Χωρίς οικονομική πολιτική η ελληνική κυβέρνηση

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 02/03/2008

Πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι διαμορφώνονταν την περασμένη εβδομάδα οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου, ενώ, παράλληλα, σε νέα χαμηλά έπεφτε η ισοτιμία του δολαρίου ξεπερνώντας τα 1,52 ευρώ. Οι δύο εξελίξεις, που κατά πρώτο λόγο αντανακλούν την επιδείνωση των προοπτικών της αμερικανικής οικονομίας, εντείνουν την αβεβαιότητα για τις επιπτώσεις και στην ευρωπαϊκή οικονομία, η οποία, για την ώρα πάντως, εξακολουθεί να εμφανίζεται ανθεκτική. Στην Ελλάδα προκαλούν μεγάλη ανησυχία, για τον πληθωρισμό ιδίως, υπονομεύουν όμως και τη μεγέθυνση.

Τα νέα ρεκόρ του πετρελαίου, που προχθές το πρωί ξεπέρασε και τα 103 δολάρια το βαρέλι στις αγορές της Άπω Ανατολής, αποτυπώνουν έως ένα βαθμό κερδοσκοπικές κινήσεις. Καθώς την Τετάρτη ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ Μπεν Μπερνάνκε παρουσίαζε στο Κογκρέσο τη δυσμενή εικόνα της αμερικανικής οικονομίας -όπου οι καταναλωτές φοβούνται να ξοδέψουν, οι επιχειρήσεις να επενδύσουν και οι τράπεζες να δανείσουν- για να διαβεβαιώσει ότι η Fed είναι έτοιμη να παρέμβει έγκαιρα για να αποτρέψει τους καθοδικούς κινδύνους, που σημαίνει να μειώσει και πάλι το κεντρικό της επιτόκιο από το ήδη δραστικά μειωμένο 3% αγνοώντας τον ανερχόμενο πληθωρισμό, σημειωνόταν νέα μεγάλης κλίμακας φυγή από το δολάριο.

Αυτή καταγράφηκε άλλωστε και στη σημαντική πτώση της Ουόλ Στριτ, που επηρέασε πτωτικά τα χρηματιστήρια σε όλον τον κόσμο. Αφορμή, πέρα από τις ίδιες τις δηλώσεις του Μπερνάνκε, ήσαν και τα επίσημα στοιχεία για την αύξηση του αμερικανικού ΑΕΠ μόλις κατά 0,6% το τελευταίο τρίμηνο του 2007, μία ανάσα από την ύφεση, η σημαντική πτώση των παραγγελιών στη βιομηχανία κατά 5,3% τον Ιανουάριο, η συνεχιζόμενη μεγάλη πτώση στις πωλήσεις κατοικιών, η άνοδος της ανεργίας.

Κατά ένα μέρος, τα κεφάλαια που φεύγουν από το δολάριο φαίνεται μέσα στην παρατεινόμενη διεθνή χρηματοοικονομική αναταραχή να αναζητούν ασφαλέστερη τοποθέτηση στις προθεσμιακές αγορές του πετρελαίου. Έτσι, τουλάχιστον, εξηγούν αρκετοί αναλυτές τις νέες τιμές ρεκόρ.

Όση όμως και αν είναι η συμβολή της διεθνούς κερδοσκοπίας στις τωρινές πολύ υψηλές τιμές του πετρελαίου, κανένας λόγος δεν διακρίνεται σήμερα για να υποθέσει κανείς ότι είναι προσωρινές, ότι θα υποχωρήσουν φέτος σε πολύ χαμηλότερα μέσα επίπεδα, όπως τα 78,8 δολάρια που προβλέπει ο ελληνικός προϋπολογισμός. (Για την πρόβλεψη αυτή δεν ευθύνεται ο υπουργός Οικονομίας Γιώργος Αλογοσκούφης, εφόσον την υιοθέτησε από την έκθεση του Οκτωβρίου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής).

Απώλεια εισοδήματος

Οι υψηλές τιμές σημαίνουν όμως μεγαλύτερη μεταφορά εισοδήματος από τις χώρες που καταναλώνουν πετρέλαιο προς εκείνες που το παράγουν και τους το εξάγουν. Συνεπάγονται δηλαδή μιαν απώλεια εθνικού εισοδήματος, που είναι τόσο μεγαλύτερη, όσο πιο εξαρτημένη είναι μια οικονομία από το πετρέλαιο, όπως η ελληνική. Η απώλεια αυτή δεν μπορεί να εξαλειφθεί με κρατικές επιδοτήσεις του πετρελαίου για να έρχεται φθηνότερο, όπως εύλογα από τη σκοπιά τους διεκδικούν για παράδειγμα οι αγρότες της Βόρειας Ελλάδας που βλέπουν τα εισοδήματά τους να συμπιέζονται με το αυξημένο κόστος της κίνησης των τρακτέρ τους.

Μια ευνοϊκότερη φορολογική μεταχείριση του πετρελαίου των αγροτών απλώς θα μετέφερε την απώλεια μέσω του προϋπολογισμού στην υπόλοιπη οικονομία. Άλλωστε δεν πλήττονται μόνον οι αγρότες, αλλά και οι μεταφορείς και οι βιομηχανίες, ιδίως οι πιο ενεργοβόρες, και, από την άλλη πλευρά, οι καταναλωτές στο σύνολό τους, που αναγκάζονται να πληρώσουν περισσότερα για την κίνηση και τη θέρμανσή τους και για πλήθος προϊόντα και υπηρεσίες που οι τιμές τους επηρεάζονται.

Η απώλεια εθνικού εισοδήματος από το ακριβότερο πετρέλαιο θέτει επομένως την οικονομική πολιτική μπροστά σε δύο προβλήματα: Άμεσα να προστατεύσει τους ασθενέστερους με μέτρα αναδιανομής του εισοδήματος, όπως θα ήταν το επίδομα θέρμανσης για τα φτωχότερα νοικοκυριά. Και ταυτόχρονα να σχεδιάσει συγκεκριμένα μέτρα για την ενδυνάμωση των κλάδων που υποφέρουν και για τη γενικότερη μείωση της εξάρτησης της οικονομίας από το πετρέλαιο, όπου θα περιλαμβανόταν και η προσαρμογή καταναλωτικών συμπεριφορών (λιγότερη και όχι διαρκώς περισσότερη ΙΧ κίνηση).

Η πιο συστηματική παρέμβαση των περισσότερων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και στα δύο επίπεδα εξηγεί γιατί τα νέα ρεκόρ του πετρελαίου συγκινούν λιγότερο την κοινή γνώμη στις άλλες χώρες. Αλλά η ελληνική κυβέρνηση δεν κάνει ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Ακριβό ευρώ

Τη μεγάλη διεθνή ανατίμηση του πετρελαίου αμβλύνει για τις οικονομίες της Ευρωζώνης η παράλληλη άνοδος της ισοτιμίας του ευρώ έναντι του δολαρίου. Όπως προκύπτει από στοιχεία που δημοσιεύει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η μέση μηνιαία τιμή του πετρελαίου που καταναλώθηκε στην Ευρωζώνη μεταξύ Αυγούστου και Ιανουαρίου αυξήθηκε κατά 29% (από 71,4 σε 91,84 δολάρια το βαρέλι).

Ταυτόχρονα η μέση μηνιαία ισοτιμία του ευρώ έναντι του δολαρίου ανέβηκε κατά 8% (από 1,36 σε 1,47 δολάρια). Έτσι σε ευρώ το πετρέλαιο ανατιμήθηκε κατά 19% (από 52,4 σε 62,4 ευρώ το βαρέλι) από τον Αύγουστο ως τον Ιανουάριο. (Αν επιχειρούσαμε τους ίδιους υπολογισμούς με τα προχθεσινά ρεκόρ του πετρελαίου και του ευρώ, που είναι πάντως περιστασιακά και απρόσφορα για εκτιμήσεις, θα προέκυπτε πρόσθετη ανατίμηση του πετρελαίου κατά 12,2% σε δολάρια και κατά 7,9% σε ευρώ).

Αλλά, έστω και αμβλύτερη, η ανατίμηση του πετρελαίου σε ευρώ δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητη. Στον ετήσιο πληθωρισμό 3,2% του Ιανουαρίου στην Ευρωζώνη, όπως μετριέται με τον εναρμονισμένο δείκτη τιμών καταναλωτή, τα καύσιμα για μεταφορές επέδρασαν κατά 0,54 και το πετρέλαιο θέρμανσης κατά 0,22, η άμεση επίπτωση του πετρελαίου ήταν δηλαδή σχεδόν οκτώ δέκατα της μονάδας. (Άλλο ένα τρίτο της μονάδας επέδρασαν τα γαλακτοκομικά και τα δημητριακά, οπότε χωρίς αυτές τις διεθνείς εξελίξεις ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη θα κυμαινόταν στο "θεμιτό" 2%).

Η Ελλάδα με 3,9% παρουσιάζει τον Ιανουάριο τον πέμπτο υψηλότερο πληθωρισμό στην Ευρωζώνη, μετά τη Σλοβενία (6,4%), την Ισπανία (4,4%), το Λουξεμβούργο (4,2%) και την Κύπρο (4,1%).

Από την άλλη πλευρά, η ανατίμηση του ευρώ μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τις προοπτικές της οικονομικής μεγέθυνσης, στον βαθμό που δυσχεραίνει τις εξαγωγές προς τον υπόλοιπο κόσμο. Είναι ωστόσο αξιοσημείωτο ότι ενώ ο δείκτης οικονομικού κλίματος (εκτιμήσεις και προβλέψεις επιχειρήσεων και καταναλωτών) που ανακοίνωσε προχθές η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τον Φεβρουάριο παρουσίασε υποχώρηση, με χειρότερους τους δείκτες της Ισπανίας και της Ιταλίας, στην πρώτη εξαγωγική οικονομία της Ευρωζώνης, τη Γερμανία, συνεχίσθηκε εντυπωσιακά ανοδικός.

Στη Γερμανία μάλιστα εξακολουθεί να μειώνεται και η ανεργία, η οποία τον Ιανουάριο διατηρήθηκε στην Ευρωζώνη σταθερή στο επίπεδο του Δεκεμβρίου, 7,1%, εξέλιξη που δεν είναι πάντως ανησυχητική, καθώς πέρυσι υποχωρούσε συνεχώς.

Ενώ η Επιτροπή έχει περιορίσει τις προβλέψεις της για τη φετεινή μεγέθυνση στην Ευρωζώνη σε 1,8%, σαφείς ενδείξεις επιβράδυνσης δεν καταγράφονται ακόμα. Ο δανεισμός των επιχειρήσεων αυξήθηκε κατά 14,6% τον Ιανουάριο, υποδηλώνοντας ότι, παρά τη διεθνή χρηματοοικονομική κρίση, πιστωτική συμπίεση δεν παρουσιάζεται στην Ευρώπη.

Στο στοιχείο αυτό, καθώς και στην ανάγκη να αποφευχθούν ανατιμήσεις "δευτέρου γύρου" που θα παγίωναν τον πληθωρισμό σε υψηλά επίπεδα, αναφέρθηκε την περασμένη εβδομάδα ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Λουκάς Παπαδήμος, ενισχύοντας την εντύπωση ότι δεν επίκειται μείωση των επιτοκίων του ευρώ στη σύνοδο της ερχόμενης Πέμπτης.

Πέφτουν οι εξαγωγές της Ελλάδας εκτός Ευρώπης

Στην Ελλάδα το οικονομικό κλίμα παρουσίασε ελαφρά βελτίωση τον Φεβρουάριο: Οι προβλέψεις των βιομηχανιών συνέχισαν να υποχωρούν, αλλά των υπηρεσιών είχαν νέα θεαματική άνοδο, μικρότερη του λιανικού εμπορίου, πολύ λιγότερο αρνητικές ήσαν οι εκτιμήσεις των κατασκευαστικών εταιρειών από όσο τους προηγούμενους έξι μήνες, ενώ λιγότερη απαισιοδοξία φαίνεται να εξέφρασαν και οι καταναλωτές μετά το ναδίρ του Ιανουαρίου.

Ένα τέτοιο βελτιωμένο οικονομικό κλίμα είναι όμως ακριβώς αυτό που δεν μπορεί να διατηρηθεί πιο μακροχρόνια. Τα στοιχεία για το εξωτερικό εμπόριο της Ελλάδας το 2007 που δημοσίευσε την περασμένη εβδομάδα η Στατιστική Υπηρεσία επιβεβαίωσαν αυτό που ήδη γνωρίζαμε από το ισοζύγιο πληρωμών: ότι οι εισαγωγές αυξάνονται πολύ περισσότερο από τις εξαγωγές με αποτέλεσμα την τεράστια διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος της χώρας (κατά 22% χωρίς τα πετρελαιοειδή).

Περιλάμβαναν όμως και ένα άλλο ανησυχητικό στοιχείο. Προς τις χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης οι ελληνικές εξαγωγές έπεσαν δραματικά, κατά 1,4 δισ. ευρώ ή κατά 23,6%, ενώ αντίθετα προς την Ε.Ε. η αύξησή τους ήταν πολύ μεγάλη: 2,1 δισ. ή 25%, με αποτέλεσμα η συνολική τους αύξηση μόλις να φτάνει το 5,2%. Ακόμα και αν αποτυπώνει την περυσινή ένταξη της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει τη μεγάλη αδυναμία των ελληνικών εξαγωγών στον υπόλοιπο κόσμο.

Κατά την πάγια τακτική του ο υπουργός Οικονομίας Γιώργος Αλογοσκούφης απέφυγε οποιοδήποτε σχετικό σχόλιο, εξαίροντας και πάλι στους ξένους ανταποκριτές στην "εξωστρέφεια" της ελληνικής οικονομίας.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι