμα για τα τουρκικά εθνικά συμφέροντα (ο φόβος της Αγκυρας είναι η Αθήνα να ενδώσει, για ψηφοθηρικούς λόγους, στα κελεύσματα του ελληνικού εθνικιστικού λόμπι)· (3) η πρόσφατη μνεία περί αμφισβήτησης της κυριαρχίας ελληνικών νησιών, λόγω της ελληνικής «παράνομης στρατιωτικοποίησης» νησιών, τίθεται καθαρά για λόγους εντυπωσιασμού και ως μοχλός πίεσης για να επέλθουν διαπραγματεύσεις· και (4) όσο για το ζήτημα των «γκρίζων ζωών», έχει απλώς διαπραγματευτική αξία.

Π αράλληλα, από ελληνικής πλευράς πρέπει να καταστεί σαφές ότι: (1) η Ελλάδα δεν θεωρεί το Αιγαίο «ελληνική θάλασσα»· (2) δεν θα επεκτείνει μονομερώς την αιγιαλίτιδα ζώνη της στο Αιγαίο στα 10 ή 12 μίλια, και η όποια μερική επέκταση θα γίνει κατόπιν συνεννόησης με την Αγκυρα (όπως είχε παραλίγο επιτευχθεί στο τέλος των συνομιλιών του 2003 επί κυβέρνησης Κώστα Σημίτη), ούτε βέβαια θα προβεί σε μονομερή επέκταση της υφαλοκρηπίδας ή της ΑΟΖ (κάτι που άλλωστε είναι προδήλως παράνομο με βάση το διεθνές δίκαιο της θάλασσας)· (3) όταν συμφωνηθεί η μερική επέκταση αυτομάτως θα εναρμονιστεί και ο ελληνικός εθνικός εναέριος χώρος που τώρα καταφανώς αντιβαίνει στο διεθνές δίκαιο (θα έπρεπε να είναι 6 μίλια)· και (4) η Ελλάδα δεν θέλει να «φιμώσει» την Τουρκία, περιορίζοντάς τη μόνο στην αιγιαλίτιδα ζώνη της στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, και προς επίρρωση αυτού να δηλώσει ότι ο αγωγός EastMed (και ή μη εποικοδομητική λογική του) «πάει περίπατο».

Με ένα τέτοιο αμοιβαίο ελληνοτουρκικό understanding, εξυπακούεται, διά της εμπιστευτικής διπλωματικής οδού, και όχι με τυμπανοκρουσίες, θα ανοίξει, επιτέλους, η οδός για μια οριστική και βιώσιμη επίλυση των διαφορών του Αιγαίου. Αξίζει να τονίσουμε ότι η περίμετρος της επίλυσης στις διαφορές του Αιγαίου είναι γνωστή στους επαΐοντες εδώ και 40 ολόκληρα χρόνια, από τις ελληνοτουρκικές διαπραγματεύσεις του 1977 - 1981, επί Κωνσταντίνου Καραμανλή, και επιβεβαιώθηκε πιο πρόσφατα στις συνομιλίες του 2003 και του 2010.

Θέμα επικαιρότητας:
Ελληνοτουρκικά

Σύνολο: 148 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι