Περισυλλογή για την Κύπρο

Μετά τη διεθνή αποδοκιμασία

Κώστας Μπέης, Ελευθεροτυπία, 09/06/2004

Μιλώντας στην Αμερική, ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας επισήμανε: «Τώρα πια δεν περιμένουμε δίκαιη, αλλά λειτουργική λύση». Αυτή η ομολογία της αποτυχίας των ελληνοκυπριακών διπλωματικών χειρισμών, τα τελευταία σαράντα χρόνια, ενεργοποιεί την υποχρέωση ειλικρινούς διαλόγου τουλάχιστον πάνω στ’ ακόλουθα καίρια ερωτήματα:

- Τι σημαίνει «τώρα πια»;

- Γιατί περιμέναμε και εξακολουθούμε να «περιμένουμε», προδήλως από άλλους και δεν διαπραγματευθήκαμε ούτε διαπραγματευόμαστε «τώρα πια» εμείς; Ποιοι εμείς; Οπωσδήποτε όχι ο συναισθηματισμός του ευέξαπτου και ακατόπιστου λαού αλλ’ η υπεύθυνη ηγεσία. Υπεύθυνη ενώπιον τίνος; Ασφαλώς όχι υπεύθυνη ενώπιον κάποιου δικαστηρίου, αλλά τουλάχιστον ενώπιον της Ιστορίας.

- Και τέλος, τι σημαίνει «δίκαιη λύση», και πόσο ρεαλιστική ήταν η προσδοκία της;

Θυμάμαι το μεσημέρι του Δεκαπενταυγούστου του 1974, όταν η επιδρομή και η αδυναμία αναχαίτισης του Δεύτερου Αττίλα ήταν πια ωμή πραγματικότητα, είχε εμφανιστεί ο τότε πρωθυπουργός στην τηλεόραση και είχε ξεκινήσει το μήνυμά του με τη φράση: «Αρετή της δημοκρατίας είναι η ειλικρίνεια».

Οταν, στις μέρες μας, κοινή είναι η παραδοχή ότι η Ιστορία του κυπριακού προβλήματος είναι μια ατέλειωτη αλυσίδα από καίρια λάθη διπλωματικών χειρισμών, με λογική αναγκαιότητα πειθαναγκαζόμαστε να δούμε αυτά τα λάθη, να τα πούμε με τ’ όνομά τους και να συνειδητοποιήσουμε τα όρια των παραπόνων και των προσδοκιών μας στο μέλλον. Αυτή είναι η ειλικρίνεια, που συνιστά την αρετή της δημοκρατίας.

Στον περιορισμένο χώρο της φιλόξενης τούτης στήλης δεν μπορεί παρά μόνον ακροθιγώς ν’ αναφερθούν τα καίρια λάθη της εκλεγμένης ηγεσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενδεχομένως δε και της Ελλάδας:

- Το πρώτο και σημαντικότερο λάθος ήταν κι εξακολουθεί να είναι η παράλειψη της παραδοχής ότι μέσα στους κόλπους τόσο της τουρκικής όσο και της ελληνικής κοινότητας του κυπριακού λαού υπάρχουν ισχυροί θύλακες ικανοί να δυναμιτίζουν συνεχώς κάθε καλοπροαίρετη προσπάθεια για ειρηνική συμβίωση και ισότιμη ανάπτυξη των δύο εθνοτήτων. Θέριεψε ο πόνος, με αίμα και δάκρυα. Κι από τις δύο πλευρές. Πόνος, που δεν επουλώθηκε, ώς τις μέρες μας. Τουλάχιστον στις συνειδήσεις των παλαιοτέρων.

- Το δεύτερο λάθος ήταν και είναι η παράλειψη των απευθείας διαπραγματεύσεων ανάμεσα στις δύο κοινότητες, δίχως την ανάμειξη τρίτων, οι οποίοι -φυσικό είναι- ενδιαφέρονται για τα δικά τους συμφέροντα.

- Τρίτο λάθος, όταν, το 1964, οι ΗΠΑ πρόσφεραν την Ενωση της Κύπρου με την Ελλάδα, με αντάλλαγμα την παραχώρηση μικρής εδαφικής έκτασης στην Τουρκία. Στην Αθήνα ο Μακάριος είχε συμφωνήσει με τον τότε πρωθυπουργό στην αποδοχή της πρότασης. Και πριν αλέκτορα φωνήσαι, επιστρέφοντας στη Λευκωσία, την αποκήρυξε. Επακόλουθο, οι διάσπαρτοι σ’ όλο το νησί μικροί και μεγάλοι ένοπλοι τουρκοκυπριακοί θύλακες.

- Τέταρτο λάθος, τέλος Ιουλίου -αρχές Αυγούστου του 1974, στη Γενεύη απορρίφθηκε η πρόταση της Τουρκίας ν’ αναγνωριστούν τα τετελεσμένα του Πρώτου Αττίλα, δηλαδή μια μικρή περιοχή γύρω από την Κερύνεια και να κλείσει ειρήνη. Αμεσο επακόλουθο, η κατάληψη της μισής περίπου (και οικονομικώς πιο εύρωστης) εδαφικής έκτασης της Κύπρου από τον Δεύτερο Αττίλα.

- Πέμπτο λάθος, ότι επί σαράντα χρόνια βαυκαλιζόμασταν, περιμένοντας τη δίκαιη λύση από τα βρετανικά και αμερικανικά ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, ενώ ήταν κοινώς γνωστό ότι η Τουρκία κατέλαβε όλη αυτή τη μεγάλη έκταση για να έχει διαπραγματευτικά όπλα.

- Εκτο λάθος, η στάση της κυπριακής ηγεσίας στις διαπραγματεύσεις με τον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ. Στάση που καταγγέλθηκε ως δόλια εξαπάτηση. Και δεν καταγγέλθηκε μόνον από τα υπηρεσιακά όργανα του ΟΗΕ, αλλά και από τον υπεύθυνο για τη διεύρυνση επίτροπο της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

- Εβδομο και πιο πρόσφατο λάθος: ότι ενώ διακηρύχθηκε η σταθερή βούληση «δεν παρέλαβα κράτος για να παραδώσω κοινότητα» και με αυτή την ηρωική κραυγή απελπισίας κλήθηκε ο ελληνοκυπριακός λαός ν’ αντιτάξει στο δημοψήφισμα ένα «ηχηρό όχι» και πάλι καμία κίνηση δεν έγινε γι’ απευθείας διαπραγματεύσεις με την άλλη πλευρά, για την οποία, καθώς φαίνεται, κάποια μέρα ο κ. Ταλάτ θα σεμνύνεται ότι παρέλαβε κοινότητα και, δίχως ανταλλάγματα προς τους Ελληνοκυπρίους, την ανέδειξε σε κρατική οντότητα, που χαίρει της συμπάθειας των άλλων πολιτισμένων λαών.

Και τώρα τι θα γίνει; Ασφαλώς θα γίνει εκείνο που μας πρέπει. Εκείνο που ταιριάζει στις ισορροπίες των θεσμικών και εξωθεσμικών εξουσιαστικών δυνάμεων που συνθέτουν την πραγματικότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας, κάτι που δεν φαίνεται να διαφοροποιείται πολύ από εκείνο που συνθέτει την ηρωική διάθεση αλλά και τις αδυναμίες τόλμης του ελληνοκυπριακού λαού. Τίποτε δεν ενθαρρύνει πως αυτοί οι συσχετισμοί έχουν αλλάξει, σε σχέση με τα δρώμενα των τελευταίων σαράντα χρόνων. Καμία ένδειξη δεν υπάρχει πως η οδυνηρή εμπειρία, τώρα πια, μας κατέστησε σοφότερους και λιγότερο ευέξαπτους στην τάση για ρητορικούς ηρωισμούς. Και πώς μεταφράζονται πρακτικώς αυτές οι αοριστολογίες;

Εφόσον ξεκίνησα τον διάλογο, πρέπει να προχωρήσω και στις κατά τη γνώμη μου πρακτικές παραδοχές:

α) Οτι το όραμα της λειτουργικώς βιώσιμης διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, ως ενιαίας Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν είναι ρεαλιστικό. Ομοσπονδία, όπως τη σχεδίασε η λύση Ανάν, δεν τη θέλουν οι Ελληνοκύπριοι. Και ομοσπονδία, με σεβασμό της δημοκρατικής αρχής της πλειοψηφίας, δεν τη θέλουν όλοι οι άλλοι. Ετσι

β) Η φρόνηση θα επέβαλλε την άμεση διαπραγμάτευση για την ειρηνική συνύπαρξη των δύο εθνοτήτων πάνω στο νησί, στους κόλπους δύο διεθνώς αναγνωρισμένων κρατών, όπου πρώτη η ελληνική Κύπρος θα ήταν πρόθυμη γι’ αυτή την αναγνώριση. Με ανταλλάγματα. Βεβαίως υπάρχουν εκείνοι που διατείνονται ότι ήδη είναι αργά για βελούδινο διαζύγιο με αξιόλογα ανταλλάγματα. Ισως. Μολοντούτο θα έπρεπε να δοκιμαστεί, ακόμη και με τη βεβαιότητα του τορπιλισμού της προσπάθειας από τη δολιότητα της βρετανικής διπλωματίας, καθώς θα ενθαρρύνει τους ακραίους και στις δύο αντιμέτωπες περιοχές. Πολύ περισσότερο τώρα, που είναι πια ορατή η ραγδαία αναβάθμιση της Τουρκίας, ως παράγοντα εξελίξεων στο χάος της Μέσης Ανατολής.

Στη δική μου συνείδηση θα ήταν ένας έντιμος και λογικά αποδεκτός απευθείας συμβιβασμός, να τους δώσουμε πρώτοι εμείς τη διεθνή αναγνώριση ως ανεξάρτητου κράτους, καθώς και την αμοιβαία παραίτηση από αξιώσεις για περιουσιακές αποζημιώσεις και σ’ αντάλλαγμα να ζητήσουμε:

* Πρώτον, δραστικό περιορισμό της εδαφικής έκτασης του τουρκοκυπριακού κράτους που θα μέλλει ν’ αναγνωριστεί,

* Δεύτερον, απεριόριστη αμοιβαία ελευθερία εγκατάστασης Ελληνοκυπρίων στον βορρά και Τουρκοκυπρίων στον νότο, δηλαδή εκείνων που δεν διακατέχονται από το σύνδρομο του φυλετικού μίσους και είναι πρόθυμοι για ειρηνική συμβίωση. Και,

* Τρίτον, αμοιβαίο σεβασμό, εκ μέρους των αρχών και του λαού, των μνημείων (ιστορικών τόπων, ναών και τεμενών, καθώς και νεκροταφείων) μ’ ελεύθερη προσκυνηματική πρόσβαση σ’ αυτά.

Με μια τέτοια λύση ο τουρκικός στρατός δεν θα είχε πια ούτε δικαίωμα μήτε πρόφαση εισβολής, που πάντως θα ήταν τότε παράνομη εισβολή σε έδαφος της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Υπάρχει περιθώριο για τέτοιες φρόνιμες σκέψεις; Ομολογώ την αδυναμία μου, πως δεν έχω τέτοια αισιοδοξία. Ομως φίλοι, στων οποίων τη φρόνιμη, όσο και πατριωτική κρίση έχω εμπιστοσύνη, μ’ ενθάρρυναν να καταθέσω τις σκέψεις που εξέθεσα.

Θέμα επικαιρότητας:
Κυπριακό

Σύνολο: 252 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι