Χωρίς κοινωνική συνοχή καμία οικονομική πολιτική δεν είναι επιτυχημένη

Δημήτρης Λιάκος, Η Αυγή, 27/11/2022

Σκοπός της οικονομικής πολιτικής, πέραν της επίτευξης των ποσοτικών μακροοικονομικών στόχων, οφείλει να είναι η ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και η δημιουργία προϋποθέσεων για τη βιώσιμη και συμπεριληπτική ανάπτυξη.

Η εξέταση των δεδομένων για το 2022 οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι ρυθμοί μεγέθυνσης και η μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ θα ξεπεράσουν τις αρχικές προσδοκίες. Ωστόσο, όταν το πρίσμα ανάλυσης εστιαστεί στο σκέλος των κοινωνικών δεικτών, το πρόσημο γίνεται αρνητικό. Πρόκειται για μια εξέλιξη που έχει εκκινήσει από το 2021, όπου δείκτες όπως οι ανισότητες και ο κίνδυνος φτώχειας επιδεινώθηκαν, διακόπτοντας την πορεία βελτίωσης που καταγραφόταν την περίοδο 2017-2019.

Αρνητική είναι επίσης η «απόδοση» της ασκούμενης πολιτικής στην αντιμετώπιση των πληθωριστικών πιέσεων αν τη συγκρίνουμε με τους μέσους όρους της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης (ΖτΕ). Σύμφωνα με τις προβλέψεις, το μέσο επίπεδο του πληθωρισμού για το 2022 θα είναι στο 9,9% και το 2023 στο 5%, ενώ σε Ε.Ε. και ΖτΕ αντίστοιχα θα διαμορφωθούν σε 8,3%-7,6% (2022) και 4,6%-4% (2023). Το τελευταίο δίμηνο τα επίπεδα του πληθωρισμού είναι χαμηλότερα συγκρινόμενα με τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους, αλλά ουδείς μπορεί να λησμονεί την κατάσταση του πρώτου εννεαμήνου και κυρίως την τεράστια διαφορά στα όρια των κατώτατων μισθών και την πραγματική αγοραστική δύναμη των εισοδημάτων. Σημειωτέον ότι στο δεύτερο στοιχείο η Ελλάδα κατατάσσεται στην προτελευταία θέση ανάμεσα στις χώρες της Ε.Ε., πριν από τη Βουλγαρία.

Η επανεμφάνιση του πληθωρισμού και η διατήρηση για το σύνολο του έτους σε υψηλά επίπεδα συμβάλλει στην όξυνση των κοινωνικών προβλημάτων, ιδιαίτερα στα μεσαία και τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα. Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του ΙΝΕ της ΓΣΕΕ, οι πραγματικές απώλειες της αγοραστικής δύναμης στα εισοδήματα μεταξύ 751 και 1.100 ευρώ αγγίζουν το 14% και εκτινάσσονται στο 40% για τα χαμηλότερα εισοδήματα. Αυτό συμβαίνει γιατί το ποσοστό του εισοδήματος του φτωχότερου 20% του πληθυσμού που καταναλώνεται για την κάλυψη των αναγκών στέγασης και διατροφής ανέρχεται στο 58,1%, έναντι 36,3% για το πλουσιότερο 20%. Σε όρους διαθέσιμου εισοδήματος, ενώ στους ονομαστικούς όρους καταγράφεται άνοδος της τάξης του 1,7%, σε πραγματικούς όρους παρατηρείται μείωση κατά 9,5% λόγω του υψηλού πληθωρισμού. Όπως παρατέθηκε παραπάνω, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του προϋπολογισμού, ο πληθωρισμός του 2023 προβλέπεται στο 5%, δεδομένο που δείχνει ότι η πίεση επί των πραγματικών εισοδημάτων θα συνεχιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Παράλληλα, η αλλαγή στάσης της ΕΚΤ με την άνοδο των επιτοκίων του ευρώ, που θα συνεχιστεί το προσεχές διάστημα, μεγεθύνει το πρόβλημα, ειδικά στους δανειολήπτες με κυμαινόμενο επιτόκιο, ενώ αυξάνει τους κινδύνους εισόδου της ευρωπαϊκής οικονομίας σε ύφεση. Την ίδια στιγμή, οι πιο «σκληροί» της ΕΚΤ καλούν τις κυβερνήσεις να περιορίσουν τις ενισχύσεις μόνο στα πιο ευάλωτα κοινωνικά στρώματα και να «αντισταθούν» στις διεκδικήσεις των συνδικάτων και των εργαζόμενων του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα για αυξήσεις των μισθών σε επίπεδα ικανά να περιορίσουν τις πραγματικές απώλειες των εισοδημάτων τους. Στο δημοσιονομικό σκέλος, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποχρεώνει τις χώρες-μέλη να μειώσουν τις ενισχύσεις σε φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις, παρά το γεγονός ότι παραμένουν ανοιχτές οι πληγές των αλλεπάλληλων κρίσεων της τελευταίας τριετίας.

Αν μεταφέρουμε τα παραπάνω συνδυαστικά με το ενδεχόμενο ύφεσης της παγκόσμιας οικονομίας, τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και το αυξημένο γεωπολιτικό ρίσκο, στο επίπεδο της πολιτικής δημιουργούνται προϋποθέσεις επανεμφάνισης ακραίων πολιτικών φαινομένων. Για να το κάνουμε πιο σαφές, η απειλή της επιδείνωσης της κοινωνικής συνοχής και περαιτέρω όξυνσης των ανισοτήτων κάθε μορφής αποτελεί το προσφορότερο έδαφος για την άνοδο του συντηρητισμού, του αυταρχισμού, της Ακροδεξιάς. Η πρόκληση για την Αριστερά και το σύνολο των προοδευτικών δυνάμεων είναι μεγάλη και είναι καθήκον τους να ανταποκριθούν με επάρκεια στις απαιτήσεις της πλειονότητας των κοινωνικών στρωμάτων.

Η αντιμετώπιση των κοινωνικών επιπτώσεων προϋποθέτει τη διαμόρφωση ενός πλέγματος πολιτικών με πολλαπλές και παράλληλες στοχεύσεις. Πρακτικά, το θέμα των πληθωριστικών πιέσεων επί των εισοδημάτων δεν περιορίζεται στο κατεπείγον της αναγκαίας σημαντικής αύξησης των μισθών. Η ορθολογική διαχείριση του ιδιωτικού χρέους με παράλληλη προστασία της πρώτης κατοικίας, η μείωση του προβλήματος στέγασης και των αντίστοιχων δαπανών, η ποιοτική αναβάθμιση των κοινωνικών κρατικών υπηρεσιών (Υγεία, φαρμακευτική κάλυψη, ψυχολογική υποστήριξη, Παιδεία, πολιτισμός), η ελάφρυνση της υψηλής έμμεσης φορολογίας (ΦΠΑ, ΕΦΚ) είναι μέρη μιας συνεκτικής πολιτικής αντιμετώπισης των κοινωνικών συνεπειών που επιφέρουν οι πληθωριστικές πιέσεις. Ταυτόχρονα, στη φαρέτρα της Πολιτείας οφείλουν να βρίσκονται η εντατικοποίηση των θεσμικών και ελεγκτικών παρεμβάσεων, οι ενισχύσεις των εισοδημάτων και των επιχειρήσεων, η πολλαπλασιαστική απορρόφηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων και η ενσωμάτωση στο εθνικό σχέδιο του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας των νέων δεδομένων. Επιπρόσθετα, απαιτείται η προώθηση πραγματικών μεταρρυθμίσεων που θα δημιουργούν αφενός αναδιανεμητικούς μηχανισμούς και αφετέρου θα περιορίζουν τα ολιγοπωλιακά φαινόμενα επιμέρους αγορών. Σ’ αυτή την κατεύθυνση κατατείνουν οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., οι οποίες εμπεριέχουν τα στοιχεία της συνεκτικότητας, της συμπληρωματικότητας και της αποτελεσματικότητας.

Η κοινωνική συνοχή είναι απαραίτητο στοιχείο της βιώσιμης ανάπτυξης και της βελτίωσης της ανθεκτικότητας της οικονομίας και χωρίς την επίτευξή της καμία οικονομική πολιτική δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως επιτυχημένη.

Ο Δημήτρης Λιάκος είναι οικονομολόγος, σύμβουλος Στρατηγικής Ινστιτούτου ΕΝΑ, πρώην υφυπουργός

Θέμα επικαιρότητας:
Οικονομία

Σύνολο: 55 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι