Μια πολιτική με επίκεντρο τη γνώση: Ένας φιλόδοξος στόχος

Γιάννης Καλογήρου, Αυγή της Κυριακής, 09/03/2008

Ψηφίστηκε πρόσφατα από την κυβερνητική πλειοψηφία- μετά από μακρά κυοφορία- το νέο θεσμικό πλαίσιο για την έρευνα. Παρά τις μεγαλόστομες διακηρύξεις αναφορικά με τις επιδιώξεις του, ο νόμος αυτός δεν επιτυγχάνει τη "συνολική ρύθμιση των ζητημάτων έρευνας και τεχνολογίας"- αφού δεν ενοποιεί λειτουργικά τον χώρο της έρευνας στη χώρα μας (πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα)- ούτε μπορεί να συμβάλλει ουσιαστικά "στη συμμετοχή και την ανάδειξη της Ελλάδας στο παγκόσμιο ερευνητικό γίγνεσθαι", καθώς δεν συνδέεται με μια μακροχρόνια ερευνητική στρατηγική με συγκεκριμένους στόχους, απτές αλληλένδετες παρεμβάσεις, ενώ η έως σήμερα κυβερνητική πρακτική δεν προοιωνίζεται την αναγκαία αυξημένη δέσμευση πόρων. Είναι, άλλωστε, ενδεικτική η μείωση των δαπανών για την έρευνα ως ποσοστού του ΑΕΠ από 0.64% το 2001- όταν μπήκε ο στόχος του 1.5% για το 2010- σε 0.57% το 2006. Στην καλύτερη περίπτωση ο νόμος αυτός είναι διεκπεραιωτικός ορισμένων μικρορυθμίσεων, που κατά τη συνήθη κυβερνητική επικοινωνιακή πρακτική αποκαλούνται "μεγάλες μεταρρυθμίσεις" και "συνολικές παρεμβάσεις". Στα αρνητικά του νόμου προσμετρώνται η υποβάθμιση της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας- που έχει θετική προϊστορία- σε "τεχνική γραμματεία" διαφόρων οργάνων και κυρίως η συγκρότηση ενός πολυδαίδαλου διοικητικού και οργανωτικού συμπλέγματος, που είναι πολύ αμφίβολο αν μπορεί να λειτουργήσει και να αποδώσει αποτελέσματα σε εύλογο χρονικό διάστημα, καθώς απαιτεί την έκδοση τουλάχιστον 55 προεδρικών διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων για να ενεργοποιηθεί.

Πέρα από τον νόμο: Αναβάθμιση της έρευνας στη δημόσια ατζέντα

Όμως, πέρα από το νόμο, σημασία για τον δημόσιο διάλογο και τη διαμόρφωση των δημόσιων πολιτικών έχουν τρία πράγματα. Πρώτον, η ανάδειξη στη δημόσια ατζέντα της αποστολής της έρευνας σε μια σύγχρονη κοινωνία. Δεύτερον η συνθετική αποτύπωση του τοπίου της ερευνητικής δραστηριότητας στη χώρα μας. Και τρίτον, η διατύπωση ορισμένων κατευθύνσεων για τη διαμόρφωση μιας μακροχρόνιας ερευνητικής στρατηγικής στο πλαίσιο μιας ευρύτερης αναπτυξιακής στρατηγικής με επίκεντρο τη γνώση σε όλες της τις εκφάνσεις.

Σε όλες τις σύγχρονες κοινωνίες, η ερευνητική δραστηριότητα επιτελεί μια τριπλή αποστολή. Είναι καταρχήν μια αυτόνομη και αυτοτελής κοινωνική λειτουργία με στόχους και προτεραιότητες που θέτει η ίδια η επιστημονική κοινότητα σε εθνικό, αλλά σήμερα κυρίως σε διεθνές επίπεδο. Ταυτόχρονα, η έρευνα καλείται όλο και περισσότερο να απαντήσει στις μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι κοινωνίες στην εποχή μας, με χαρακτηριστικά παραδείγματα στους τομείς του περιβάλλοντος, της ενέργειας, των φυσικών καταστροφών της δημόσιας υγείας, της φτώχειας, των κοινωνικών και τεχνολογικών αποκλεισμών. Τέλος, η έρευνα, η διάχυση των αποτελεσμάτων της και κυρίως η μετατροπή της σε καινοτομία επηρεάζει σημαντικά το επίπεδο και την ποιότητα της οικονομικής ανάπτυξης ενός τόπου, μιας χώρας, μιας ευρύτερης ενότητας χωρών. Εν προκειμένω, η έννοια της ανάπτυξης δεν ταυτίζεται με την οικονομική μεγέθυνση- που όμως την προϋποθέτει- αλλά ευρύτερα αναφέρεται σε μια κοινωνικο-οικονομική διεργασία διεύρυνσης των πραγματικών ελευθεριών και των δυνατοτήτων των πολιτών και των κοινωνικών ομάδων.

Η κατάσταση του ελληνικού ερευνητικού συστήματος: Καλύτερη από τη δημόσια εικόνα του στη χώρα μας

Συνήθως, η κρατούσα δημόσια εικόνα για το ερευνητικό τοπίο στη χώρας μας εμφανίζεται ως μαύρη και μίζερη. Αυτή την εικόνα προβάλλουν κυρίως αρκετά από τα τηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης (που το ερευνητικό τους ενδιαφέρον εξαντλείται σε σκανδαλοθηρικές πτυχές), ένα μέρος του επιχειρηματικού κόσμου (πολύ μικρό μέρος του οποίου ενδιαφέρεται πραγματικά για την έρευνα ή /και την αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της), αλλά δυστυχώς και ένα τμήμα των ιδίων των πανεπιστημιακών με τις πράξεις ή τις παραλείψεις τους ή πολύ συχνά με τις δηλώσεις τους. Όμως, η εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη και ασφαλώς πολύ καλύτερη. Είναι, βέβαια, ταυτοχρόνως και πολύ άνιση. Μεγάλες διαφορές υπάρχουν μεταξύ ιδρυμάτων, τμημάτων και επιστημονικών περιοχών, αλλά και στο εσωτερικό τους. Κατακερματισμός, αλλά και ενεργός παρουσία στο διεθνές ερευνητικό γίγνεσθαι συνυπάρχουν. Εντελώς ενδεικτικά αναφέρω τη σημαντική και συνεχή παρουσία των ελληνικών ερευνητικών φορέων στα ευρωπαϊκά προγράμματα έρευνας- που χρηματοδοτούνται μέσα από ανταγωνιστικές και αξιοκρατικές διαδικασίες. Πιο συγκεκριμένα: μεταξύ των πιο δραστήριων οργανισμών συγκαταλέγονται το ΕΜΠ (40 ) και στα πρώτα 50, το ΑΠΘ, το ΙΤΕ της Κρήτης και το Πανεπιστήμιο της Πάτρας. Ειδικότερα, στην περιοχή των τεχνολογιών της Κοινωνίας της Πληροφορίας, το ΕΜΠ είναι πρώτο τόσο από πλευράς συμμετοχών όσο και από πλευράς κεντρικού ρόλου που παίζει στις ερευνητικές συνεργασίες που αναπτύσσονται, ενώ οι δικτυακές ηλεκτρονικές υποδομές των πανεπιστημίων και των ερευνητικών κέντρων- που διαχειρίζεται το Εθνικό Δίκτυο Έρευνας και Τεχνολογίας- είναι από τις πιο προωθημένες στον ευρωπαϊκό χώρο.

Οι κατευθύνσεις μιας μακροχρόνιας ερευνητικής στρατηγικής

Η ποιοτική αναβάθμιση της ερευνητικής δραστηριότητας δεν είναι μια απλή υπόθεση και ασφαλώς δεν περιορίζεται στη νομοθετική ρύθμιση εκκρεμοτήτων. Απαιτεί την έμπρακτη αναγνώριση τόσο από τις πολιτικές δυνάμεις όσο και από την κοινωνία της αυτοτελούς αξίας της ερευνητικής προσπάθειας, αλλά και της ευρύτερης σημασίας της επένδυσης στην έρευνα και τη γνώση για την προοπτική της χώρας μέσα από τη διαμόρφωση και προπαντός την υλοποίηση μιας δεσμευτικής στρατηγικής μακράς πνοής. Αυτό έκαναν άλλες χώρες όπως η Φινλανδία ή ακόμη και περιοχές όπως η Καταλονία και σήμερα δρέπουν τους καρπούς της επιλογής τους. Η ανάπτυξη της ερευνητικής δραστηριότητας και η εξίσου σημαντική αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της από την παραγωγή και την κοινωνία απαιτούν παρεμβάσεις τόσο στην πλευρά της προσφοράς όσο και της ζήτησης για έρευνα και γνώση. Πιο συγκεκριμένα, οι βασικοί πυλώνες μιας στρατηγικής αυτής της εμβέλειας μπορεί να είναι:

η ετήσια σταδιακή αύξηση των δαπανών για την έρευνα ως ποσοστού του ΑΕΠ κατά 0.1% με πρόσθετη σταθερή ροή εθνικών πόρων,

η συστηματική προσέλκυση ιδιωτικών πόρων για χορηγίες, υποτροφίες που συνδέονται με την ερευνητική δραστηριότητα κ.ά.,

η καθιέρωση ενός μόνιμου εθνικού προγράμματος έρευνας με τέσσερις άξονες (βασική έρευνα, αξιοποίηση αποτελεσμάτων έρευνας, έρευνα σε περιοχές που δεν προσελκύουν άμεσα πόρους, νέοι ερευνητές),

η μεσοπρόθεσμη στήριξη (3 έως 5 ετών) μετά από διαδικασία αξιολόγησης ερευνητικών ομάδων,

η λειτουργική ενοποίηση του ερευνητικού χώρου μεταξύ άλλων με τη διασφάλιση της κινητικότητας και της απόλυτης ισοτιμίας (π.χ. ως προς την επίβλεψη διδακτορικών διατριβών) μεταξύ των ερευνητών στα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα,

η διασύνδεση της ερευνητικής και καινοτομικής δραστηριότητας με τις λειτουργικές και αναπτυξιακές ανάγκες του δημοσίου τομέα (π.χ. καθιέρωση του ανοιχτού λογισμικού και ανοιχτών προτύπων στο δημόσιο τομέα αντί συμφωνιών με την Microsoft),

η υποστήριξη των πανεπιστημίων και των ερευνητικών κέντρων ως φορέων μεταφοράς τεχνογνωσίας και ανάπτυξης περιφερειακών συστημάτων καινοτομίας,

ένα μακροχρόνιο- και επαρκώς χρηματοδοτούμενο με απλές διαδικασίες- σχέδιο προσέλκυσης Ελλήνων και ξένων ερευνητών από τον διεθνή χώρο για να συνεργασθούν για συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα (από 1 μήνα έως 1 χρόνο) με ελληνικές ερευνητικές ομάδες.

Παιδεία, έρευνα, καινοτομία

Ο διαπρεπής Έλληνας ερευνητής και πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας \Φώτης Καφάτος\ είχε αναρωτηθεί πριν λίγο καιρό σε ένα άρθρο του για το ποιο είναι σήμερα το συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας μας σε ένα διεθνοποιημένο περιβάλλον. Μετά από μια σύντομη, αλλά περιεκτική εξέταση τομέων και δραστηριοτήτων κατέληξε ανεπιφύλακτα στη διαπίστωση: τα γράμματα. Δηλαδή έρευνα και παιδεία. Αν προσθέσουμε και την καινοτομία- που συνδέεται με την έρευνα, αλλά δεν ταυτίζεται με αυτήν ούτε περιορίζεται στους κλάδους υψηλής τεχνολογίας- τότε μπορεί να συγκροτηθεί το "τρίγωνο της γνώσης" που η συστηματική ενεργοποίησή του μπορεί να αποτελέσει την κινητήρια δύναμη και το υπόβαθρο για τη δημιουργική αναζωογόνηση του ελληνικού αναπτυξιακού μοντέλου. Μια τέτοια στρατηγική επιλογή μακράς πνοής μπορεί να ανοίξει τον μόνο δρόμο που θα μας επιτρέψει μεσοπρόθεσμα να σταθούμε στο νέο απαιτητικό και ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον χωρίς εκπτώσεις στο βιοτικό επίπεδο και τα κοινωνικά δικαιώματα. Ένας μεγάλος στόχος για τη χώρα. Μια απαιτητική πρόκληση για τις προοδευτικές δυνάμεις.

* Ο Γιάννης Καλογήρου είναι αν. καθηγητής Τεχνολογικής Οικονομικής και Βιομηχανικής Στρατηγικής του ΕΜΠ

Θέμα επικαιρότητας:
Έρευνα

Σύνολο: 14 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι