Το Κυπριακό ως πηγή δημοκρατικών ελλειμμάτων

Σταύρος Τομπάζος, Αυγή της Κυριακής, 10/02/2008

Το Kυπριακό παρουσιάζεται συχνά ως ένα πρόβλημα δύο διαστάσεων. Πέραν από τη διεθνή του πτυχή, είναι και ένα πρόβλημα ανάμεσα στην ελληνοκυπριακή και την τουρκοκυπριακή κοινότητα. Βέβαια, οι πιο ακραίοι πολιτικοί της εθνικιστικής Δεξιάς στην Κύπρο, ο Τ. Παπαδόπουλος, ο Νίκος Κουτσού και άλλοι, υποβαθμίζουν εντελώς τη δικοινοτική διάσταση του Κυπριακού και τονίζουν μόνο τη διεθνή του διάσταση. Γι’ αυτούς το Κυπριακό ξεκινά το 1974 και είναι θέμα εισβολής και κατοχής, και άρα ένα διεθνές πρόβλημα ανάμεσα στην Κυπριακή Δημοκρατία και την Τουρκία. Ωστόσο, το Κυπριακό πρόβλημα είναι και δικοινοτικό πρόβλημα: τα τελευταία 30 χρόνια, στις συνομιλίες διαπραγματευόμαστε μεταξύ άλλων τις σχέσεις των δύο κοινοτήτων.

Πέραν από αυτές τις δύο φανερές πτυχές του Κυπριακού, υπάρχει και μια τρίτη, κρυφή θα λέγαμε πτυχή. Το Kυπριακό πρόβλημα εμποδίζει τον δημοκρατικό εκσυγχρονισμό της κυπριακής κοινωνίας.

Σε κάθε δημοκρατικό σύνταγμα υπάρχουν πρόνοιες, ούτως ώστε να κατανέμεται η κρατική εξουσία με τρόπο που να αποκλείεται μια διακυβέρνηση απολυταρχικού χαρακτήρα. Στην Κύπρο, λόγω της δικοινοτικής φύσης του συντάγματος της Ζυρίχης, αυτές οι εξουσίες κατανέμονται στις δύο βασικές κοινότητες με τρόπο που καμιά κοινότητα να μην μπορεί να κυβερνά ερήμην της άλλης και παραλείπεται κάθε άλλη μορφή ουσιαστικού περιορισμού της εξουσίας του Ελληνοκύπριου προέδρου και του Τουρκοκύπριου αντιπροέδρου με δικαίωμα βέτο.

Με τα γεγονότα του 1963-64, οι Τουρκοκύπριοι αποσύρονται από τους θεσμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο πρόεδρος της τελευταίας μετατρέπεται αίφνης σε απόλυτο μονάρχη για μια πενταετία. Η προεδρική δημοκρατία μετατρέπεται ντε φάκτο σε προεδρική μοναρχία.

Η τουρκική εισβολή του 1974 και η νέα τραγική τροπή του Κυπριακού δεν διευκόλυναν καθόλου τον πολιτικό εκσυγχρονισμό της κυπριακής κοινωνίας και τον εκδημοκρατισμό των θεσμών. Η ανοικτή πληγή του Κυπριακού επιβάλλει ένα καθεστώς όπου όχι μόνο η αντίθετη άποψη αλλά και η απλή διαφοροποίηση στους χειρισμούς θεωρείται ύποπτη και πολύ συχνά στιγματίζεται ως σύμπλευση με τον εχθρό.

Αυτά τα εγγενή προβλήματα στη δημοκρατική λειτουργία της Κυπριακής Δημοκρατίας εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο ο Τ. Παπαδόπουλος. Η αντιπολίτευση, σύμφωνα με τον τελευταίο, εξέφραζε στα ελληνικά τις τουρκικές θέσεις. Όσοι τόλμησαν να αμφισβητήσουν το "εθνοσωτήριο" επίσημο "Όχι" στο δημοψήφισμα του 2004 χαρακτηρίστηκαν "Νενέκοι", δηλαδή προδότες. Η περίοδος της "περιρρέουσας ατμόσφαιρας" υπήρξε μια περίοδος αναπαραγωγής στην Κύπρο των μακαρθικών μεθόδων. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, οι παπαγάλοι του προεδρικού, οι δημοσιογράφοι της εξουσίας επιδόθηκαν σε ένα ανελέητο κυνήγι μαγισσών για να εξοντώσουν την αντίθετη άποψη και να δολοφονήσουν χαρακτήρες. Τα αποτελέσματα της "περιρρέουσας" είναι και σήμερα απτά. Κανείς δεν μπορεί να συζητήσει πλέον νηφάλια τις πραγματικές πρόνοιες του σχεδίου Ανάν που στη συνείδηση του απλού πολίτη αντικαταστάθηκαν από τις "δαιμονικές" πρόνοιες της φαντασίας του απορριπτικού κατεστημένου. Η λογική συζήτηση αντικαταστάθηκε από ένα εμφύλιο πόλεμο, στον οποίο κυριάρχησε σαν οδοστρωτήρας η πατριωτική βλακεία.

Πέραν όμως από τη κατασυκοφάντηση της αντίθετης άποψης, η ανοικτή πληγή του Κυπρακού έχει και άλλες σοβαρές επιπτώσεις στη δημοκρατική λειτουργία:

|Πρώτον|. Η ιστορία εργαλειοποιείται ούτως ώστε να εξυπηρετεί τις "εθνικές επιδιώξεις" των εθνικών κοινοτήτων. Η μνήμη γίνεται επιλεκτική με αποτέλεσμα να διχοτομείται η ιστορία. Στην Κύπρο έχουμε δύο διαφορετικές "ιστορίες", ανάλογα με την εθνικότητα. Άλλα γεγονότα επιλέγουν να αναδεικνύουν οι Ελληνοκύπριοι και άλλα οι Τουρκοκύπριοι. Η αλήθεια, η οποία είναι πάντα μία και αδιαίρετη, εξαφανίζεται στη δίνη μιας καταθλιπτικής μερικής και επιλεκτικής αμνησίας. Ο ίδιος ο πρόεδρος Παπαδόπουλος δεν δήλωσε ότι από τα γεγονότα του 1963-64 μέχρι αυτά του 1974 δεν υπήρξε ούτε ένας νεκρός Τουρκοκύπριος; Τα γεγονότα της Κοφίνου, το 1967, σε ποια σκοτεινή πλευρά της μνήμης ξεχάστηκε;

|Δεύτερον|. Αυτή η εργαλειοποίηση αντανακλάται στην παιδεία και σε όλο το εκπαιδευτικό σύστημα. Αντί να καλλιεργείται η κριτική σκέψη και η πρωτοβουλία καλλιεργείται η υποταγή και η πειθαρχία.

|Τρίτον|. Η ίδια η γλώσσα λογοκρίνεται. Στο δημόσιο λόγο, απαγορεύεται ρητά η χρήση, π.χ, του γεωγραφικού προσδιορισμού "βόρεια" Κύπρος αντί του όρου "ψευδοκράτους", ακόμη κι όταν η λογική του διαλόγου καθιστά πιο δόκιμο το γεωγραφικό προσδιορισμό. Υποχρεωνόμαστε συχνά να χρησιμοποιούμε εντελώς γελοίες εκφράσεις όπως "ψευδο-λιμάνι", "ψευδο-νοσοκομείο" κ.λπ., με αποτέλεσμα τελικά να εγκλωβιζόμαστε σε μια ψευδο-γλώσσα στερεοτύπων που σκοτώνει τη σκέψη. Και τα σκάνδαλα του "ψευδοκράτους" πως θα τα ονομάσουμε: "ψευδο-σκάνδαλα" μήπως;

Χωρίς να υπονοούμε με κανένα τρόπο ότι στην Κύπρο επικρατεί φασισμός (θα ήταν εντελώς λανθασμένο), αξίζει να αναφερθούμε στην εργασία του Βίκτορ Κλέμπερερ, |H Γλώσσα του 3ου Ράιχ|. Ο Κλέμπερερ δείχνει με εξαίρετο τρόπο πως η κοινωνική οπισθοδρόμηση της ναζιστικής περιόδου συντονίστηκε με μια γλωσσική οπισθοδρόμηση. Η γερμανική γλώσσα αλλάζει δραματικά χάνοντας τους λεπτούς χρωματισμούς της, την πλούσια σύνταξή της, την ακρίβειά της, για να επικρατήσουν κάποια χονδροειδή γλωσσικά στερεότυπα. Όμως η εθνική γλώσσα είναι η σκέψη ενός λαού. Όποιος την περικόπτει ακρωτηριάζει την ίδια τη σκέψη. Μια κοινωνία που χάνει τη λαλιά της δεν μπορεί να αναπτυχθεί. Στην Κύπρο κινδυνεύουμε να καταντήσουμε να μιλούμε τα ελληνικά, όπως τα γκαρσόνια της τουριστικής βιομηχανίας "μιλούν" τις διάφορες γλώσσες της εκάστοτε κυρίαρχης πελατείας.

Ο Καρτέσιος έλεγε ότι δεν υπάρχουν εκ γενετής αυθεντίες, ούτε εκκλησιαστικές ούτε ακαδημαϊκές. Αντιθέτως, "η ορθοφροσύνη είναι η το καλύτερα μοιρασμένο πράγμα στον κόσμο". Σήμερα, τέτοιου είδους δηλώσεις ίσως να θεωρηθούν άνευ σημασίας. Αν όμως τοποθετηθούν στο ιστορικό τους συγκείμενο είναι εξαιρετικά σημαντικές. Τι διεκδικεί ο Καρτέσιος; Διεκδικεί την πνευματική ανάταση της κοινωνίας, η οποία προϋποθέτει την ελεύθερη έρευνα και τον ελεύθερο διάλογο. Ο ερευνητής και ο σκεπτόμενος άνθρωπος γενικότερα έχει δικαίωμα να ερευνά και να σκέφτεται και ως εκ τούτου έχει δικαίωμα ακόμη και να σφάλλει. Το σφάλμα δεν είναι παρά μια στιγμή στη διαδικασία της γνώσης, με τον ίδιο τρόπο που η αλήθεια είναι η διαδικασία αναίρεσης του ψέματος. Η πρόοδος βασίζεται πάνω στο δικαίωμα σφάλματος. Και στο δημόσιο πολιτικό λόγο έχουμε δικαίωμα να κάνουμε σφάλματα και γλωσσικές παραδρομές, που δεν πρέπει να θεωρούνται "εθνικά εγκλήματα", διότι σε αντίθετη περίπτωση εγκλωβιζόμαστε στο μόνο πραγματικό, γλωσσικό έγκλημα: το στερεότυπο που σκοτώνει τη σκέψη.

|Τέταρτο|. Οι υπερεξουσίες του προεδρικού μονάρχη είναι η πηγή της ευνοιοκρατίας. Το ρουσφέτι είναι τυπικά μια εξωθεσμική εξουσία, την οποία όμως ο πρόεδρος ασκεί χωρίς επιπτώσεις κατά τη διάρκεια της θητείας του και, συχνά, σε συνεννόηση με τα πολιτικά κόμματα. Η συναλλαγή καθίσταται έτσι μια ενδημική ασθένεια που εισδύει σε όλους τους πόρους του κοινωνικού σώματος. Το γεγονός ότι τεραστίων διαστάσεων σκάνδαλα στην Κύπρο, όπως αυτό του φυσικού αερίου και της υδροδότησης των γηπέδων γκόλφ, δεν έχουν εμφανείς επιπτώσεις, ενώ σε οποιαδήποτε ανεπτυγμένη κοινοβουλευτική δημοκρατία θα έριχναν την κυβέρνηση, δεν είναι καθόλου άσχετο με την κουλτούρα της συναλλαγής που επικράτησε στην Κύπρο.

|Πέμπτο.| Στις υπερεξουσίες του προεδρικού μονάρχη οφείλεται η ασθενής ανάπτυξη της κοινωνίας των πολιτών. Η "κοινωνία των πολιτών" είναι οι ενδιάμεσοι θεσμοί ανάμεσα στον εξατομικευμένο πολίτη και την εξουσία. Η σημασία τους συνίσταται στην ικανότητά τους να ασκούν αποτελεσματική κριτική στην εξουσία προστατεύοντας τον πολίτη. Τα ΜΜΕ αποτελούν μια βασική συνιστώσα της κοινωνίας των πολιτών. Το τι συμβαίνει στα κρατικά κανάλια και πως παρεμβαίνει εκεί το προεδρικό, το γνωρίζει όλη η Κύπρος. Η εν χορώ κατασυκοφάντηση προσωπικοτήτων από σχεδόν όλα τα κανάλια κατά την περίοδο της "περιρρέουσας ατμόσφαιρας" και από πολλές εφημερίδες, ιδιαίτερα από κάποιες μεγάλης κυκλοφορίας που έλκονται σαν μαγνήτες από την εκάστοτε κυβέρνηση, ακύρωσαν κατά την πρόσφατη περίοδο κάθε κριτική φωνή από το φάσμα των μη κυβερνητικών οργανώσεων.

|Έκτο|. Ο ελληνοκυπριακός εθνικισμός, σε αντίθεση με τον ελληνικό, είναι κρατικοδίαιτος. Δεν βασίζεται σε σοβαρούς ιστορικούς, πολιτικούς επιστήμονες ή κοινωνιολόγους και δεν έχει να επιδείξει στιγμές που η συλλογική μνήμη αξίζει να διατηρήσει. Ως εκ τούτου, βασίζεται πάνω στην αυτοκέφαλη Εκκλησία, η οποία είναι και η μόνη που εξασφαλίζει μια κάποια ιστορική συνέχεια. Η Κυπριακή Δημοκρατία που σε μεγάλο βαθμό κατάντησε να λειτουργεί ως ελληνοκυπριακό κράτος χρειάζεται τα δεκανίκια της εκκλησίας. Γι’ αυτό, ο εκάστοτε αρχιεπίσκοπος, ακόμα και ο νυν που δεν φημίζεται ούτε για τον σεβασμό του στους νόμους ούτε για την πνευματική καλλιέργειά του ούτε για την οξυδέρκειά του, βρίσκεται στο απυρόβλητο. Ο ελληνοκυπριακός εθνικισμός αδυνατεί να εκκοσμικεύσει το κράτος του με αποτέλεσμα να διαιωνίζεται μια άλλη πηγή δημοκρατικών ελλειμμάτων.

Συνεπώς, το Κυπριακό πρόβλημα δεν είναι μόνο θέμα προσφύγων, εποίκων, εγγυήσεων, στρατευμάτων, εδαφών κ.λπ. Είναι και θέμα δημοκρατίας και πολιτικού εκσυγχρονισμού. Η δημοκρατία στην Κύπρο περνά μέσα από την επίλυση του Κυπριακού. Δεδομένου ότι επανεκλογή του νυν προέδρου θα διαιώνιζε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υφιστάμενη ντε φάκτο διχοτόμηση μέχρι να πάρει και κάποια ντε γιούρε μορφή, η εκλογή του Δημήτρη Χριστόφια στις 24 Φεβρουαρίου 2008 είναι επιβεβλημένη για κάθε προοδευτικό άνθρωπο, ανεξάρτητα από την ιεράρχηση που κάνει ο καθένας των τριών πτυχών του Κυπριακού. Το ζητούμενο είναι να απελευθερωθούν όλες αυτές οι προοδευτικές δυνάμεις της Αριστεράς (συμπεριλαμβανομένων και των σοσιαλιστών της ΕΔΕΚ) από το οπισθοδρομικό στρατόπεδο του απορριπτισμού και του συντηρητισμού, διότι είναι κυρίως σ’ αυτές τις δυνάμεις που θα στηριχθεί η επανενωμένη, δημοκρατική Κύπρος.

|Ο Σταύρος Τομπάζος διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Κύπρου|

Θέμα επικαιρότητας:
Κυπριακό

Σύνολο: 252 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι