Ανάμεσα στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και τις Καινοτόμες Επιχειρήσεις

Ευαγγελία Λιβανίου, Αυγή, 26/02/2008

Η συζήτηση στη Βουλή του νομοσχεδίου "περί θεσμικού πλαισίου έρευνας και τεχνολογίας" έφερε στο προσκήνιο, ανάμεσα σε άλλα, το ζήτημα της διασύνδεσης των Ερευνητικών Κέντρων με τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, αλλά και με τον ιδιωτικό τομέα -και ιδιαίτερα με τις ιδιωτικές "καινοτόμες επιχειρήσεις". Η διασύνδεση αυτή και οι όροι της αποτελούν ένα ακόμη στοίχημα για την ελληνική κοινωνία, εάν υποτεθεί ότι είναι δεδομένη και κοινή η επιθυμία για ένταξή μας στις σύγχρονες "κοινωνίες της γνώσης", που εκ προοιμίου βασίζουν τις προσπάθειες για ευημερία των πολιτών τους στο τρίπτυχο "Παιδεία-Έρευνα-Ανάπτυξη".

Σήμερα, είκοσι πέντε σχεδόν χρόνια μετά την ψήφιση του πρώτου νομοθετικού πλαισίου για την Έρευνα και την Τεχνολογία (ν. 1514/85), ο ερευνητικός χάρτης της χώρας απαρτίζεται, κυρίως, από:

- τα Ερευνητικά Κέντρα, που λειτουργούν είτε ως ΝΠΔΔ (όπως π.χ. το Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών "Δημόκριτος"), είτε ως ΝΠΙΔ (όπως π.χ. το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών) και είναι μη αυτοδιοικούμενοι οργανισμοί υπαγόμενοι στο υπουργείο Ανάπτυξης -ειδικότερα στη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ).

- τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, που είναι αυτοδιοικούμενοι οργανισμοί υπαγόμενοι στο υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.

Επιπλέον, ερευνητικά ινστιτούτα και εργαστήρια βρίσκονται εγκατεσπαρμένα σε διάφορα άλλα υπουργεία, όπως π.χ. το υπουργείο Υγείας, το υπουργείο Εθνικής Άμυνας, κ.λπ. Ακόμη, σε ορισμένες ιδιωτικές επιχειρήσεις υπάρχουν τμήματα έρευνας και ανάπτυξης.

Το καθεστώς που διέπει τις συνθήκες και τους όρους διεξαγωγής (και αποτίμησης) της έρευνας στους παραπάνω χώρους δεν υπήρξε ποτέ ενιαίο. Ο ν. 1514/85, και στη συνέχεια ο ν. 2919/01, για παράδειγμα, αναφέρονται μόνον στα υπαγόμενα στη ΓΓΕΤ Ερευνητικά Κέντρα και Ινστιτούτα. (Ειρήσθω εν παρόδω ότι τα ίδια αυτά Ερευνητικά Κέντρα είναι οι μοναδικοί εν Ελλάδι οργανισμοί που υπόκεινται σε εξωτερική αξιολόγηση από διεθνείς ακαδημαϊκές επιτροπές ανά τακτά χρονικά διαστήματα -και έχουν ήδη αξιολογηθεί τρεις φορές κατά την τελευταία δεκαπενταετία, με όλα τα αναμενόμενα κενά και τις ελλείψεις στις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν). Ακόμη, παρόλο που τόσο οι Ερευνητές των υπαγόμενων στη ΓΓΕΤ Ερευνητικών Κέντρων όσο και τα μέλη ΔΕΠ των ΑΕΙ επιλέγονται, κρίνονται και προάγονται με αυστηρά ακαδημαϊκά κριτήρια, για την Πολιτεία είναι εκ προοιμίου διαφορετικοί, όντας οι μεν πρώτοι κρατικοί υπάλληλοι (οι οποίοι, π.χ., καλούνται να επιλέξουν ωράριο, μεταξύ 7:30 - 15:00 ή 9:00 - 16:30, ως εάν η ερευνητική διαδικασία υπόκειτο σε τέτοιου είδους "χρονοδιατάγματα"...), οι δε δεύτεροι δημόσιοι λειτουργοί, με όσους βαθμούς (ουσιώδους και απαραίτητης) ελευθερίας αυτό συνεπάγεται. Εάν συμφωνούμε ότι η θέσπιση ενός ενιαίου νομοθετικού πλαισίου για την Έρευνα και την Τεχνολογία, ενός νέου "καταστατικού χάρτη" που θα οριοθετεί και θα ρυθμίζει τα τεκταινόμενα σε ένα ενιαίο, εθνικό χώρο έρευνας, είναι το ζητούμενο, τότε το υπό συζήτηση νομοσχέδιο δεν πετυχαίνει το στόχο του -αφού, παρ’ όλη τη σύσταση πολυδαίδαλων επιτροπών χάραξης "εθνικής ερευνητικής πολιτικής", δεν προβλέπει ρεαλιστικούς μηχανισμούς και κυρίως πόρους για την υλοποίησή της (ούτε δεσμεύεται σχετικά), ενώ εξακολουθεί να αναφέρεται, τουλάχιστον κατά κύριο λόγο, στα υπαγόμενα στο ΥΠΑΝ Ερευνητικά Κέντρα και Ινστιτούτα και δη στα της διοίκησής τους. Ακόμη περισσότερο, το νομοσχέδιο αδυνατεί (ή, δεν το επιθυμεί) να προχωρήσει στη θεσμοθέτηση ενός ενιαίου χώρου Παιδείας - Έρευνας, με τη θέσπιση συγκεκριμένων διαύλων επικοινωνίας μεταξύ Ανώτατων Ερευνητικών Ιδρυμάτων και Ερευνητικών Κέντρων. Προνομιακό πεδίο μιας τέτοιας επικοινωνίας θα ήταν η θέσπιση κοινών μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών -και θα ήταν ατόπημα (πιθανότατα οφειλόμενο στην άσκηση συντεχνιακών πιέσεων) εάν στο αναμενόμενο νομοσχέδιο περί μεταπτυχιακών σπουδών δεν κληθούν να καταθέσουν την πολυετή εμπειρία τους Ερευνητικά Κέντρα, όπως το ΕΚΕΦΕ "Δημόκριτος", που με την παρουσία του επιστημονικού του δυναμικού σφράγισε τις πρώτες δειλές προσπάθειες της χώρας να οργανώσει ολοκληρωμένα μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών στις φυσικές επιστήμες και εξακολουθεί από τότε έως σήμερα να παράγει πλούσιο εκπαιδευτικό έργο. Από την πλευρά της σύγχρονης αριστεράς, το θεμελιώδες ζήτημα είναι η διασφάλιση των αποτελεσμάτων της ερευνητικής διαδικασίας ως δημόσιου αγαθού, στο οποίο οι κοινωνίες και οι πολίτες θα έχουν απρόσκοπτη πρόσβαση. Η θεσμοθέτηση ενιαίου χώρου Παιδείας - Έρευνας που θα εξασφάλιζε τη λειτουργία Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και Ερευνητικών Κέντρων δημόσιου χαρακτήρα, με όρους και σε συνθήκες επιστημονικής αριστείας, αποτελεί ίσως τη μόνη εγγύηση για τη διασφάλιση αυτή. Θα ήθελα να επιμείνω στο ότι και οι δύο όροι πρέπει να θεωρούνται απαραίτητοι, υπό την έννοια του ότι η έλλειψη του ενός αναιρεί αυτόματα την ύπαρξη του άλλου: ο δημόσιος χαρακτήρας παραμένει κενό γράμμα όταν συνοδεύει έναν επιστημονικά απαξιωμένο Οργανισμό. Τα περί δημόσιου χαρακτήρα και, ταυτόχρονα, τα περί εξασφάλισης όρων και συνθηκών επιστημονικής Αριστείας θα πρέπει να μας απασχολήσουν, ως σύγχρονη αριστερά, και κατά την επικείμενη συζήτηση των νομοσχεδίων περί Ανώτατης Εκπαίδευσης και περί Μεταπτυχιακών Σπουδών.

Η διασύνδεση των Ερευνητικών Κέντρων με τις Ιδιωτικές Καινοτόμες Επιχειρήσεις επιχειρήθηκε να γίνει, σε θεσμικό επίπεδο, για πρώτη φορά με το ν. 2919/01, επί υπουργίας (επί των Οικονομικών) του κ. Χριστοδουλάκη. Το εγχείρημα αυτό ήταν εξ αρχής προβληματικό, αφού μέσω αυτού τα Ερευνητικά Κέντρα κλήθηκαν ουσιαστικά να υποκαταστήσουν την, έως και ανύπαρκτη, ερευνητική συνιστώσα των ελληνικών ιδιωτικών επιχειρήσεων, κυρίως μέσω της δημιουργίας εταιρειών-τεχνοβλαστών (spin-off). Με δυο λόγια: επειδή δεν υπήρχαν (ή υπήρχαν ελάχιστες) ιδιωτικές καινοτόμες επιχειρήσεις στον ελληνικό χώρο, ώστε να διασυνδεθούν με τα Ερευνητικά Κέντρα, τα τελευταία όφειλαν, αρχικά, να τις δημιουργήσουν... Οι προσπάθειες αυτές των κυβερνήσεων Σημίτη είχαν αρκετές "παράπλευρες απώλειες", όπως η ελλιπέστατη χρηματοδότηση έργων βασικής έρευνας. Μια άλλη "παράπλευρη απώλεια" ήταν -και εξακολουθεί να παραμένει- ο κίνδυνος να "βαφτιστεί" καινοτόμος επιχείρηση και να λειτουργήσει ως προσοδοφόρος ιδιωτική, μια επιχείρηση απλής παροχής υπηρεσιών -και μάλιστα με δημόσιο εξοπλισμό, δημόσια τεχνογνωσία και σε δημόσιες εγκαταστάσεις... (Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι ζούμε σε εποχές που "νοσούν τα πρόσωπα και, μαζί τους, νοσούν και οι θεσμοί"...). Η μεγαλύτερη "παράπλευρη απώλεια", ωστόσο, του ν. 2919/01 -την οποία το υπό συζήτηση νομοσχέδιο ουδόλως αντιστρατεύεται- είναι η πιθανή τερατογένεση περίεργων "υβριδίων" δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, αφού ελλοχεύει ο κίνδυνος τα Διοικητικά Συμβούλια των Εθνικών Ερευνητικών Κέντρων να απαρτίζονται από μέλη-διευθυντές Ινστιτούτων που είναι παράλληλα ιδρυτές, ιδιοκτήτες ή μέτοχοι ποικίλων Ιδιωτικών Εταιρειών, όχι απαραίτητα "καινοτόμων", με πιθανόν αντικρουόμενα μεταξύ τους οικονομικά συμφέροντα -και, ακόμη πιθανότερο, συμφέροντα αντικρουόμενα με τα οφέλη του Δημόσιου Ερευνητικού Κέντρου, το οποίο έχουν, παράλληλα, ταχθεί να διοικούν και να προασπίζουν. Η λύση στη διαφαινόμενη αυτή επιπλοκή είναι μία και μόνον: Οι μεν εταιρείες-τεχνοβλαστοί, πέρα από το αυτονόητο του να είναι όντως καινοτόμες, πρέπει να απογαλακτίζονται το ταχύτερο δυνατό από τα ερευνητικό εργαστήριο, στο οποίο κυοφορήθηκαν - τα δε Εθνικά Ερευνητικά Κέντρα πρέπει να διοικούνται από διευθυντές Ινστιτούτων, που έχουν επιλέξει να είναι δημόσιοι λειτουργοί "πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης". Στις παρούσες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, η συνεργασία μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα με στόχο την ανάπτυξη της χώρας και την εξ αυτής ευημερία των πολιτών της βεβαίως και δεν αποτελεί έγκλημα καθοσιώσεως -μόνο που σε αυτή την πορεία συνεύρεσης καλό είναι να ορίζεται με σαφήνεια και διαφάνεια ποιος είναι τι.

Στην αρχή του παρόντος άρθρου, θεωρήθηκε δεδομένη και κοινή η επιθυμία για ένταξή μας στις σύγχρονες "κοινωνίες της γνώσης", που εκ προοιμίου βασίζουν τις προσπάθειες για ευημερία των πολιτών τους στο τρίπτυχο "Παιδεία-Έρευνα-Ανάπτυξη". Αυτό δεν αναιρεί την αδήριτη ανάγκη να επαναπροσδιοριστούν όροι, όπως "έρευνα", "γνώση", "πληροφορία", "παιδεία" "διά βίου εκπαίδευση", "ανάπτυξη", "αειφορία", "δικαίωμα στην εργασία", κ.λπ., κ.λπ., από την πλευρά της σύγχρονης Αριστεράς, αφού, όπως φαίνεται δεν φτάσαμε ούτε στο τέλος της Ιστορίας, ούτε στο τέλος των ιδεολογιών...

* Η Ευαγγελία Λιβανίου είναι ερευνήτρια, ΕΚΕΦΕ "Δημόκριτος"

Θέμα επικαιρότητας:
Έρευνα

Σύνολο: 14 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι