Η λάμψη του ντόπινγκ, το σκοτάδι των ναρκωτικών

ΑΤΥΠΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΣΥΜΒΟΛΑΙΑ

Νίκος Παρασκευόπουλος, Ελευθεροτυπία, 25/08/2004

Στο πλαίσιο μιας περίεργης ιστορικής γεωγραφίας, η Ανατολή αναζητούσε ανέκαθεν στα ναρκωτικά τη χαλάρωση και η Δύση τη διέγερση.1 Ο σύγχρονος δυτικός κόσμος όμως τείνει να παγκοσμιοποιεί τα μοντέλα του: το κυνήγι της επίδοσης, του εκατοστού του δευτερολέπτου, ήταν αδιανόητο για άλλες εποχές και άλλες νοοτροπίες. Σήμερα το κυνήγι αυτό δοξάζει και δοξάζεται από την τεχνολογία, προβάλλεται επικοινωνιακά σε κάθε γωνιά της Γης και κάποιες εταιρείες φαρμάκων έχουν πιάσει δουλειά. Τα εργαστήρια παράγουν ενέσεις, σιρόπια και σκόνες: τοξικές, διεγερτικές, αυξητικές, ενισχυτικές, γνήσιες και υποκατάστατες. Η δυτική εκδοχή των ναρκωτικών και το ντοπάρισμα δεν απέχουν πολύ.

Ο παραλληλισμός του ντόπινγκ με τη χρήση ναρκωτικών δεν αποτελεί κάποιο εύρημα. Συχνά γίνεται κοινός ο λόγος για τα είδη των απαγορευμένων ουσιών. Αφορμή να γραφούν οι παρακάτω γραμμές αποτέλεσε πάντως η ανάγνωση διαφόρων αφορισμών και ενοχοποιήσεων: ευθύνονται ή δεν ευθύνονται για το ντόπινγκ οι αθλητές, το κράτος, οι προπονητές κ.λπ. Οσο η συζήτηση προχωρεί, γίνεται φανερό ότι ευθύνονται όλες οι πλευρές. Η διαπλοκή των ευθυνών είναι βέβαια πολύ διαφορετική στην περίπτωση των ναρκωτικών.

Συνήθως, η κοινωνική συνενοχή δεν είναι εύκολο να ομολογηθεί. Ειδικά για το ντόπινγκ, μια συζήτηση σε επαρχιακή πόλη με βοήθησε να συνειδητοποιήσω αρκετά πράγματα. Μεταφέρω εδώ τα λόγια ενός γυμναστή, εργαζόμενου σε τοπικό Γυμνάσιο.

«Οταν στο σχολείο δούμε ότι ένα παιδί έχει καλές αθλητικές επιδόσεις, το ενθαρρύνουμε να προχωρήσει. Πηγαίνει σε αθλητικούς συλλόγους. Εκεί κάποιοι προπονητές (ασφαλώς και ευτυχώς όχι όλοι) αναλαμβάνουν δράση. Επιβεβαιώνοντας τις προοπτικές του μαθητή-αθλητή, καλούν τους γονείς του και τους ανακοινώνουν, περίπου, τα εξής:

Το παιδί σας είναι καλός δρομέας (άλτης, ρίπτης κ.λπ.). Με τις δικές του όμως δυνάμεις, αν μείνει αβοήθητο, ό,τι ότι ήταν να πετύχει, το πέτυχε. Το πολύ, πρώτος (πρώτη) του χωριού. Αν θέλετε το ταλέντο του να μην πάει χαμένο, να κάνει πρωταθλητισμό με προοπτικές να μπει στο πανεπιστήμιο χωρίς εξετάσεις, να βρει σίγουρη δουλειά π.χ. στα Σώματα Ασφαλείας, να κερδίσει χρήματα, να δοξαστεί, τότε θα χρειαστεί κάποια ειδική διατροφή και βιταμίνες. Το παιδί είναι ανήλικο, εσείς είστε οι γονείς, εσείς αποφασίζετε.

Πολλοί γονείς αρνούνται αμέσως. Αλλοι ρωτούν με θνησιγενή ανησυχία: Ναι, αλλά όλα αυτά που ακούγονται για ντοπαρίσματα;

Η απάντηση είναι στερεότυπη: Οι ουσίες που θα πάρει το παιδί βασικά είναι ακίνδυνες. Οι παρενέργειες είναι πολύ σπάνιες. Στο κάτω κάτω της γραφής και ένα απλό αντιβιοτικό ή μια ασπιρίνη να πάρει κανείς, μία στο εκατομμύριο η παρενέργεια μπορεί να εμφανιστεί».

Αν οι γονείς δεχτούν, το συμβόλαιο έκλεισε. Επειδή μάλιστα οι γονείς αυτοί που δέχονται είναι αρκετοί, μπορούμε να αναφερόμαστε σε κοινωνικό συμβόλαιο. Στη συνέχεια οι όροι του παιχνιδιού θα τηρηθούν: οι εμπλεκόμενοι θα εθελοτυφλούν και θα αλληλοκαλύπτονται.

Ανάλογα συμβόλαια συνάπτονται άλλωστε και σε μερικούς ναούς του μπόντι- μπίλντινγκ: ένας αυριανός «φουσκωτός» τυχαίνει να βιάζεται για τη βέβαιη απορρόφησή του σε μια σειρά νόμιμων ή παράνομων επαγγελμάτων. Πρόθυμος τότε ο επιχειρηματίας τού προσφέρει την ειδική ουσία για την ανάπτυξη των μυών. Διάχυτες κοινωνικές συνενοχές περιβάλλουν και το φαινόμενο της διάδοσης των ναρκωτικών. Ας σκεφτούμε πασίγνωστα παραδείγματα:

* Τους «αγανακτισμένους περιοίκους» που, με τη συμπαράσταση ακόμη και δημοτικών αρχών, αντιδρούν στη λειτουργία μονάδων απεξάρτησης, έστω κι αν οι τελευταίες καμιά, την παραμικρή, ενόχληση δεν προκαλούν στη γειτονιά (περίπτωση μονάδας του ΚΕΘΕΑ στα Λαδάδικα Θεσσαλονίκης).

* Τον μεγαλέμπορο κοκαΐνης στην Πιερία, που αγόραζε ποδοσφαιρικές ομάδες και έκτιζε γήπεδα, που σκορπούσε χρήματα και απολάμβανε τον σεβασμό των συμπολιτών του, ενώ το μαύρο χρώμα του χρήματός του ήταν ορατό από μακριά.

* Ας αναλογιστούμε, τέλος, ότι ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας κλείνει τα μάτια απέναντι στο χειροπιαστό έργο της στεγνής - ριζικής απεξάρτησης. Προτιμά να οργανώνει την εύκολη -χωρίς ψυχοκοινωνική στήριξη- υποκατάσταση. Μεταξύ 1998 και 2002 η αύξηση των υπηρεσιών που αφορούν τη μείωση της βλάβης μέσω υποκαταστάτων έφτασε στη χώρα μας το 96%, τη στιγμή που σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν ξεπέρασε το 44%.2 Το εγχώριο αυτό ποσοστό αύξησης αναμένεται να υπερυψωθεί κι άλλο και μάλιστα αλματωδώς, με την ανάπτυξη προγραμμάτων χορήγησης βουπρενορφίνης, ενώ η ψυχοκοινωνική στήριξη συγκριτικά παραμελείται. Με τα υποκατάστατα η υγεία των χρηστών σταθεροποιείται ή βελτιώνεται. Από την άλλη όμως έτσι επισημοποιείται και ενισχύεται το μήνυμα ότι μια ουσία φέρνει τη λύση. Η εξάρτηση και ο τρόπος ζωής του «πρεζονιού» συνεχίζονται, ο κύκλος της παρανομίας και της καταστολής ανατροφοδοτείται και οι πιάτσες στη χειρότερη περίπτωση μετοκομίζονται, εκούσια ή βίαια.

Το κλίμα και οι τύποι κοινωνικής συνενοχής δεν αποτελούν όμως τη μόνη ομοιότητα του ντόπινγκ αφενός και της κατάχρησης ναρκωτικών αφετέρου. Καταγράφω δειγματοληπτικά: και στις δύο περιπτώσεις η ικανοποίηση έρχεται στην αρχή, οι βλάβες ακολουθούν στη συνέχεια. Φαινόμενα όπως η κλιμάκωση και η πολυφαρμακία είναι κοινά, ενώ τα κέρδη των παραγωγών και ιδίως των εμπόρων των ουσιών είναι και στους δύο τομείς τεράστια. Εξίσου τηλεγραφικά επισημαίνω κάποιες διαφορές: ο αθλητής που ντοπάρεται, συνήθως ανώτερος πάσης υποψίας, βαδίζει προς την επιτυχία και τη λάμψη· ο χρήστης ναρκωτικών, αντίθετα, νωρίς κατρακυλά σε ένα ζοφερό κόσμο. Ο λήπτης του ντόπινγκ εξάλλου είναι ενταγμένος στο κυρίαρχο κοινωνικοοικονομικό σύστημα. Αντίθετα, ο χρήστης ναρκωτικών οδηγείται στον κοινωνικό αποκλεισμό: άλλοτε από δική του επιλογή, άλλοτε σπρωγμένος.

Ισως αναρωτηθεί κανείς, σε τι άραγε χρησιμεύει η επιχειρούμενη εδώ σύγκριση του κόσμου του ντόπινγκ με αυτόν της πρέζας και η ανάδειξη των αντίστοιχων κοινωνικών συμβολαίων· μήπως, δηλαδή, επιχειρείται για θεωρητικούς μόνο λόγους, καθώς τίποτε δεν πρόκειται ν’ αλλάξει;

Σαφής η απάντηση: η σύγκριση εκθέτει ιδίως τις μεροληψίες της κρατικής καταστολής και της κοινωνικής αντίδρασης. Εμποροι, χρήστες και βλαβερές για την υγεία συνέπειες εντοπίζονται και στις δύο πλευρές, καθώς επίσης και νομοθετικές προβλέψεις για ποινές. Η διωκτική και η κοινωνική ανεκτικότητα όμως απέναντι στο ντόπινγκ, σε αντίθεση με την αυστηρότητα απέναντι στη χρήση ναρκωτικών, είναι δεδομένη. Τεκμήρια της ανεκτικότητας αυτής, τα στραβά μάτια ενώπιον των ενδείξεων του ντόπινγκ (ακμή, τραχειά φωνή κ.λπ.) καθώς και ενώπιον του αριθμού των αθλητών που αποσύρονται από τους αγώνες λόγω ύποπτων τραυματισμών. Λίγο να προσέξουμε εξάλλου, συνειδητοποιούμε τη σπανιότητα και τον δευτερεύοντα (αφού προηγουμένως έχουν κινητοποιηθεί οι πάντες) χαρακτήρα των διωκτικών επεμβάσεων στην επικράτεια του ντόπινγκ. Απτό παράδειγμα, οι κατασχέσεις σκευασμάτων που έμειναν ανεφάρμοστες. Από την άλλη πλευρά αντιπαρατίθενται οι «επιχειρήσεις σκούπα» κατά θυμάτων (που, πάντως, κανένα δεν παραπλανούν) και οι κοινωνικοί αποκλεισμοί.

Η επιλεκτικότητα επομένως της καταστολής, κρατικής και κοινωνικής, απέναντι στα δύο φαινόμενα δεν είναι σύστοιχη προς αξιακές ή θεσμικές διαβαθμίσεις. Ανταποκρίνεται στον αντίστοιχο βαθμό εξυπηρέτησης ενός κυρίαρχου οικονομικοϊδεολογικού συστήματος. Η διάγνωση αυτή αποτελεί αναγκαίο, αν και όχι ικανό, όρο για εφικτές αλλαγές.

*Καθηγητής Νομικής ΑΠΘ, πρόεδρος ΚΕΘΕΑ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Βλ. Ε. Γιούνγκερ, Ναρκωτικά και μέθη (μτφρ. Κ. Παπαγιώργη, 1978, 2003) 53.
2. Βλ. παρατηρήσεις Κ. Μάτσα, Αρθρο, Εξαρτήσεις 5 (2004) 35.

Θέμα επικαιρότητας:
Αθήνα 2004

Σύνολο: 25 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι