Σχετικά με το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ ΑΕ

Ευάγγελος Δ. Παναγιωτουνάκος, iEidiseis, 07/10/2022

Από μία σύντομη μελέτη των υπ’ αρ. 1604/2014, 190/2022 και 191/2022 αποφάσεων της Ολομέλειας του ΣτΕ προκύπτουν τα εξής :

H υπ’ αρ. 1604/2014 απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ έβαλε τέλος στην στόχευση της Κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου να ιδιωτικοποιήσει πλήρως την ΕΥΔΑΠ και να αποξενώσει το Ελληνικό Δημόσιο από κάθε οικονομικό-μετοχικό αλλά και ουσιαστικό δικαίωμα του επί του ζωτικής σημασίας δημόσιου αγαθού του νερού στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής.

Στην απόφαση αρχικά αναλύεται το τότε Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής με το οποίο η τότε Κυβέρνηση είχε δεσμευτεί να πραγματοποιήσει ένα φιλόδοξο πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων ύψους 50 δισεκατομμυρίων ευρώ για την περίοδο 2011 – 2015, άπαντα τα έσοδα του οποίου θα πήγαιναν στην πληρωμή του δημόσιου χρέους της χώρας μας.

Για την ΕΥΔΑΠ προβλεπόταν η μεταβίβαση στο Ταμείο Αξιοποίησης Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ) με σκοπό την ιδιωτικοποίηση, του σύνολο των μετοχών της ΕΥΔΑΠ που είχε στην κυριότητά του το Ελληνικό Δημόσιο, ήτοι ποσοστό (27,297% + 34,033% =) 61,33% με το πρώτο πακέτο του 27,297% να έχει ήδη μεταβιβαστεί.

Ακολούθως, αφού αναλύεται το νομικό καθεστώς που διέπει την ΕΥΔΑΠ συμπεραίνεται μεταξύ άλλων ότι :

α. είναι κοινώς γνωστό ότι η συνεχής και ικανοποιητική από κάθε άποψη παροχή των υπηρεσιών της ΕΥΔΑΠ είναι, κατά κυριολεξία, ζωτικής σημασίας για τους ανθρώπους και όχι απλώς μια παροχή υπηρεσιών κοινής ωφελείας προς αυτούς.

β. Η ΕΥΔΑΠ έχει το αποκλειστικό δικαίωμα παροχής υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής στο οποίο συμπεριλαμβάνονται η μελέτη, κατασκευή, εγκατάσταση, λειτουργία, εκμετάλλευση, διαχείριση, επέκταση και ανανέωση συστημάτων ύδρευσης και αποχέτευσης καθώς και η άντληση, αφαλάτωση, επεξεργασία, αποθήκευση, μεταφορά, διανομή και διαχείριση των προς τους σκοπούς αυτούς αποδιδομένων υδάτων πάσης φύσεως, καθώς και τα έργα και οι δραστηριότητες συλλογής, μεταφοράς, επεξεργασίας, αποθήκευσης και διαχείρισης των πάσης φύσεως λυμάτων (πλην των τοξικών) και η διανομή διάθεση και διαχείριση των προϊόντων των δικτύων αποχετεύσεως.

γ. Χορηγήθηκε στην ΕΥΔΑΠ Α.Ε., εντός της περιοχής όπου ασκεί τη δραστηριότητά της και για χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών, με δυνατότητα παρατάσεως, το αποκλειστικό δικαίωμα της παροχής υπηρεσιών υδρεύσεως και αποχετεύσεως, ως δικαίωμα ανεκχώρητο και αμεταβίβαστο, περαιτέρω δε ορίσθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο και η ΕΥΔΑΠ Α.Ε. συνάπτουν σύμβαση, στην οποία προβλέπονται, μεταξύ άλλων, οι όροι της ανανεώσεως του εν λόγω δικαιώματος και οι λόγοι της ανακλήσεώς του, καθώς και το τίμημα που καταβάλλεται για τη διάθεση ακατέργαστου ύδατος από το Ελληνικό Δημόσιο στην ΕΥΔΑΠ Α.Ε.

Επίσης αναφέρεται ότι προβλέφθηκε κρατική επιχορήγηση του επενδυτικού προγράμματος της ΕΥΔΑΠ Α.Ε., είτε από κοινοτικούς πόρους είτε από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, με παραπομπή στην ως άνω σύμβαση για τον ειδικότερο καθορισμό του επενδυτικού προγράμματος, του ποσοστού και του ανωτάτου ποσού της επιχορηγήσεως.

Το δικαστήριο καταλήγει στη σκέψη:

α) ότι η παροχή υπηρεσιών κοινής ωφελείας (όπως αυτή της ΕΥΔΑΠ) δεν συνιστά δραστηριότητα αναπόσπαστη από τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας και ότι αυτό ισχύει και προκειμένου περί των υπηρεσιών υδρεύσεως και αποχετεύσεως, τις οποίες δύναται να παρέχει μια δημόσια επιχείρηση που λειτουργεί υπό νομικό καθεστώς ιδιωτικού δικαίου ως ανώνυμη εταιρεία.

β) ότι οι υπηρεσίες της ΕΥΔΑΠ Α.Ε. παρέχονται μονοπωλιακώς, σε μεγάλο πληθυσμό διαβιούντα υπό δυσμενείς οικιστικές συνθήκες στον περιορισμένο χώρο της Αττικής, από δίκτυα που είναι μοναδικά στην περιοχή και ανήκουν στα πάγια περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας. Συνίστανται δε οι υπηρεσίες αυτές στην ύδρευση και στην αποχέτευση που είναι αναγκαίες για την υγιεινή διαβίωση και, ιδίως, στην παροχή του πόσιμου ύδατος, φυσικού αγαθού απαραίτητου για την επιβίωση που καθίσταται σπανιότερο συν τω χρόνω. Πλην όμως με τη μεταβίβαση και του υπόλοιπου πακέτου των μετοχών της ΕΥΔΑΠ στο ΤΑΙΠΕΔ και ακολούθως σε ιδιώτες, δηλαδή του 34,033%, έγινε δεκτό ότι το Ελληνικό Δημόσιο χάνει κάθε δικαίωμά του, ότι αυτό παραβιάζει την απαγόρευση που υπήρχε για μη μεταβίβαση σε ιδιώτες άνω του 49% των μετοχών της ΕΥΑΠ που ανήκουν στο Δημόσιο και ότι το τελευταίο θα έχανε όχι μόνο το ιδιοκτησιακό του δικαίωμα αλλά και κάθε έλεγχο λόγω και της μη εκλογής της πλειοψηφίας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας, το οποίο είναι το ανώτατο διοικητικό όργανο της εταιρείας που διαμορφώνει τη στρατηγική και πολιτική της ανάπτυξής της και διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία της. Η δε κατ’ ουσία μετατροπή της δημοσίας επιχειρήσεως σε ιδιωτική, που λειτουργεί με γνώμονα το κέρδος, καθιστά αβέβαιη τη συνέχεια της παροχής προσιτών υπηρεσιών κοινής ωφελείας, και μάλιστα υψηλής ποιότητας και ότι τέτοια αβεβαιότητα είναι κάθετη αντίθετη με το Σύνταγμα και τις διατάξεις περί προστασίας της υγείας και της υποχρέωσης του Κράτους να μεριμνά για την υγεία των πολιτών του.

Συνεπώς το Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων με την οποία θα μεταβιβάζονταν στο ΤΑΙΠΕΔ και οι τελευταίες μετοχές της εταιρείας που είχε στην κυριότητά του το Ελληνικό Δημόσιο καθόσον μάλιστα αφενός βάσει της σχετικής νομοθεσίας τα όποια δικαιώματα μεταβιβάζονταν στο ΤΑΙΠΕΔ δεν γινόταν να αναμεταβιβασθούν στον προηγούμενο κύριο ή δικαιούχο και αφετέρου η μεταβίβαση έγινε χωρίς να έχει παραλλήλως ιδρυθεί «ρυθμιστική αρχή υδάτων» και να έχει διαχωρισθεί το δίκτυο από την παροχή υπηρεσιών σύμφωνα με το Πρόγραμμα Αποκρατικοποιήσεων 2011-2015.

Με τις αποφάσεις υπ’ αρ. 190 και 191 2022 η Ολομέλεια του ΣτΕ προχώρησε ένα βήμα περαιτέρω προς διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου και των πολιτών όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών ύδρευσης, αποχέτευσης και όλων των συναφών δικαιωμάτων στην περιοχή της Αττικής και της Θεσσαλονίκης. Έτσι ακύρωσε τις πράξεις με τις οποίες μεταβιβάστηκε το πλειοψηφικό πακέτο του 50% συν μίας μετοχής του μετοχικού κεφαλαίου που κατείχε το ελληνικό δημόσιο στην ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ προς την Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας ΑΕ [ΕΕΣΥΠ], παρόλο που ο σχετικός νόμος 4389/2016 αναφέρει α) ότι σκοπός της ΕΕΣΥΠ είναι η συλλογική αξιοποίηση των περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου και η αποδοτικότερη διαχείρισή τους για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος και β) ότι η αξιοποίηση των Δημόσιων επιχειρήσεων Κοινής ωφέλειας όπως η ευδαπ και ευαθ δεν περιλαμβάνει την αποξένωση-ιδιωτικοποίηση του Ελληνικού Δημοσίου, ως μοναδικού μετόχου της [ΕΕΣΥΠ], από την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου της ΕΥΔΑΠ ΑΕ και, της ΕΥΑΘ ΑΕ.

Δηλαδή βασιζόμενο στο προηγούμενο σκεπτικό του με την παραπάνω απόφαση, έκρινε ότι οι υπηρεσίες ύδρευσης είναι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας απολύτως ζωτικής σημασίας για τον πληθυσμό της Αττικής και της Θεσσαλονίκης, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που ακόμα και εάν εξασφαλίζονται τόσο τα πλειοψηφικά ιδιοκτησιακά δικαιώματα του Δημοσίου όσο και η εκλογή της πλειοψηφίας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου των επιχειρήσεων αυτών από το κατέχον την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου της Δημόσιο, το τελευταίο δεν επιτρέπεται να επιδιώκει, προεχόντως ή παραλλήλως, οικονομικούς ή άλλους σκοπούς, έστω και υπαγορευόμενους από το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον, όταν οι σκοποί αυτοί ανταγωνίζονται ή θέτουν σε κίνδυνο την αξιούμενη αδιάλειπτη και υψηλής ποιότητας παροχή των, ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης. Έτσι έκρινε ότι το ελληνικό δημόσιο δια της ΕΕΣΥΠ της οποίας είναι ο μόνος μέτοχος, που με τη σειρά της έχει το 50,003 % των μετοχών των εταιρειών ύδρευσης και αποχέτευσης θέτει ακριβώς σε κίνδυνο τις υπηρεσίες αυτές καθόσον η επαγγελματική και επιχειρηματική διαχείριση της περιουσίας της ΕΕΣΥΠ, προς επίτευξη του μέγιστου οικονομικού αποτελέσματος από την εκμετάλλευσή της με ποικίλους τρόπους μπορεί ενδεχομένως να αποβεί εις βάρος της ποιότητας, της καθολικότητας ή της προσιτής τιμής των παρεχομένων υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης και ότι επιπλέον το ελληνικό δημόσιο δεν θα μπορεί λόγω της σχετικής νομοθεσίας να ασκεί έλεγχο επί του Διοικητικού Συμβουλίου της ίδιας της ΕΕΣΥΠ, που με τη σειρά της ορίζει τα μέλη της διοίκησης των εταιρειών ύδρευσης. Δικαιολογεί την απόφασή του γιατί η ΕΕΣΥΠ ΑΕ δημιουργήθηκε προς επίτευξη ειδικού δημοσίου σκοπού, ο οποίος συνίσταται στην διαχείριση και αξιοποίηση, κατά τρόπο επικερδή για την Εταιρεία και με πρόσφορες προς τούτο μεθόδους, των μεταβιβασθέντων σε αυτήν περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου με συγκεκριμένο τρόπο διάθεσης κερδών τόσο για την αποπληρωμή των δανειακών υποχρεώσεων της Ελλάδας όσο και για την υλοποίηση της εν γένει αναπτυξιακής-επενδυτικής πολιτικής του Δημοσίου αλλά και της ίδιας της ΕΕΣΥΠ.

Επομένως, ο ν. 4389/2016, κατά το μέρος που προβλέπει τη μεταβίβαση στην ΕΕΣΥΠ ποσοστού άνω του 50% του μετοχικού κεφαλαίου της δημόσιας επιχείρησης ΕΥΔΑΠ και την ΕΥΑΘ ΑΕ, κρίθηκε ότι αντίκειται πάλι στα άρθρα 5 παρ. 5 και 21 παρ. 3 του Συντάγματος, · τούτο δε ακόμη και υπό την εκδοχή ότι, το ποσοστό που κατέχει η ΕΕΣΥΠ [50% συν μία μετοχή] δεν δύναται να το μεταβιβάσει σε ιδιώτες, δεσμευόμενη σχετικώς από τα κριθέντα με την απόφαση της Ολομελείας ΣτΕ 1906/2014.

Τούτων δοθέντων καθίσταται απολύτως σαφής η υποχρέωση του νομοθέτη για άμεση μεταβίβαση του πλειοψηφικού πακέτου του 50% συν μίας μετοχής του μετοχικού κεφαλαίου της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ Α.Ε. από την Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας ΑΕ προς το Ελληνικό Δημόσιο.

Οιαδήποτε άλλη μεσοβέζικη λύση, όπως λόγου χάρη το δια της πρόσφατης προσθήκης του άρθρου 197Α Ν 4389/2016 αμεταβίβαστο ή ακατάσχετο των μετοχών αυτών, ή η άσκηση δικαιωμάτων ψήφου από το Υπερταμείο στις γενικές συνελεύσεις των εταιρειών αυτών κατόπιν έγκρισης του Ελλ. Δημοσίου ή ακόμα και ο διορισμός μελών διοίκησης των εταιρειών αυτών κατόπιν πάλι έγκρισης του Ελλ.Δημ. έρχεται και πάλι σε ευθεία αντίθεση με τις ως άνω αποφάσεις. Και αυτό γιατί οι υπηρεσίες που παρέχουν οι εταιρείες αυτές είναι τόσο ζωτικές για το κοινωνικό σύνολο ώστε έρχονται σε αντίθεση με τους καταστατικούς σκοπούς του Υπερταμείου, δηλαδή στις περιπτώσεις αυτές δεν επιτρέπεται να επιδιώκεται, προεχόντως ή παραλλήλως, οικονομικός ή άλλος σκοπός, έστω και υπαγορευόμενος από το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον, όταν ο σκοπός αυτός ανταγωνίζεται ή θέτει σε κίνδυνο την αξιούμενη αδιάλειπτη και υψηλής ποιότητας παροχή των, ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο, υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης. Εξαιτίας της υποχρέωσης αυτής και μέχρι να γίνει η παραπάνω μεταβίβαση είναι απαράδεκτη και οιαδήποτε διανομή μερίσματος στους μετόχους.

(Ο Ευάγγελος Δ. Παναγιωτουνάκος είναι Δικηγόρος LL.M)

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι