Γερμανία: Μια συζήτηση που "ανάβει τα αίματα"...

Κάκη Μπαλλή, Αυγή της Κυριακής, 23/12/2007

Τα αίματα στη Γερμανία έχουν ανάψει αυτές τις μέρες χάρη σε μια συζήτηση που παίρνει όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις. Τι σημαίνει τελικά κοινωνική δικαιοσύνη; Πόσα χρήματα πρέπει να παίρνει ένας εργαζόμενος με πλήρες ωράριο για να ζει αξιοπρεπώς; Με πόσα χρήματα επιτρέπεται να αμείβεται ένας μάνατζερ; Πού είναι τα όρια μεταξύ της επιβράβευσης της απόδοσης και της ύβρης; Πόσο πολύ μπορεί να ανοίξει η ψαλίδα μεταξύ φτωχών και πλουσίων χωρίς να διαλυθεί η κοινωνική συνοχή;

Τα ερωτήματα αυτά τίθενται αυτή την περίοδο όλο και πιο επιτακτικά. Όχι μόνο από την Αριστερά, η οποία έτσι κι αλλιώς έχει υψωμένη τη σημαία της κοινωνικής δικαιοσύνης, ούτε μόνο από τους Σοσιαλδημοκράτες που προσπαθούν να επιστρέψουν στις κοινωνικές ρίζες τους- μήπως και κερδίσουν τις επερχόμενες τοπικές εκλογές- αλλά και από την καγκελάριο Άγκελα Μέρκελ -πρόεδρο του χριστιανοδημοκρατικού κόμματος- και τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, Χορστ Κέλερ, που ήταν προηγουμένως διοικητής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Όταν μέσα στον Δεκέμβριο και μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις η γερμανική κυβέρνηση συνασπισμού αποφάσισε να θεσπίσει υποχρεωτική κατώτατη αμοιβή για τους εργαζόμενους στα ταχυδρομεία -7,5 ευρώ την ώρα- οι αντιδράσεις ήταν διχασμένες. Αριστερά, Σοσιαλδημοκράτες, συνδικάτα, ακόμη και αρκετά στελέχη των Χριστιανοδημοκρατών χειροκρότησαν την απόφαση, με το επιχείρημα ότι πρέπει να σταματήσει η συμπίεση των μισθών- αφού δεν έχει καταφέρει να ρυθμίσει το θέμα η "αγία" αγορά. Οι φιλελεύθεροι όλων των κομμάτων και οι άνθρωποι της αγοράς από την άλλη άρχισαν να κινδυνολογούν, λέγοντας ότι με νομικά κατοχυρωμένο το κατώτατο μεροκάματο οι εταιρείες που θέλουν να μπουν στην αγορά των ταχυδρομείων -που "απελευθερώθηκε" από το κρατικό μονοπώλιο- τελικά θα οπισθοχωρήσουν κι έτσι δεν θα δημιουργηθούν θέσεις εργασίας. Ανάλογα επιχειρήματα είχαν για χρόνια μεγάλη πέραση στη Γερμανία, αλλά φαίνεται ότι τώρα έφτασαν στα όριά τους. Πόσο ακόμη πρέπει να συμπιεστούν τα μεροκάματα; Πώς μπορεί ένας άνθρωπος να δουλεύει οκτάωρο και να μη του φτάνει ο μισθός του για να επιβιώσει; Πόσο χαμηλά πρέπει να πέσει ο πήχης για να είναι ευχαριστημένες οι γερμανικές επιχειρήσεις- και να καταφέρουν να αντεπεξέλθουν στο διεθνή ανταγωνισμό;

Τα αίματα έχουν ανάψει επειδή τα κέρδη των επιχειρήσεων έχουν εκτοξευτεί τα τελευταία χρόνια. Επειδή οι αμοιβές των μεγαλοστελεχών τους έχουν ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Πόσο πιο αποδοτικός είναι ο μάνατζερ μιας εταιρείας ώστε να δικαιολογείται να αμείβεται εκατό, διακόσιες και τριακόσιες φορές περισσότερο από τον κοινό εργαζόμενο της ίδιας εταιρείας; Πώς είναι δυνατόν όλοι αυτοί οι μάνατζερ που πιέζουν τις κυβερνήσεις για περισσότερη ευελιξία στην αγορά εργασίας, που ωρύονται ότι δεν μπορούν να προσλάβουν καινούργιο προσωπικό επειδή είναι τόσο δύσκολο στη συνέχεια να το απολύσουν, να φροντίζουν να υπογράφουν "εξαιρετικά ασφαλή" συμβόλαια για τον εαυτό τους; Με ρήτρες για κάθε περίπτωση, με ασφαλιστικά πακέτα -μαμούθ, με βασιλικές αποζημιώσεις για την περίπτωση που αποτύχουν -ωθώντας χιλιάδες ανθρώπους στην ανεργία. Γιατί τόση "ασφάλεια" και "γενναιοδωρία" για τους μεν και τόση "ευελιξία" και "αμοιβές που καθορίζει η αγορά" για τους δε;

Πώς είναι δυνατόν να είναι "πολλά" και "καταστροφικά για τις θέσεις εργασίας" τα 7,5 ευρώ την ώρα για έναν επιμελή εργαζόμενο- και να είναι αυτονόητες οι αποζημιώσεις δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ σε μάνατζερ που απολύθηκαν επειδή έκαναν επιζήμιες στρατηγικές επιλογές για την επιχείρησή τους;

Μια συζήτηση που είχε "παγώσει" επί είκοσι χρόνια επανέρχεται τώρα δριμύτερη και η πολιτική αρχίζει να αναρωτιέται μεγαλοφώνως μήπως έχει αφήσει ξέφραγο αμπέλι την οικονομία. Μένει να φανεί εάν θα βγάλει και πουθενά...

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι