Η χειρότερη κρίση μετά τον πόλεμο

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 23/03/2008

Επιδεινώνεται συνεχώς η οικονομική κατάσταση στις ΗΠΑ. Τη γενικευμένη αίσθηση ότι η αμερικανική οικονομία έχει εισέλθει σε ύφεση ενίσχυσε και ο ΟΟΣΑ την Πέμπτη, προβλέποντας μηδενική σχεδόν μεγέθυνσή της το πρώτο εξάμηνο φέτος, και ανάλογες αναμένονται στις 14 Απριλίου οι προβλέψεις του ΔΝΤ. Αλλά η μεγάλη απειλή παραμένει η χρηματοοικονομική κατάρρευση, την οποία δεν έχει αποσοβήσει με όλες τις ως τώρα δραματικές της ενέργειες η Fed. Και το πιο κρίσιμο ερώτημα είναι σε ποιο βαθμό θα μεταδοθεί στον υπόλοιπο κόσμο, με κοντινότερο υποψήφιο θύμα την Ευρώπη.

Η κατάρρευση στις 14 Μαρτίου της Bear Stearns, ενός από τους μεγαλύτερους αγοραστές ενυπόθηκων ομολογιών στην Ουόλ Στριτ, ήταν το πιο πρόσφατο επεισόδιο σε μια αλυσίδα τραπεζών και επενδυτικών κεφαλαίων που έφθασαν στη χρεοκοπία για να διασωθούν την ύστατη στιγμή με κεντρικές παρεμβάσεις. Έχοντας ήδη δώσει βραχυπρόθεσμα δάνεια πάνω από 400 δισ. δολάρια τις τελευταίες εβδομάδες, και ένα νέο ανοικτό δάνειο την περασμένη Κυριακή, η Fed, η κεντρική αμερικανική τράπεζα, δέχθηκε να χορηγήσει 30 δισ. δολάρια στην JP Morgan Chase για να αναλάβει την άλλοτε κραταιά τράπεζα. «Ο παραλυτικός εξαγόρασε τον τυφλό» σάρκαζε σχολιαστής μεγάλης εφημερίδας. Αλλά μια διάσταση που κυρίως επισημαίνουν οι αναλυτές είναι η διάθεση τεράστιων δημόσιων πόρων, χρημάτων δηλαδή των φορολογουμένων, για να καλυφθούν ζημίες που προκάλεσε η άστοχη, κερδοσκοπική διαχείριση τραπεζικών κεφαλαίων εκμέρους των υπευθύνων τους. Και αν στη Βρετανία η ανάλογη, τον περασμένο Οκτώβριο, διάσωση της ειδικευμένης σε ενυπόθηκα δάνεια Northern Rock με πόρους της κεντρικής Τράπεζας της Αγγλίας κατέληξε στην κρατικοποίηση της τράπεζας, έως ότου εξυγιανθεί ώστε να μπορεί να εγγυηθεί την αποπληρωμή του δημόσιου δανείου, στις ΗΠΑ τέτοιο ζήτημα δεν έχει τεθεί για την ώρα.

Μια «λεπτομέρεια» χαρακτηριστική για τον παραλογισμό του συστήματος είναι ότι ο πρόεδρος της Bear Stearns Τζέιμς Κέιν είχε αμοιβή σαράντα εκατομμυρίων δολαρίων μεταξύ 2004 και 2006, είχε βγάλει ακόμα πολλά εκατομμύρια πουλώντας προσωπικές του μετοχές, αλλά ούτε δολάριο από τα προσωπικά του κέρδη δεν υποχρεώνεται να επιστρέψει για τη ζημία που προκάλεσε, όπως έγραφαν προχθές οι New York Times στο κύριο άρθρο τους με τίτλο «κοινωνικοποιημένη αποζημίωση». Και αντιδιέστελλαν τη μεταχείριση του κυρίου αυτού και της πληθώρας των ομοίων του με την τύχη των εκατομμυρίων Αμερικανών φουκαράδων που χάνουν τα σπίτια τους σήμερα καθώς αδυνατούν να αποπληρώνουν τα ενυπόθηκα δάνεια που είχαν πάρει.

Απειλή μετάδοσης

Για ηθικούς ενδοιασμούς αυτού του είδους, ή και για τις επιβαλλόμενες, όπως ολοένα ευρύτερα υποστηρίζεται, μακροχρόνιες θεσμικές αλλαγές, μικρά περιθώρια έχει πάντως τούτη την ώρα η Fed: διότι αντιμετωπίζει τον οξύ κίνδυνο της μετάδοσης, ενός ντόμινο χρεοκοπιών που θα οδηγούσε σε γενική κατάρρευση του χρηματοοικονομικού συστήματος, και με τις χωρίς προηγούμενο παρεμβάσεις της έχει κάνει σαφές ότι θα κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της για να τον αποτρέψει.

Την Τρίτη άλλωστε προχώρησε σε νέα σημαντική μείωση κατά 0,75% του κεντρικού της επιτοκίου, το οποίο στο επίπεδο του 2,25% είναι πλέον αρνητικό σε πραγματικούς όρους, χαμηλότερο δηλαδή από τον τρέχοντα πληθωρισμό, και επίσης πολύ χαμηλότερο από το 4% που ισχύει στην Ευρωζώνη. Η Fed αναγνώρισε ότι ο πληθωρισμός είναι υψηλός και ότι οι πληθωριστικές προσδοκίες ενισχύονται, εκτίμησε όμως ότι θα υποχωρήσει τα επόμενα τρίμηνα με τη χαμηλότερη χρησιμοποίηση του παραγωγικού δυναμικού (δηλαδή με την ύφεση).

Καθώς μέσα στο γενικό πανικό από τις εξελίξεις στην Bear Stearns πολλοί περίμεναν ότι η μείωση του επιτοκίου θα ήταν ακόμα μεγαλύτερη και θα έφθανε τη μονάδα, το 2,25% αντί για το προσδοκώμενο 2% παραδόξως καθησύχασε τις αγορές με αποτέλεσμα το δολάριο να ανακάμψει (το ευρώ υποχώρησε στα 1,54 δολάρια ενώ είχε ξεπεράσει και τα 1,59), το πετρέλαιο να πέσει και πάλι γύρω στα 100 δολάρια το βαρέλι, και ο χρυσός να προσγειωθεί στα 925 δολάρια η ουγγιά (από τα 1000 και πλέον που είχε φθάσει). Και κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει πώς θα κινηθούν η ισοτιμία του δολαρίου και οι εξαιρετικά μεταβλητές τιμές των διεθνών εμπορευμάτων τις επόμενες μέρες. Κατά τον ΟΟΣΑ το πετρέλαιο και τα άλλα διεθνή εμπορεύματα είναι πιθανό να συνεχίσουν να ανατιμώνται από τα τωρινά τους υψηλά επίπεδα για κάποιο διάστημα, παρά την επιβράδυνση των οικονομιών.

Μνήμες 1930

Μόλις κατά 0,1% θα αυξηθεί το αμερικανικό ΑΕΠ το πρώτο τρίμηνο φέτος έναντι του προηγούμενου τριμήνου, ενώ το δεύτερο τρίμηνο η αύξησή του θα είναι μηδενική, σύμφωνα με τις τελευταίες προβλέψεις του ΟΟΣΑ, ο οποίος έκρινε «ενδεχομένως πρόωρο να κηρύξει (την αμερικανική οικονομία σε) ύφεση». Στην Ευρωζώνη η επιβράδυνση προβλέπεται ηπιότερη, το ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 0,5% και 0,4% αντίστοιχα.

Η πραγματική οικονομία δεν είναι προστατευμένη από την χρηματοοικονομική αναταραχή και οι επιπτώσεις στη ζήτηση μπορεί να είναι σημαντικές, άν και δύσκολο να εκτιμηθούν σ’ αυτή τη φάση, γράφει ο ΟΟΣΑ. Αρνητικά επιδρούν είσης η διεθνής αντιστροφή του κύκλου στις κατοικίες (κάμψη μετά από πολυετή ισχυρή άνοδο, στις ΗΠΑ αφαιρεί 1% από το ΑΕΠ), και η συμπίεση των εισοδημάτων των νοικοκυριών από τη ραγδαία άνοδο των τιμών της ενέργειας και των τροφίμων. Η σχέση μεγέθυνσης και πληθωρισμού φαίνεται να έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια, προσθέτει άλλωστε, εκφράζοντας αμφιβολίες για το πόσο η χαμηλή μεγέθυνση θα περιορίσει την άνοδο των τιμών.

Στην επιδείνωση των προοπτικών της παγκόσμιας οικονομίας αναφέρθηκε ο γενικός διευθυντής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου Ντομινίκ Στρως-Καν τη Δευτέρα, σε συνέντευξη τύπου που έδωσε στο Παρίσι. Είναι φανερό ότι η κρίση των χρηματοοικονομικών αγορών που ξεκίνησε στις ΗΠΑ είναι τώρα πιο σοβαρή, αλλά και πιο παγκόσμια, παρ’ όσο πριν από μερικές εβδομάδες, είπε και προειδοποίησε: Ο κίνδυνος μετάδοσης της κρίσης είναι πολύ υψηλός. Κατά τα άλλα, ο Στρως-Καν επαίνεσε τα μέτρα που λαμβάνουν για να διαχειρισθούν την έλλειψη ρευστότητας οι κεντρικές τράπεζες στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη, θεωρώντας ότι θα συνεχίσουν έτσι και το επόμενο διάστημα.

Πρόκειται για τη μεγαλύτερη διεθνή χρηματοοικονομική κρίση μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σύμφωνα με τον προηγούμενο επί δύο δεκαετίες σχεδόν πρόεδρο της Fed Άλαν Γκρίνσπαν, ο οποίος πάντως σε άρθρο του στους Financial Times απέτρεπε από μεταρρυθμίσεις που θα έπλητταν την ευελιξία των αγορών και τον ελεύθερο ανταγωνισμό.

Καθώς όμως σε ολοένα περισσότερους αναλυτές οι τωρινές συνθήκες θυμίζουν την κρίση της δεκαετίας του 1930, λίγοι πλέον εξακολουθούν να συμμερίζονται την εμπιστοσύνη του κ. Γκρίνσπαν στην ικανότητα των αγορών «να μας προφυλάσσουν από την οικονομική αποτυχία». Όπως έγραφε προχθές στους New York Times ο Πολ Κρούγκμαν «η τραπεζική κρίση της δεκαετιάς του 1930 έδειξε ότι οι μη ρυθμιζόμενες, μη εποπτευόμενες χρηματοοικονομικές αγορές πολύ εύκολα μπορούν να πάθουν καταστροφική αποτυχία», ιστορικό μάθημα που ξεχάσαμε τις δεκαετίες που πέρασαν «και τώρα το ξαναμαθαίνουμε από το σκληρό δρόμο».

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι