Ελληνικό πολιτικό σταυρόλεξο

Ο ευρύτερος χώρος του Κέντρου και της Αριστεράς έχει γίνει το θέατρο κρίσιμων εξελίξεων.

Γιάννης Βούλγαρης, Τα Νέα, 23/02/2008

ΤΑ ΚΑΛΑ ΝΕΑ ΧΟΝΤΑΙ ΕΙΤΕ ΕΚΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΕΙΤΕ ΕΚΤΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ. Ο ΕΚΛΟΓΙΚΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΟΙΓΕΙ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΤΗ ΔΙΟΔΟ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗΣ ΜΙΑΣ ΛΥΣΗΣ ΑΛΛΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΡΙΣΤΙΚΗ

ΔΙΧΟΤΟΜΗΣΗ. Η ΕΚΛΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ ΠΡΟΜΗΝΥΕΙ ΙΑ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΕΠΟΧΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΩΡΑ, Η ΙΘΑΓΕΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΞΕΛΙΣΣΕΤΑΙ ΣΕ ΣΤΡΥΦΝΟ ΣΤΑΥΡΟΛΕΞΟ.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι οι εξελίξεις τοποθετούνται μέσα σε ένα πολύχρονο πλέον κύμα δυσφορίας της κοινής γνώμης προς το υπάρχον πολιτικό- κομματικό σύστημα. Το γεγονός έχει σημασία, γιατί υπενθυμίζει ότι όλο το σύστημα κάθεται πάνω σε κινούμενη άμμο. Η δυσφορία σήμερα απευθύνεται προς τα δύο κόμματα εξουσίας (και λιγότερο φωναχτά προς το ΚΚΕ). Η Ν.Δ. φαίνεται λαβωμένη, αλλά σταθερότερη και συνεκτικότερη σε σχέση με το ΠΑΣΟΚ. Όμως δείχνει τέτοια ανικανότητα ως κυβέρνηση ώστε, αν προκύψουν κάποιες αρνητικές απρόβλεπτες σήμερα συγκυρίες, μπορεί και αυτή να επισύρει την οργή της κοινωνίας. Όπως συμβαίνει τώρα με το ΠΑΣΟΚ.

Πράγματι, το ΠΑΣΟΚ και κατ΄ επέκταση ο ευρύτερος χώρος του Κέντρου και της Αριστεράς έχουν γίνει το θέατρο κρίσιμων εξελίξεων. Ας το πούμε με έμφαση: η κρίση και η τρέχουσα ρευστοποίηση του ΠΑΣΟΚ έχει επιταχυνθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε καίει τις ώς τώρα διαμορφωμένες επιλογές και στρατηγικές των πρωταγωνιστών. Το ίδιο φαινόμενο και για τον ίδιο λόγο εκδηλώνεται και στον ΣΥΡΙΖΑ αλλά «στο χαρούμενο», λόγω των ανέλπιστων κερδών από τη συγκυρία.

Από τον έρωτα στην οργή

Αυτό που συμβαίνει σήμερα με το ΠΑΣΟΚ είναι άξιο μελέτης. Το κόμμα που ερωτεύτηκαν οι μισοί Έλληνες στη μεταπολίτευση κοντεύει να γίνει αντικείμενο λοιδορίας και απαξίας. Τα ρεπορτάζ, οι δημοσκοπήσεις και οι εσωτερικές πληροφορίες μιλούν για ένα κόμμα που λειώνει στα πόδια του. Η ταχύτητα της ρευστοποίησης ξεπερνά κατά πολύ τις εκτιμήσεις τόσο των νικητών όσο και των ηττημένων της μετεκλογικής εσωκομματικής αντιπαράθεσης. Είναι βέβαιο ότι αυτή η ελεύθερη πτώση κάπου θα σταματήσει και το ΠΑΣΟΚ θα ανακάμψει σε προσεχείς δημοσκοπήσεις, αλλά δύσκολα θα ανακτήσει τις προϋποθέσεις κόμματος υποψήφιου για την εξουσία. Η σημερινή εικόνα δεν είναι φυσική συνέπεια της εκλογικής ήττας, αλλά της μετεκλογικής διαχείρισης της ήττας πριν και μετά την 11η Νοεμβρίου 2007, ημέρα που πραγματοποιήθηκε το κομματικό δημοψήφισμα για την ηγεσία. Λέχθηκε τότε ότι η επικράτηση του Γ. Παπανδρέου θα προκαλούσε μια νέα αρχή για τον ίδιο και το ΠΑΣΟΚ.

Κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Και δεν μπορούσε να συμβεί γιατί οι νικητές της εσωκομματικής αντιπαράθεσης δεν προσέφεραν στην κοινωνία τίποτα καινούργιο το οποίο να δείχνει ότι θα καταφέρουν να αντιστρέψουν την πολιτική απαξίωση που οδήγησε το ΠΑΣΟΚ στην εκλογική ήττα. Η νίκη τους ήταν μια εσωκομματική νίκη ερήμην της κοινωνίας και της ευρύτερης προοδευτικής δημοκρατικής παράταξης. Εξίσου όμως βαριές ήταν και οι επιπτώσεις για τους ηττημένους της εσωκομματικής σύγκρουσης της 11ης Νοεμβρίου και τον Β. Βενιζέλο προσωπικά. Όχι για τα «επικοινωνιακά λάθη» που συνήθως του καταλογίζουν, αλλά για την αδυναμία του να κατανοήσει ότι η κοινωνία και η προοδευτική παράταξη ζητούσαν κάτι περισσότερο από έναν αντίπαλο του Κ. Καραμανλή. Η ήττα του δεν συνίστατο στο ότι δεν έπεισε το στενό παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ, αλλά ότι ήταν απροετοίμαστος να ανταποκριθεί στο ευρύτερο αίτημα της κοινωνίας. Τέλος, η αντιπαράθεση της 11ης Νοεμβρίου έκαψε και το επιχείρημα ότι το ΠΑΣΟΚ πλεονεκτεί γιατί έχει ικανά πολιτικά στελέχη. Η συμπεριφορά των «πρωτοκλασάτων στελεχών» έπεισε την κοινωνία ότι το ΠΑΣΟΚ, πλην λίγων εξαιρέσεων, έχει υπουργούς αλλά όχι πολιτικά στελέχη.

Οι επιλογές μετά την 11η Νοεμβρίου επιδείνωσαν την κατάσταση. Οι νικητές, υπερεκτιμώντας την επιτυχία τους, κινήθηκαν στη γραμμή «αποκλείστε και ταπεινώστε τους ηττημένους». Όπως ήταν φυσικό, στο μέτρο που είμαστε μια δημοκρατική χώρα, ένα μέρος των υποψήφιων θυμάτων απλώς πήγε στο διπλανό μαγαζί. Το μεγάλο μέρος μένει και αναμένει τη δικαίωσή του, διαμορφώνοντας όμως μια ψυχολογία μεγαλύτερης ή μικρότερης αποστασιοποίησης. Έτσι είχαν τα πράγματα μέχρι προ ολίγων ημερών. Τώρα όμως, η επιταχυνόμενη κρίση του ΠΑΣΟΚ καίει τις επιλογές που διαμόρφωσαν τόσο οι νικητές όσο και οι ηττημένοι. Οι νικητές κινδυνεύουν να χρεωθούν ότι παρέλαβαν κόμμα και παραδίδουν απόκομμα. Οι ηττημένοι αισθάνονται ότι η δικαίωσή τους δεν οδηγεί στον έλεγχο του κόμματος, αλλά του αποκόμματος (και αν τους το «δώσουν»). Γι΄ αυτούς τους λόγους θα πρέπει να αναμένουμε αναπροσαρμογή των επιλογών στο ΠΑΣΟΚ. Είναι λογικό να σημειωθεί μια κινητικότητα που θα ξεκινά από το ότι όλες οι πτέρυγες έχουν συμφέρον να ανακόψουν την ελεύθερη πτώση, παρ΄ ότι θα εξακολουθούν να διχάζονται για το πιο είναι το επιθυμητό ύψος σταθεροποίησης. Η σημερινή εικόνα «βαδίζουμε στο συνέδριο σε στυλ business as usual» φαντάζει πλέον παράλογη για όλους. Και ασφαλώς δεν ταιριάζει σε ένα μεγάλο κόμμα που στο παρελθόν έδειξε ιδιαίτερα οξυμμένα ανακλαστικά.

Ο ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΣ ΜΠΕΛΑΣ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει τον ευχάριστο μπελά να διαχειριστεί τα κέρδη του. Και εδώ όμως τα αλλεπάλληλα limit up των δημοσκοπήσεων μεταβάλλουν τα δεδομένα, καθώς τον ωθούν προς το κέντρο της πολιτικής σκηνής με ρυθμό που ξεπερνά τις προσδοκίες αλλά και την προετοιμασία του. Το πρόβλημά του δεν είναι «τι θα κάνει με το ΠΑΣΟΚ» όπως συνήθως τον ρωτούν. Με το ΠΑΣΟΚ δεν έχει να κάνει τίποτα σε αυτή τη φάση, πέρα από το να του πάρει το μεγαλύτερο δυνατό κομμάτι, χωρίς όμως να δείχνει την επιθετικότητα της πράξης. Το πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι το ποσοστό των νέων κερδών που τελικά θα συγκρατήσει εξαρτάται από την ικανότητά του να πείσει ότι μπορεί να συμβάλει στην αναμόρφωση του ευρύτερου προοδευτικού χώρου. Όπως είπαμε πιο πάνω, ο χώρος αυτός δεν ζητά την κυβέρνηση εδώ και τώρα, ούτε υπό οποιουσδήποτε όρους. Όμως ζητά και κυβέρνηση και πολιτική ταυτότητα. Ζητά μια νέα πλειοψηφική παράταξη με κυβερνητική έφεση και ισχυρή πολιτική ταυτότητα. Ο ΣΥΡΙΖΑ μπήκε σε ένα συνέδριο που διαχειρίστηκε τη φυσιογνωμία ενός κόμματος το οποίο θεώρησε θρίαμβο το 5%. Και βγήκε από το συνέδριο με την υποχρέωση να ανταποκριθεί στη «νέα ζήτηση» που κινείται σε διψήφια νούμερα. Οι θέσεις του συνεδρίου, ιδίως στα ευρωπαϊκά και τα οικονομικά, προδιαγράφουν ένα κόμμασυνομιλητή του ΚΚΕ. Αυτό εξάλλου επιθυμεί μεγάλο μέρος της πλειοψηφούσας τάσης. Τώρα πρέπει να λογαριαστεί με τα διλήμματα μιας πιο απαιτητικής και πραγματιστικής προγραμματικής κουλτούρας. Πρέπει επίσης και να επικοινωνήσει με τον κόσμο που έρχεται από το ΠΑΣΟΚ, αλλά και από τη Ν.Δ., και από άλλες λιγότερο διευκρινισμένες πηγές. Γι΄ αυτό τον λόγο, η επιτάχυνση της κρίσης του ΠΑΣΟΚ θα αναπροσαρμόσει την εσωτερική διαλεκτική του ΣΥΡΙΖΑ, θα αλλάξει την εσωκομματική ατζέντα και ενδεχομένως θα ανοίξει νέα πεδία πρωτοβουλιών στις εσωκομματικές τάσεις του. Στο μέτρο βεβαίως που θα θελήσει να ανταποκριθεί στην εμφανιζόμενη «νέα ζήτηση». Συμπέρασμα, οι πολιτικές εξελίξεις, ιδίως στον προοδευτικό χώρο, βάζουν σε κίνηση όλους τους παίκτες, κομματικούς και εσωκομματικούς. Ο φόβος είναι η κινητικότητα να μεταφραστεί σε μια πλειοδοσία παραδοσιακής «αριστεροσύνης», δηλαδή λαϊκιστικής αντιπολιτευτικής ρητορείας χωρίς έρμα και πειθώ. Για την ώρα αυτό συμβαίνει, καθώς ο πολιτικός- προγραμματικός λόγος που παράγεται είναι απελπιστικά φτωχός και οπισθοδρομικός. Ώς ένα σημείο είναι φυσικό, αφού περνάμε μια φάση μετάβασης και σύγχυσης. Το απόλυτο όμως διαζύγιο προγραμματικού λόγου και κομματικού ανταγωνισμού βοηθά τελικά τις δυνάμεις της «σταθερότητας» και της συντήρησης του υπάρχοντος. Σε όποιο κόμμα και αν βρίσκονται.

*Ο Γιάννης Βούλγαρης διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

Θέμα επικαιρότητας:
Αριστερά-κεντροαριστερά

Σύνολο: 401 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι