Η αντοχή της οικονομίας προσφέρεται για μείωση των ανισοτήτων

Πλούσιοι και φτωχοί στην Ευρώπη

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 21/05/2008

Απροσδόκητα καλά στοιχεία για την ευρωπαϊκή οικονομία δημοσιεύθηκαν την περασμένη εβδομάδα. Ενώ όλοι ανέμεναν επιβράδυνση, το ΑΕΠ στην ευρωζώνη αυξήθηκε κατά το πρώτο τρίμηνο του 2008 αισθητά ταχύτερα (0,7%) απ΄ ό,τι κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2007 (0,4%). Διατήρησε έτσι έναν ικανοποιητικό ετήσιο ρυθμό 2,2%. Μπορεί οι επιπτώσεις της χρηματοοικονομικής κρίσης και των ολοένα υψηλότερων τιμών της ενέργειας να έχουν οδηγήσει τις ΗΠΑ σχεδόν σε ύφεση (μεγέθυνση μόλις 0,1%), στην Ευρώπη συνολικά όμως μέχρι τον Μάρτιο δεν είχαν ανακόψει την άνοδο της παραγωγής, της κατανάλωσης και των επενδύσεων.

Έντονα διέφεραν ωστόσο οι εθνικές οικονομίες εντός της ευρωζώνης: στην Ισπανία το ΑΕΠ αυξήθηκε μόλις κατά 0,3% το πρώτο τρίμηνο φέτος, ρίχνοντας τον ετήσιο ρυθμό σε ένα 2,7% (από 3,5-4% επί χρόνια), με την ανεργία να ανεβαίνει ραγδαία. Η μεγέθυνση θα υποχωρήσει κι άλλο, καθώς η έντονη κάμψη του κατασκευαστικού κλάδου («φούσκα» που έσπασε) θα παραταθεί για μεγάλο διάστημα, προβλέπει εκεί ο αρμόδιος υπουργός Πέδρο Σόλμπες. Χειρότερη ήταν η εικόνα της Πορτογαλίας, με μείωση του ΑΕΠ 0,2% στο τρίμηνο και ετήσιο ρυθμό 0,9%, ενώ δυσμενή στοιχεία αναμένονταν για την Ιταλία και την Ιρλανδία. Αντίστροφα, στη Γερμανία το ΑΕΠ αυξήθηκε θεαματικά 1,5% το πρώτο τρίμηνο φέτος (από μόλις 0,3% το προηγούμενο τρίμηνο), ανεβάζοντας την ετήσια μεγέθυνση σε 2,6%.

Όσο για την Ελλάδα, δεν είναι καθησυχαστική η αύξηση 1,1% που παρουσίασε το ΑΕΠ μέσα στο πρώτο τρίμηνο φέτος συντηρώντας τον ετήσιο ρυθμό 3,6%. Διότι σε ετήσια βάση η αύξηση της κατανάλωσης υποχώρησε σε 2,5% (από 4,6%), οι επενδύσεις μειώθηκαν κατά 1%, οι εξαγωγές αυξήθηκαν μόλις κατά 0,9%. Χωρίς την- περιστασιακή- μείωση των εισαγωγών κατά 4,6%, ο ρυθμός ανόδου του ΑΕΠ θα ήταν πολύ χαμηλότερος. Θα σηματοδοτούσε σοβαρή επιβράδυνση, την οποία άλλωστε ήδη αισθάνονται νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Η ανθεκτικότητα που παρουσιάζει συνολικά η ευρωπαϊκή οικονομία σε συνθήκες διεθνούς επιδείνωσης και οι μεγάλες εσωτερικές της διαφορές αποτελούν πρόσφορο έδαφος για να επανεξετασθούν οι ακολουθούμενες πολιτικές. Μια τέτοια συζήτηση ανοίγει μάλιστα στη Γερμανία, τη χώρα με τις καλύτερες οικονομικές επιδόσεις σήμερα, με μια κυβερνητική έκθεση για τη φτώχεια και τον πλούτο. Το 13% του πληθυσμού ζει εκεί με εισόδημα χαμηλότερο από το όριο της φτώχειας (λιγότερα από 781 ευρώ τον μήνα για έναν άνθρωπο που μένει μόνος του). Άλλοι τόσοι, 13% πάλι, υπερβαίνουν αυτό το όριο μόνο χάρη στα κοινωνικά επιδόματα για μακροχρόνια ανέργους, για στέγη και για τα παιδιά. Η ικανότητα του γερμανικού κοινωνικού κράτους να περιορίζει στο μισό το ποσοστό της φτώχειας, από 26% σε 13%, μοιάζει σημαντική αν συγκριθεί με την αντίστοιχη ελληνική, που το μειώνει μόλις από 23% σε 21%.

Δεν κρίνεται εν τούτοις διόλου επαρκής. Η απόσταση μεταξύ πλουσίων και φτωχών διευρύνθηκε, με τους πλουσιότερους να αυξάνουν τα έσοδά τους, τα εισοδήματα των φτωχών να συμπιέζονται, ενώ των ενδιάμεσων μένουν τελματωμένα είπε ο υπουργός Εργασίας Όλαφ Σολτς παρουσιάζοντας την έκθεση. Ο αριθμός των εργαζομένων κάτω από το όριο της φτώχειας αυξάνεται, παρατήρησε υποστηρίζοντας ότι πρέπει να αυξηθούν οι μισθοί (έχουν μειωθεί σε πραγματικούς όρους) και επίσης να θεσπισθεί κατώτατος μισθός. Επέμεινε εξάλλου στην ανάγκη να αυξηθεί η φορολογία των πλουσίων για να χρηματοδοτηθούν ευρύτερες κοινωνικές πολιτικές. Ενδιαφέρον στοιχείο της γερμανικής έκθεσης είναι ότι πέρα από το όριο της φτώχειας ορίζει και όριο πλούτου: στα 3.418 ευρώ τον μήνα για τον μεμονωμένο, στα 7.178 ευρώ για μια οικογένεια με δύο παιδιά. Όσοι έχουν παραπάνω θεωρούνται πλούσιοι και θα πρέπει να φορολογηθούν περισσότερο, εξήγησε ο Σολτς. Η φορολογία διχάζει την κυβέρνηση Μέρκελ: να αυξηθεί ζητούν οι σοσιαλδημοκράτες, ενώ μειώσεις υπόσχεται η Χριστιανική Ένωση, ο άλλος εταίρος του κυβερνητικού συνασπισμού. Η έκθεση προβλέπει πάντως πολλά μέτρα. Επίκαιρη για εμάς η ενίσχυση των υπερχρεωμένων φτωχών νοικοκυριών: προχθές μάς είπε η Τράπεζα της Ελλάδος πόσο αυξάνονται.

Στο μεταξύ δύο σημαντικές νομοθετικές πρωτοβουλίες ανήγγειλε σε συνεννόηση με τα συνδικάτα ο Βρετανός πρωθυπουργός Γκόρντον Μπράουν: την εξίσωση αμοιβών και εργασιακών δικαιωμάτων των «ενοικιαζομένων» μέσω γραφείων εργαζομένων με το μόνιμο προσωπικό των επιχειρήσεων και την επέκταση του δικαιώματος για ευέλικτο ωράριο σε εργαζόμενους γονείς με μεγαλύτερα παιδιά (ίσχυε μέχρι έξι ετών). Η πρώτη ιδίως αναφέρεται σε ευρύτερη ευρωπαϊκή προσπάθεια, στην οποία αντιστεκόταν η κυβέρνηση Μπλερ. Στη Βρετανία η ανεργία είναι χαμηλή, αλλά το ποσοστό φτώχειας φθάνει το 19% του πληθυσμού (30% χωρίς κοινωνικά επιδόματα) και περιλαμβάνει πολλούς εργαζομένους σε καθεστώς επισφάλειας.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι