Κατά μέσο όρο δεν είμαστε φτωχοί

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 17/02/2008

Το 2006 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα είχε φθάσει στο 98% των 27 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνολικά. Μαζί με την Ισπανία (105%) και την Ιταλία (103%) βρισκόμασταν έτσι στο μέσο επίπεδο μιας Ένωσης με τεράστιες εισοδηματικές διαφορές: από το 37% της Βουλγαρίας ως το 280% του Λουξεμβούργου. Μια νέα δημοσίευση της Eurostat επιχειρεί μια καλύτερη προσέγγιση του βιοτικού επιπέδου, συγκρίνοντας την πραγματική ατομική κατανάλωση και το γενικό επίπεδο των τιμών. Εκεί η χώρα μας έρχεται λίγο καλύτερα, εμφανίζοντας μάλιστα το χαμηλότερο επίπεδο τιμών μεταξύ των 15 παλαιών χωρών μελών.

Η πραγματική ατομική κατανάλωση περιλαμβάνει τη δαπάνη για τα αγαθά και τις υπηρεσίες που αγοράζουν τα νοικοκυριά, αλλά και τις υπηρεσίες που προμηθεύονται ατομικά από το δημόσιο και άλλους κοινωφελείς οργανισμούς, στην υγεία και την παιδεία ιδίως. Το ΑΕΠ και η πραγματική ατομική κατανάλωση (ΠΑΚ) κατά κεφαλήν υπολογίζονται από την Eurostat σε μονάδες σταθμισμένης αγοραστικής δύναμης (ΜΣΑΔ) ώστε να είναι συγκρίσιμες. Οι δύο δείκτες, που για την Ε.Ε. των 27 συνολικά ορίζονται ως 100, δείχνουν σημαντικό βαθμό συσχέτισης, καθώς η ΠΑΚ αντιπροσωπεύει το 67% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο. Παρουσιάζουν όμως και διαφορές, καθώς, έναντι του μέσου επιπέδου, σε πολλές από τις πλουσιότερες χώρες (άν και όχι σε όλες) η ατομική κατανάλωση τείνει να είναι συγκριτικά χαμηλότερη, σε μερικές φτωχότερες συγκριτικά υψηλότερη από το κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Έτσι, όπως απεικονίζονται με το δείκτη ΠΑΚ, της πραγματικής ατομικής κατανάλωσης, οι μεγάλες ενδοευρωπαϊκές ανισότητες περιορίζονται κάπως. Το χάσμα ανάμεσα στα δύο άκρα, το Λουξεμβούργο και τη Βουλγαρία, από 280:37, που έδειχνε το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, γίνεται 175:40.

Στην κατανάλωση περιορίζονται οι ανισότητες

Στην Ελλάδα ο δείκτης της ΠΑΚ παρακολουθεί την άνοδο του κατά κεφαλήν ΑΕΠ την περίοδο 2004-2006 και είναι κατά μία μονάδα υψηλότερος. Αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, εφόσον γνωρίζουμε ότι τα τελευταία χρόνια η ιδιωτική κατανάλωση κατά κύριο λόγο ωθεί την οικονομική μεγέθυνση. Δεν συμβαίνει το ίδιο στην Ισπανία, οπότε η διαφορά που βλέπαμε ανάμεσα στις δύο χώρες στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ εξαλείφεται: 99 η Ελλάδα, 100 η Ισπανία το 2006 (από 98 και 105 αντίστοιχα στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ). Στην Ιταλία, που την ίδια περίοδο δοκιμαζόταν από οικονομική στασιμότητα, με αποτέλεσμα στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ να υποχωρεί έναντι του μέσου επιπέδου, η πραγματική ατομική κατανάλωση να διατηρείται πιο σταθερή: 102 το 2006.

Αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι απέναντι στις τρεις νότιες χώρες που τοποθετούνται στο μέσο ευρωπαϊκό επίπεδο (Ισπανία, Ιταλία και Ελλάδα), οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες που είναι σημαντικά πλουσιότερες με το δείκτη του κατα κεφαλήν ΑΕΠ στην πραγματική ατομική κατανάλωση έρχονται πιο κοντά. Αφήνοντας κατά μέρος το Λουξεμβούργο (ειδική περίπτωση λόγω του μεγάλου αριθμού των διασυνοριακών εργαζομένων που αλλοιώνουν τις στατιστικές διότι συνεισφέρουν στο ΑΕΠ χωρίς να καταμετρώνται στον πληθυσμό), πιο εντυπωσιακό είναι το παράδειγμα της Ιρλανδίας, με δείκτη 146 στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ, αλλά μόλις 111 στην ατομική κατανάλωση. Η Δανία 126 και 114 αντίστοιχα, η Σουηδία 125 και 116, το Βέλγιο 120 και 112, η Φινλανδία 117 και 105, κ.ά. Μοναδική εξαίρεση μεταξύ των πλουσιότερων χωρών αποτελεί η Βρετανία (Ηνωμένο Βασίλειο) που στην ατομική κατανάλωση μεγαλώνει την απόστασή της από το μέσο επίπεδο: 131, ενώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της βρίσκεται στο 118.

Η στατιστική διαφοροποίηση ανάμεσα στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ και την ατομική κατανάλωση παρουσιάζει ενδιαφέρον, διότι ενδεχομένως υποδηλώνει σημαντικές διαφορές μεταξύ των χωρών στα συλλογικά αγαθά, που δεν συλλαμβάνονται σ’ αυτές τις στατιστικές. Όπως τη μετρά η Eurostat, η ατομική κατανάλωση περιλαμβάνει και τις ατομικές υπηρεσίες υγείας και παιδείας που παρέχονται από το δημόσιο, όχι όμως το περιβάλλον στις πόλεις και στην ύπαιθρο, φυσικό και πολιτισμικό, την ασφάλεια, την ύπαρξη καλών δημόσιων συγκοινωνιών και καλών κυκλοφοριακών ρυθμίσεων, μια σειρά από δείκτες για την ποιότητα ζωής που, αν συνυπολλογίζονταν, οπωσδήποτε θα διεύρυναν και πάλι την απόσταση που μας χωρίζει από τις σκανδιναβικές χώρες π.χ.

Φθηνότεροι από όσο νομίζουμε

Έκπληξη για μας στην Ελλάδα, που συχνά βομβαρδιζόμαστε με πληροφορίες για τις τιμές του καφέ, ή και του παστεριωμένου γάλακτος εδώ σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, είναι και η καταγραφή του γενικού επιπέδου των τιμών για την ατομική κατανάλωση στο 86 το 2006, με 100 για την Ε.Ε. των 27. Ακόμα και η πολύ φτωχότερη Πορτογαλία (75 κατά κεφαλήν ΑΕΠ, 79 ατομική κατανάλωση) εμφανίζει κατά μια μονάδα υψηλότερο επίπεδο τιμών, 87. Η Κύπρος έχει 89, η Ισπανία 91, η Γερμανία 105, η Ιταλία 106, η Γαλλία 107, η Βρετανία 113, η Φινλανδία 122, η Ιρλανδία 126, και στην κορυφή όλων η Δανία 142. Από την άλλη πλευρά οι περισσότερες φτωχές χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης έχουν γενικό επίπεδο τιμών 50 ή λίγο παραπάνω, η Βουλγαρία μάλιστα 38. Σε μας, βέβαια, όπως και στις φτωχότερες χώρες, η τάση των τιμών είναι ανοδική, ενώ στις περισσότερες από τις πλούσιες χώρες σχετικά υποχωρεί.

Η στατιστική καταγραφή της Ελλάδας στο μέσο ευρωπαϊκό επίπεδο πλέον ως προς την πραγματική ατομική κατανάλωση και με συνεχή ανοδική τάση δείχνει την ανάγκη για έναν αναπροσανατολισμό: για να δοθεί μεγαλύτερη προτεραιότητα στα υποβαθμισμένα συλλογικά αγαθά, και για να αντιμετωπισθούν οι ακραία μεγάλες στο εσωτερικό της χώρας εισοδηματικές ανισότητες.

Θέμα επικαιρότητας:
Δημόσια Διοίκηση-Αυτοδιοίκηση

Σύνολο: 51 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι