ΠΑΣΟΚ: το ζήτημα της εμπιστοσύνης

Ανδρέας Πανταζόπουλος, Ελευθεροτυπία, 30/01/2008

Δύο και πλέον μήνες μετά την εκλογή της 11ης Νοεμβρίου, το ΠΑΣΟΚ μοιάζει να επιστρέφει στον εαυτό του, στην κρίση του. Ενα από τα βασικά ερωτήματα που προκύπτουν είναι γιατί αυτή η νίκη του Γ. Παπανδρέου δεν κατόρθωσε μέχρι στιγμής, τουλάχιστον, να κοινωνικοποιηθεί και να πολιτικοποιηθεί, να πιστώσει τον (νέο) πρόεδρο του κόμματος με νέα και ισχυρή νομιμοποίηση. Η εξήγηση που φαίνεται να προκρίνει η σημερινή ηγετική ομάδα του ΠΑΣΟΚ είναι ότι το κόμμα εξακολουθεί να αποτελεί στόχο εξωτερικών συμφερόντων αλλά και εσωτερικών εχθρών. Μοιάζει ως εάν η ηγετική ομάδα του κόμματος να συνεχίζει, στο ίδιο μοτίβο, την εσωκομματική προεκλογική της εκστρατεία των προηγούμενων μηνών, παρακάμπτοντας το πραγματικό, και ιδιαίτερα κρίσιμο για το ΠΑΣΟΚ, γεγονός ότι το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης αδυνατεί μονίμως πλέον να ανακάμψει πολιτικά, να ανακτήσει βαθμιαία τη χαμένη του αξιοπιστία, παρά την εκλογική επίλυση του ηγετικού του προβλήματος.

Σίγουρα, αυτή η αδυναμία πολιτικής ανάκαμψης του ΠΑΣΟΚ θα πρέπει να αναζητηθεί και σε μια εμπεδωμένη πλέον εικόνα, που ένα μεγάλο μέρος πολιτών έχει για το πάλαι ποτέ Κίνημα της Αλλαγής. Το θεωρεί δύναμη του «κατεστημένου», βασικό στοιχείο της πολιτικής κρίσης, ακόμα και μέτοχο μιας παρακμιακής κοινωνικο-πολιτικής κατάστασης, παρά την τετραετή απομάκρυνσή του από την κυβερνητική εξουσία.

Το γεγονός όμως ότι ο «κόσμος» δεν έχει ακόμα ξεχάσει το «κακό» κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ δεν είναι μόνο ζήτημα χρόνου. Πράγματι, ο χρόνος αποτελεί κρίσιμο στοιχείο στην πολιτική, ωστόσο το ζήτημα της λήθης δεν είναι ένα «απλό» πρόβλημα χρόνου. Συναρτάται και με την επίδειξη μιας σταθερά προσανατολισμένης και ισχυρής πολιτικής βούλησης που να αποδεικνύει ότι μπορεί να κερδίζει την εμπιστοσύνη των πολιτών, απωθώντας ταυτόχρονα το όποιο κακό παρελθόν. Αν το μείζον πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ, αλλά και γενικότερα των μεγάλων αντιπροσωπευτικών φορέων του πολιτικού συστήματος, είναι ένα έλλειμμα εμπιστοσύνης ανάμεσα σε αυτούς και την κοινωνία, η άρση αυτού του χάσματος προϋποθέτει μια καθαρτήρια διαδικασία. Και καθαρτήρια, στη συγκεκριμένη περίπτωση, μπορεί να είναι μια διαδικασία που μπορεί να πείσει.

Η πίστη όμως είναι κατεξοχήν θρησκευτικής προέλευσης αξία. Η πολιτική πίστη θα μπορούσε να εκληφθεί ως εκκοσμικευμένη μορφή της. Προϋποθέτει την ύπαρξη μιας ισχυρής βούλησης που να εκπορεύεται από ένα ορατό κέντρο, από έναν ηγέτη αποφασισμένο να θέσει ένα «τέλος» σε μια περιρρέουσα κρίση. Η πολιτική πίστη δεν είναι ζήτημα καλών προθέσεων, καλών τρόπων, ούτε μπορεί να εξαντλείται στην επιθυμία μιας αδιαφοροποίητης συγχώνευσης του ηγέτη με το δυνάμει ακροατήριό του, όπως για παράδειγμα ο ρητορικός έρωτας του Γ. Παπανδρέου με την κοινωνία των πολιτών και τις ΜΚΟ. Η πολιτική πίστη επιβάλλει, ώστε ακόμα και όταν αυτού του τύπου η συγχώνευση καθίσταται επιθυμητή και αναγκαία, να μην καταργεί μιαν αναγκαία απόσταση του ηγέτη, της ηγετικής ομάδας, του πολιτικού κόμματος συνολικά από την υπόλοιπη κοινωνία. Η πολιτική πίστη επιτάσσει να εκδηλώνεται η κυρίαρχη βούληση επέμβασης στη «φορά των πραγμάτων» για την ανατροπή της, άρα προβάλλει από μια θέση ορατής εξωτερικότητας και αυτονομίας, είναι το φανέρωμα της εξουσίας του ηγέτη επί του ακροατηρίου του, την ίδια στιγμή που ο λόγος του μπορεί να κηρύσσει, ας πούμε, ακόμα και τη γενικευμένη κοινωνική αυτο-διεύθυνση!

Επομένως, το βασικό πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ, ακόμα και μετά την 11η Νοεμβρίου, είναι ότι δεν λειτουργεί ως «κέντρο εξουσίας», γιατί ο πρόεδρός του εξακολουθεί να θέλει να ενσαρκώνει ένα «αντι-ηγετικό» πρότυπο. Γι’ αυτό και η 11η Νοεμβρίου έδωσε μια εκλογική και όχι μια πολιτική απάντηση στην κρίση εμπιστοσύνης που αντιμετωπίζει το ΠΑΣΟΚ. Αλλά το συγκεκριμένο αντι-ηγετικό, και εν τέλει αντι-πολιτικό, μοντέλο δεν σχετίζεται (μόνο) με το προσωπικό ταμπεραμέντο του Γ. Παπανδρέου. Εντάσσεται και αρδεύει αποφασιστικά από το μοντέλο της λεγόμενης «συμμετοχικής δημοκρατίας» και της συναφούς με αυτό «προοδευτικής διακυβέρνησης». Πρόκειται για μοντέλα που συνεχίζουν να αποτελούν στρατηγικά σημεία αναφοράς για τον Γ. Παπανδρέου, και που κοινό τους στοιχείο είναι ακριβώς η υποτονική παρουσία της πολιτικής βούλησης, η συμμετοχική, αποκεντρωμένη και διαλογική διάλυση της πολιτικής «απόφασης» μέσα σε ανταγωνιστικές μικρο-εξουσίες, για τις οποίες το ζήτημα της εμπιστοσύνης αποτελεί ατομική υπόθεση, πέρα από κάθε συλλογικό εναλλακτικό σχέδιο στηριγμένο σε κοινωνικές δυνάμεις. Μια τέτοια μικρο-εξουσία είναι και αυτή του λεγόμενου νέου ΠΑΣΟΚ του Γ. Παπανδρέου.

Αυτή η μικρο-εξουσία όμως, μέσα σε συνθήκες σκληρού, απομαγεμένου και κοινότοπου κομματικού ανταγωνισμού, δεν μπορεί παρά να συνοδεύει την υποτονική της παρουσία με την αμφισβήτησή της. Ο,τι η μικρο-εξουσία χάνει οικειοθελώς σε εμπιστοσύνη, της επιστρέφεται ως πλεόνασμα αμφισβήτησης. Η υποχώρηση του ηγέτη-εξουσιαστή αναπληρώνεται από τον έμφοβο μικρο-εξουσιαστή. Ετσι, η διαφημιζόμενη ανεκτικότητά του μπορεί άνετα να μετατρέπεται σε στιγμιαία επίδειξη «πυγμής», ακόμα και σε ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Μια τέτοια εικόνα κομματικού ηγέτη γίνεται μέρος του πολιτικού προβλήματος που θέλει να ξεπεράσει.

*Διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι