Γενική απεργία

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 19/03/2008

Μπορεί μια δεξιά κυβέρνηση να νομοθετεί κατά την κρίση της;

Γενική απεργία έχουν κηρύξει σήμερα η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ απαιτώντας να αποσυρθεί το ασφαλιστικό νομοσχέδιο που συζητείται αυτές τις μέρες στην ολομέλεια της Βουλής. Στους απεργούς εδώ και δύο εβδομάδες της ΔΕΗ και της Τραπέζης της Ελάδος, πιο πρόσφατα των υπόλοιπων τραπεζών, των δήμων, των νομικών, από χθες και του Μετρό και του ΗΣΑΠ, έρχονται να προστεθούν δημόσιοι υπάλληλοι, εκπαιδευτικοί, οι εργαζόμενοι σε όλες τις συγκοινωνίες, γιατροί και νοσηλευτές, φαρμακοποιοί, μηχανικοί, βενζινοπώλες, δημοσιογράφοι, πολλές ακόμα χιλιάδες εργαζόμενοι όλων των κλάδων. Η κινητοποίηση είναι μεγάλη και μαχητική.

Μπορεί η απεργία να αναγκάσει την κυβέρνηση να πάρει πίσω το νομοσχέδιό της και να ανοίξει έναν ουσιαστικό διάλογο με τα συνδικάτα για το μέλλον των συντάξεων; Πριν από επτά χρόνια μια ανάλογη κινητοποίηση είχε οδηγήσει την τότε κυβέρνηση Σημίτη να αποσύρει τις προτάσεις της για τη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος πολύ πριν φθάσουν στη Βουλή με νομοθετική μορφή, για να ανοίξει κατόπιν μια διαπραγμάτευση που κατέληξε στον νόμο 3029/2002 (έναν νόμο που διευθετούσε διάφορα ζητήματα, το συνολικό πρόβλημα όμως, κατά γενική ομολογία, το άφηνε άλυτο). Παρά τις σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες που είχαν μέχρι σήμερα οι απεργίες, που θα έχουν πιθανώς και εκείνες που θα ακολουθήσουν, η παρούσα κυβέρνηση εμφανίζεται ωστόσο αδιάλλακτη. Δηλώνει αποφασισμένη να ψηφίσει αύριο τον νόμο και μοιάζει να έχει πειθαρχήσει τους 151 βουλευτές της για τον σκοπό αυτό. Αυτός ο νόμος βέβαια, αν τελικά περάσει, δεν διασφαλίζει ούτε κατά διάνοια το μέλλον των συντάξεων, όσες δυσμενείς αλλαγές και αν περιλαμβάνει για διάφορες κατηγορίες εργαζομένων. Το έχουν επισημάνει όλοι όσοι γνωρίζουν το ασφαλιστικό

Της Ελίζας Παπαδάκη

πρόβλημα, το αντιλαμβάνεται καθένας που θα αποπειραθεί να διαβάσει το γραφειοκρατικό συνονθύλευμα των 154 άρθρων του. Αλλά η ουσία, το πραγματικό αποτέλεσμα και σε αυτήν την περίπτωση, διόλου απασχολεί την κυβέρνηση η οποία προπάντων ενδιαφέρεται να προβάλλει την εικόνα του αποφασιστικού μεταρρυθμιστή.

Τι άλλαξε στο μεταξύ; Γιατί μπροστά στις απεργίες η κυβέρνηση Σημίτη έκανε πίσω και η κυβέρνηση Καραμανλή όχι; Μια σημαντική διαφορά είναι ότι οι συνδικαλιστικά οργανωμένοι

ΑΝΑΜΦΙΒΟΛΑ ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ

για να διασφαλιστούν αξιοπρεπείς συντάξεις για όλους θα συνεχιστούν, είτε ψηφιστεί είτε όχι το κυβερνητικό νομοσχέδιο.

εργαζόμενοι συγκροτούσαν, ακόμα συγκροτούν άλλωστε, κεντρικό τμήμα της κοινωνικής βάσης του ΠΑΣΟΚ, ήταν άρα αδιανόητο να αγνοηθούν, ενώ για τη Νέα Δημοκρατία παρουσιάζουν σχετικά μικρό εκλογικό ενδιαφέρον. Και μια δεύτερη, που απορρέει από την πρώτη, αλλά δείχνει διαφορετικό δημοκρατικό ήθος, είναι ότι για την κυβέρνηση του 2001 προϋπόθεση για να προχωρήσει σε νομοθετική πρωτοβουλία σε ένα τόσο σοβαρό ζήτημα ήταν να γίνει διάλογος με τους ενδιαφερομένους- οι προτάσεις που είχε επεξεργαστεί ο τότε υπουργός Εργασίας Τάσος Γιαννίτσης, για έναν τέτοιο διάλογο προορίζονταν. Η σημερινή κυβέρνηση, αντίθετα, προσκάλεσε σε έναν υποτιθέμενο διάλογο χωρίς να έχει καμία πρόταση να καταθέσει, πραγματικός διάλογος δεν έγινε, η κυβέρνηση τον κήρυξε περαιωμένο και δημοσιοποίησε κατόπιν το νομοσχέδιο το οποίο πλέον δεν συζητούσε.

Σημαίνουν τα παραπάνω ότι μια δεξιά κυβέρνηση μπορεί να νομοθετεί κατά την κρίση της, αγνοώντας τα συνδικάτα, ότι οι συνδικαλιστικοί αγώνες δεν μπορούν να αποτρέψουν αντεργατικές ρυθμίσεις όταν έχουν μια δεξιά κυβέρνηση απέναντί τους; Προφανώς όχι. Αλλά απέναντι σε μια δεξιά κυβέρνηση δοκιμάζεται η πραγματική δύναμη του συνδικαλιστικού κινήματος των εργαζομένων, η πολιτική, η οργάνωση, η μαζικότητα και η συνοχή του. Στην Ισπανία, για παράδειγμα, το 2002 η γενική απεργία των συνδικάτων υποχρέωσε την κυβέρνηση Αθνάρ να πάρει πίσω ένα νομοθετικό διάταγμα που διευκόλυνε τις απολύσεις και ενίσχυε την επισφαλή απασχόληση χωρίς δικαιώματα για τους εργαζομένους. Αλλά εκεί γενικές απεργίες δεν γίνονται συχνά και εκείνη τη μέρα, στις 20 Ιουνίου, κυριολεκτικά παρέλυσε η χώρα. Ακολούθησαν πολύμηνες διαπραγματεύσεις των συνδικάτων με τους εργοδότες οι οποίες κατέληξαν σε μια συμφωνία που βελτίωνε την ασφάλεια της απασχόλησης και επικυρώθηκε τελικά με νόμο.

Το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν σήμερα η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ, οι μαχητικές μεγάλες ομοσπονδίες, δεν είναι τόσο οι διχαστικές προσπάθειες, η προπαγανδιστική εκστρατεία που θέλει να παρουσιάσει όλους όσοι αντιδρούν στο κυβερνητικό νομοσχέδιο ως υπερπρονομιούχους. Είναι το πραγματικό γεγονός ότι ένας μεγάλος αριθμός εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα κυρίως, και μάλιστα πολλοί εργαζόμενοι με λιγότερη ασφάλεια απασχόλησης, χαμηλά αμειβόμενοι και συχνά ανασφάλιστοι, δεν αντιπροσωπεύονται στα συνδικάτα. Τη σημερινή μέρα της γενικής απεργίας πολλά εμπορικά καταστήματα, εστιατόρια, ξενοδοχεία, βιοτεχνίες, ακόμα και βιομηχανίες θα λειτουργούν. Πολλοί εργαζόμενοι, ακόμα και χωρίς συγκοινωνίες, θα πάνε στη δουλειά τους, όχι επειδή διαφωνούν με την απεργία, αλλά επειδή θα κρίνουν ότι δεν αντέχουν να κάνουν διαφορετικά.

Οι αγώνες για να διασφαλιστούν αξιοπρεπείς συντάξεις για όλους αναμφίβολα θα συνεχιστούν, είτε ψηφιστεί είτε όχι το κυβερνητικό νομοσχέδιο. Για να φέρουν όμως αποτέλεσμα αυτό το πρόβλημα θα πρέπει να το αντιμετωπίσουν τα συνδικάτα.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι