Δέκα χρόνια ευρώ

Επιτυχημένο νόμισμα σε πολιτικό κενό

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 14/05/2008

Στις 2 Μαΐου συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια από την ιστορική απόφαση των 15- τότε - ηγετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εκκίνηση του ενιαίου νομίσματος την 1.1.1999. Οι έντεκα χώρες που κρίθηκε ότι είχαν ανταποκριθεί στα κριτήρια του Μάαστριχτ για τον πληθωρισμό, το δημόσιο έλλειμμα και τα επιτόκιά τους κλείδωσαν αμετάκλητα τις ισοτιμίες τους και υιοθέτησαν το νέο, κοινό τους νόμισμα: λογιστικά πρώτα και καθώς στο μεταξύ προσχώρησε και η Ελλάδα, το 2002 οι πληθυσμοί δώδεκα χωρών πήραμε στα χέρια μας τα κέρματα και τα χαρτονομίσματα του ευρώ, αφήνοντας δραχμές, φράγκα, μάρκα, λιρέτες κ.λπ., με τα οποία μετρούσαμε κάθε υλική μας ανάγκη, στο κουτί με τα ενθύμια. Πέρυσι ακολούθησε η Σλοβενία, φέτος η Κύπρος και η Μάλτα, του χρόνου αναμένουμε τη Σλοβακία, άλλες χώρες έπονται.

Είμαστε σήμερα 320 εκατομμύρια άνθρωποι που μιλάμε έντεκα τουλάχιστον διαφορετικές γλώσσες, ψηφίζουμε χωριστά για δεκαπέντε εθνικά Κοινοβούλια και κυβερνήσεις, αλλά μοιραζόμαστε το ίδιο νόμισμα. Και θα γίνουμε περισσότεροι. Αν πάμε πίσω στη δεκαετία του 1990, θα θυμηθούμε πόσοι επιφανείς οικονομολόγοι, πολιτικοί επιστήμονες και άλλοι σχολιαστές (όχι μόνον Αμερικανοί) δυσπιστούσαν απέναντι στο εγχείρημα: ποτέ και πουθενά δεν είχε υπάρξει στην Ιστορία νόμισμα χωρίς κεντρική κυβέρνηση και προϋπολογισμό έλεγαν και υπογράμμιζαν τις σημαντικές διαφορές στην οικονομική διάρθρωση των χωρών που θα το υιοθετούσαν. Αξίζει όμως να θυμηθούμε επίσης ότι η Επιτροπή Ντελόρ, που το 1989 είχε χαρτογραφήσει την πορεία στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση, και μαζί πολλοί ευρωπαϊστές που ένθερμα στήριξαν το σχέδιο, το είδαν ως μεταβατικό προς τον απώτερο στόχο: την πολιτική ένωση της Ευρώπης. Το σκεπτικό ήταν το ίδιο: εφόσον ιστορικά δεν νοείται νόμισμα χωρίς κυβέρνηση, η δυναμική της ΟΝΕ θα υπερβεί τα εμπόδια για την πολιτική ενοποίηση. Στο μεταξύ, η νομισματική ένωση κλείνει δεκαετία. Κανένας από τους τότε δύσπιστους δεν μπορεί σήμερα να αμφισβητήσει την εδραίωση του ευρώ, την επιτυχία που είχε η λειτουργία του ως νόμισμα εσωτερικά και στο διεθνές νομισματικό σύστημα. Όμως οι πολιτικές ελπίδες που επενδύθηκαν στο ευρώ δεν ευοδώθηκαν. Η νομισματική πολιτική είναι η μόνη πραγματικά ενιαία ευρωπαϊκή πολιτική. Ασκείται αποτελεσματικά για τον έλεγχο του πληθωρισμού (η τωρινή έξαρση προήλθε από εξωτερικούς παράγοντες) και με χαμηλά επιτόκια. Ενιαία δημοσιονομική πολιτική, όπως θα απαιτούνταν για να τονωθεί η ανάπτυξη σε περιοχές στάσιμες και με υψηλή ανεργία, για να αντιμετωπίζονται διαρθρωτικές κρίσεις ή μια γενικότερη επιβράδυνση, για να αμβλυνθούν οι μεγάλες ανισότητες, δεν υφίσταται. Ελάχιστα μπορεί να κάνει ένας κοινοτικός προϋπολογισμός που μόλις ξεπερνά το 1% του ΑΕΠ της Ένωσης (εμείς στην Ελλάδα ανήκουμε στις εξαιρέσεις που ωφελήθηκαν πολύ), ενώ οι προϋπολογισμοί των κρατών-μελών καταρτίζονται με εθνικά κριτήρια και απλώς υπόκεινται στον συμφωνημένο περιορισμό του ελλείμματος. Σε όλους τους τομείς, από την ενέργεια και το περιβάλλον μέχρι την απασχόληση και τη μετανάστευση, οι ευρωπαϊκές πολιτικές εξαντλούνται σε προσπάθειες συντονισμού που αποδεικνύονται ανεπαρκείς, καθώς κυριαρχούν επιμέρους συμφέροντα, όπως εκφράζονται από κάθε κυβέρνηση χωριστά. Αυτά τα συμφέροντα αποτρέπουν και την ενιαία πολιτική παρέμβαση της Ευρώπης στη διεθνή σκηνή, μια καθοριστική συμβολή στη διακυβέρνηση της παγκοσμιοποίησης με αφετηρία ευρωπαϊκές αξίες για τη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, το κοινωνικό κράτος, με εποικοδομητικές θέσεις για την πολυμερή συνεργασία, με πρωτοπόρες προτάσεις για το περιβάλλον. Η Ευρωπαϊκή Ένωση των «27» συγκροτεί τη μεγαλύτερη οικονομία με 22,9% του παγκόσμιου ΑΕΠ (ΗΠΑ: 22,3%), η ευρωζώνη είναι η πρώτη εμπορική δύναμη καλύπτοντας το 16,4% του παγκοσμίου εμπορίου (ΗΠΑ: 15,2%, Κίνα: 10,4%). Έχει πολιτική παρουσία ασήμαντη, καθώς αντιπροσωπεύεται διασπασμένη σε εθνικές κυβερνήσεις.

Μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι; Με την έκθεση «Επιτυχίες και προκλήσεις 10 χρόνια μετά την ΟΝΕ» η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανοίγει τη συζήτηση. Η τωρινή ακρίβεια στην ενέργεια και στα τρόφιμα, κάποιες καταχρηστικές ανατιμήσεις προκαλούν εύλογη δυσφορία, δεν αναιρούν όμως τη σταθερότητα που έφερε το ευρώ. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, την περίοδο 1990-98 είχαμε μέσο πληθωρισμό 13,6%, μόλις το 1998, προσπαθώντας να πιάσουμε τα κριτήρια της σύγκλισης, καταφέραμε να τον ρίξουμε στο 4,8%. Τα πρωτόγνωρα χαμηλά επιτόκια συνέβαλαν στην αύξηση των επενδύσεων, στην απόκτηση κατοικίας, στην κατανάλωση. Είμαστε προστατευμένοι από διεθνείς χρηματοοικονομικές αναταραχές, ο βραχνάς των υποτιμήσεων εξαλείφθηκε. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ωστόσο τις προσδοκίες που δεν εκπληρώθηκαν: στην ευρωζώνη συνολικά η ανάπτυξη 2% παρέμεινε χαμηλή, μεγάλες διαφορές πληθωρισμού μεταξύ των χωρών έφεραν απώλειες ανταγωνιστικότητας και εξωτερικά ελλείμματα, λείπει μια ξεκάθαρη διεθνής στρατηγική. Εισηγείται ενισχυμένο συντονισμό των πολιτικών, πιο αποτελεσματική οικονομική διακυβέρνηση, ενοποίηση της διεθνούς εκπροσώπησης. Αλλά η συζήτηση πρέπει να πάει πιο πέρα.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι