Ανισότητες και ανασφάλεια

Πίσω από τις στατιστικές νιώθουμε να απειλούμαστε

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 07/05/2008

Έχουν λόγους να απορούν οι οικονομολόγοι που πρόσκεινται στην κυβέρνηση ή που πάντως υιοθετούν τις βασικές πολιτικές επιλογές των ιδιωτικοποιήσεων, της απελευθέρωσης των αγορών, της μείωσης των κρατικών παρεμβάσεων και της γενικότερης υποχώρησης του δημόσιου τομέα στην οικονομία. Τα στοιχεία δείχνουν το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν στην Ελλάδα να αυξάνεται ακόμα με σχετικά καλούς ρυθμούς· 4% πέρυσι, πάνω από 3% φέτος. Και μαζί του να εξακολουθούν να αυξάνονται σε πραγματικούς όρους και οι μισθοί, και η απασχόληση, και τα εισοδήματα των νοικοκυριών, και η συνολική ιδιωτική κατανάλωση. Παρά τις προειδοποιήσεις τους άλλωστε για το επικίνδυνα μεγάλο εξωτερικό έλλειμμα και δημόσιο χρέος, την έως τώρα ανοδική πορεία βεβαιώνουν οι πρόσφατες εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, προβάλλοντάς την στο 2008 και το 2009. Πώς εξηγείται τότε μια τόσο έντονη κοινωνική δυσφορία για την οικονομία;

Υπάρχει ακρίβεια, στα τρόφιμα και στην ενέργεια ιδίως, παραδέχονται οι κυβερνητικοί οικονομολόγοι, αλλά σε έξαρση είναι ο πληθωρισμός και στην υπόλοιπη ευρωζώνη, όπου οι μισθοί και τα εισοδήματα των νοικοκυριών τον παρακολουθούν πολύ λιγότερο, εξ ου και η κατανάλωση αυξάνεται στον μισό ρυθμό της δικής μας. Η ανεργία μας είναι ακόμα υψηλή, αναγνωρίζουν επίσης, μειώνεται όμως, όταν στην Ισπανία, για παράδειγμα, ανεβαίνει και πάλι ραγδαία. Οπότε, δεν καταλαβαίνουν την τόση αγανάκτηση.

Έξω από τον ορίζοντά τους βρίσκεται ωστόσο ένα κεντρικό ελληνικό χαρακτηριστικό: οι μεγάλες ανισότητες. Είναι γνωστό ότι η Ελλάδα μαζί με την Πορτογαλία παρουσιάζει τη μεγαλύτερη εισοδηματική ανισότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως μετριέται από την Επιτροπή, με το φτωχότερο 20% του πληθυσμού να φτάνει μόλις στο ένα έκτο του εισοδήματος του πλουσιότερου 20% και ταυτόχρονα να βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχειας. Οι ανισότητες δεν εξαντλούνται στη διαφορά εισοδήματος ανάμεσα στο ανώτατο και το κατώτατο πέμπτο του πληθυσμού, ούτε θα τις αμβλύνει το νέο Ταμείο του κ. Αλογοσκούφη με επιδόματα σε κάποιες χιλιάδες ανθρώπους κοντά στο στατιστικό όριο της φτώχειας ίσα για να το δρασκελίσουν. Τις συνέπειες και τη δυναμική των ανισοτήτων λίγο τις μελετούμε. Δεν ξέρουμε πώς μεταβάλλονται, οι υποτυπώδεις στατιστικές που διαθέτουμε τις εμφανίζουν σταθερές. Είναι όμως η βάση για την εντεινόμενη ανασφάλεια που αισθάνονται οι περισσότεροι πολίτες.

Στις ΗΠΑ, όπου οι ανισότητες διευρύνθηκαν ραγδαία τα τελευταία χρόνια, έχει διαπιστωθεί ότι κάποιος που ανήκει στο πλουσιότερο 5% του πληθυσμού ζει 20 χρόνια παραπάνω από τον ανειδίκευτο μακροχρόνια άνεργο του φτωχότερου 5%. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 15 η διαφορά είναι 7 χρόνια, στην Ισπανία 10, έγραφε στην «Εl Ρais» την Πρωτομαγιά ο Βισένς Ναβάρο, καθηγητής δημοσίων πολιτικών στα πανεπιστήμια Ρompeu Fabra της Βαρκελώνης και John Ηopkins της Βαλτιμόρης. Στην Ελλάδα δεν έχουμε δει παρόμοιες συσχετίσεις. Αλλά ο Ναβάρο εξηγούσε ότι το ύψος του εισοδήματος δεν ερμηνεύει από μόνο του τη διαφορά στη θνησιμότητα. Μελέτη για το επίπεδο υγείας που έγινε σε δημοσίους υπαλλήλους της Βρετανίας βρήκε ότι ένα 30% των διαφορών στη θνησιμότητα μπορούσε να εξηγηθεί με τις διατροφικές συνήθειες, το κάπνισμα, την άσκηση κ.λπ. Πιο σημαντικός ήταν ο ρόλος που έπαιζαν άλλοι παράγοντες, όπως η αίσθηση ότι μπορεί κανείς να έχει τον έλεγχο πάνω στη δουλειά του και στη ζωή του. Το εισόδημα, η μόρφωση, η κοινωνική θέση είναι μέσα που πράγματι αυξάνουν μια τέτοια αίσθηση ελέγχου. Αλλά για κάθε άνθρωπο χωριστά η αίσθηση αυτή εξαρτάται από το πώς σχετίζεται με τους άλλους: περισσότερη κοινωνικότητα και αλληλεγγύη φέρνουν καλύτερη υγεία.

O κοινωνικός δαρβινισμός των φιλελεύθερων πολιτικών (όπου ο καθένας πρέπει να ανταγωνίζεται τους άλλους, να τα βγάζει πέρα μόνος του, με ελάχιστη κοινωνική προστασία) είναι η μεγαλύτερη αιτία κοινωνικής παθολογίας, χαμηλής ποιότητας ζωής και υγείας για την πλειονότητα του πληθυσμού, υποστηρίζει ο Ναβάρο. Και ως εμπειρική απόδειξη επικαλείται τη Βρετανία την εποχή της Θάτσερ, όταν η συρρίκνωση των αναδιανεμητικών πολιτικών και η έμφαση στην ανταγωνιστικότητα αύξησαν την εργασιακή ανασφάλεια και την ανεργία και επιδείνωσαν το ποσοστό θνησιμότητας σε όλες τις ηλικίες για τους περισσοτέρους.

Οι πολιτικές κατά της φτώχειας και του αποκλεισμού είναι σημαντικές αλλά ανεπαρκείς, διότι η πλειονότητα του πληθυσμού δεν είναι ούτε φτωχοί ούτε αποκλεισμένοι, η ζωή τους όμως συμπιέζεται από την έλλειψη αλληλεγγύης και κοινωνικής συνοχής. Απαιτούνται, επομένως, πολιτικές αναδιανομής που θα βελτιώσουν την ποιότητα ζωής για την πλειονότητα των πολιτών, μειώνοντας τα κοινωνικά χάσματα και αυξάνοντας την αλληλεγγύη, καταλήγει ο Ναβάρο.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι