ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ: ΛΙΓΗ ΚΟΙΝΗ ΛΟΓΙΚΗ ΔΕΝ ΒΛΑΠΤΕΙ

Λεωνίδας Λουλούδης, Δαίμων της Οικολογίας, 04/09/2004

Άκουγα με απογοήτευση τις ζητωκραυγές χιλιάδων θεατών υπέρ του πρωταθλητή Κεντέρη μαζί με τις αποδοκιμασίες των αμερικανών αθλητών, λίγο πριν την εκκίνηση της κούρσας των 200 μέτρων στο Ολυμπιακό Στάδιο, στις 26 Αυγούστου. Η απογοήτευση, όμως, έγινε αγανάκτηση όταν, από τους τρεις σπορτκάστερ της Ελληνικής Τηλεόρασης, οι δύο, ο Νίκος Αντωνιάδης και ο Γιάννης Μαμουζέλος, απροκάλυπτα υπερθεμάτιζαν των εκδηλώσεων του πλήθους, ως δικαιολογημένων αντιδράσεων κατά του κατεστημένου της Ολυμπιακής Επιτροπής, το οποίο είχε, κατά τη γνώμη τους, αναγκάσει σε αποχή από τους αγώνες τον έλληνα αθλητή. Δεν τους συνέτισαν ούτε τα μετριοπαθή και σώφρονα σχόλια του τρίτου, εξ αυτών, Γιάννη Διακογιάννη. Την άλλη μέρα υπέρ της «λαϊκής εξέργεσης» στρατεύτηκαν, με ζήλο, ο μη εξαιρετέος Νίκος Ευαγγελάτος και, με έκπληξή μου ο συνήθως σοβαρός Σταύρος Λυγερός από τον «Σκάϊ». Άλλους δεν άκουσα. Είχα, ήδη, όμως, ακούσει αρκετούς από τους επιφανείς αθλητικούς παράγοντες του παρελθόντος καθεστώτος να υπερασπίζονται, στην ουσία, την αντίληψη περί «αθλητικού μάνατζμεντ» των Τζέκου-Ιακώβου και, το χειρότερο, τους σημερινούς ολυμπιονίκες (Τσουμελέκα, Δεβετζή, Χαλκιά κ.ά.) να αφιερώνουν τα μετάλλια τους στα «καλά παιδιά», τους Κεντέρη και Θάνου, με προεξάρχοντα τον υπεροπτικό, αποχωρούντα πρωταθλητή του ύψους και, όπως φημολογείται, μέλλοντα Εθνικό προπονητή Λάμπρο Παπακώστα. Συνενοχή, συντεχνιασμός, αβάσταχτη ελαφρότητα ή όλα μαζί; Ένα είναι σίγουρο: υπό το στέγαστρο Καλατράβα, πομπώδες μνημείο της πλέον μοντέρνας κατασκευαστικής λογικής και των ανάλογων αισθητικών συμφραζομένων της, άνθησε, για μια ακόμη φορά, ο νεοελληνικός, ιδιοτελέστατος βέβαια, παραλογισμός.

Γιατί τα λέω όλα αυτά; Μα γιατί προβλέπω, και από άλλες συναφείς περιπτώσεις, για τις οποίες θα μιλήσω πιο κάτω, ότι η συζήτηση για του Ολυμπιακούς αγώνες θα ανάψει μόλις σβήσουν οι προβολείς της τελετής λήξεως. Και όλα δείχνουν ότι μόνο η κοινή λογική δεν θα κυριαρχήσει σε αυτή τη συζήτηση. Ειδικότερα όταν ο προβληματισμός εστιασθεί στα, εκ των πραγμάτων, πολύπλοκα θέματα: τον οικονομικό απολογισμό, τις μετα-ολυμπιακές χρήσεις των αγωνιστικών εγκαταστάσεων, την πολιτική ανάπτυξης του αθλητισμού και βέβαια την αντιμετώπιση του κρατικοδίαιτου, όπως αποδεικνύεται, ντόπινγκ. Και υπάρχει ουσιαστικός λόγος, η συζήτηση, ιδιαίτερα για την Αριστερά και με δική της -όσο της αναλογεί- ευθύνη, να μην εκτραπεί, κατά τα συνήθη, σε πολιτικό σκυλοκαυγά, τηλεοπτικής χρήσεως. Μάλιστα, οι Ολυμπιακοί αγώνες, πρέπει να μας προβληματίσουν σοβαρά, ό,τι και αν είχαμε υποστηρίξει περί αυτών πριν την τέλεσή τους. Για να συνεννοηθούμε, ο γράφων είχε υποστηρίξει δημόσια και εξακολουθεί να πιστεύει ότι η ανάληψη των Ολυμπιακών αγώνων ήταν λάθος επιλογή. Όμως…

Μια καλή αρχή, «για να μη τρελαθούμε τελείως», είναι η παραδοχή ότι οι αγώνες, όσον αφορά το αγωνιστικό, οργανωτικό και θεαματικό τους μέρος πέτυχαν. Αυτή η επιτυχία είναι δύσκολο να αρνηθεί κανείς ότι θα έχει θετικό αντίκτυπο για την Ελλάδα διεθνώς. Για την προσέλκυση κεφαλαίων, τον τουρισμό και την αντιμετώπιση, τέλος πάντων, της χώρας ως ισότιμου, τηρουμένων των αναλογιών, μέλους του δυτικού κόσμου. Έχω προσωπική αντίληψη περί του πώς μας αντιμετώπιζαν στο εξωτερικό, Ευρωπαίοι συνάδελφοι, ακόμη και φίλοι πανεπιστημιακοί τις εποχές του τριτοκοσμικού ΠΑΣΟΚ και ιδιαίτερα της ασθένειας Παπανδρέου. Θετική, επίσης, είναι η κατασκευή υποδομών, οι οποίες επιτρέπουν στην Αθήνα να αποκαταστήσει συνθήκες καθημερινότητας ανάλογες σύγχρονης μεγαλούπολης. Δεν είναι μόνο η προφανής αναβάθμιση των δημόσιων μέσων μεταφοράς, αλλά και η ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων με την ανάδειξη του ιστορικού κέντρου, την εκτεταμένη πεζοδρόμηση και το βάψιμο των πολυκατοικιών. Αυτονόητης σημασίας είναι και η διευκόλυνση της πρόσβασης στο θαλάσσιο μέτωπο της πόλης χωρίς την αναγκαστική χρήση ιδιωτικού αυτοκινήτου, που θα αξιοποιηθεί περισσότερο με την καλύτερη οργάνωση του τραμ και την αποπεράτωση του έργου διαχείρισης αστικών λυμάτων της Ψυτάλλειας. Το κοινώς λεγόμενο ότι στην Αθήνα έγιναν έργα μιας εικοσαετίας σε τρία ή τέσσερα χρόνια δεν απέχει πολύ από την αλήθεια.

Από εκεί και πέρα αρχίζουν τα ερωτηματικά. Πελώρια και αναπάντητα μέχρι στιγμής. Δεν είναι μόνο το κόστος των αγώνων που, ούτως ή άλλως, είναι μεγάλο σε σχέση με τις δυνατότητες της οριακά βιώσιμης ελληνικής οικονομίας (δημόσιο χρέος και έλλειμμα, κάτω του 3,5% του ΑΕΠ για την παιδεία κ.τ.λ.). Πρόβλημα είναι και ο ρεαλιστικός υπολογισμός του κόστους, αν συνεκτιμηθούν «αλγεβρικά» τα έμμεσα μακροχρόνια οφέλη και οι άμεσες (και μακροχρόνιες) εξωτερικές επιβαρύνσεις, δηλαδή η υποβάθμιση, σε μερικές περιπτώσεις ακόμη και η καταστροφή του περιβάλλοντος. Είναι η διαχείριση και συντήρηση των δεκάδων αθλητικών, αδικαιολόγητου μεγέθους, όπως λέγεται, εγκαταστάσεων. Θα ιδιωτικοποιηθούν; Θα αλλάξει η χρήση τους; Με ποιες διαδικασίες; Από ποιους φορείς, σε ποιους αγοραστές θα πάνε; για ποια χρήση; Τι θα γίνει με τις υποσχέσεις περί «πρασίνου» που -τι έκπληξη!- ξεχάστηκαν εντελώς; Η νέα κυβέρνηση δεν φαίνεται, επί του παρόντος, να έχει τεκμηριωμένη άποψη για όλα αυτά τα σοβαρά θέματα.

Τέλος, μένει και, φοβάμαι, επί της ουσίας δεν θα μπορέσει να απαντηθεί ποτέ, το μέγα ερώτημα των επιπτώσεων της ανάληψης των Ολυμπιακών αγώνων, στην περιφερειακή ανάπτυξη της χώρας. Η σύμπτωση (αν, προς στιγμήν, θεωρήσουμε, με μεγάλη επιείκεια, ότι οι πρωταγωνιστές της ανάληψης, και από τα δύο μεγάλα κόμματα, αγνοούσαν τις επικείμενες χρηματοδοτήσεις της Ευρωπαϊκής σύγκλισης και ολοκλήρωσης) προγραμματισμού και διαχείρισης των Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης, ιδιαίτερα του κρίσιμου Τρίτου, με τις εσπευσμένες διαδικασίες κατασκευής των ολυμπιακών έργων, δεν αποκλείεται να αποδειχθεί μοιραία για το πρότυπο ανάπτυξης της χώρας. Ένα παράδειγμα: η υπερεπένδυση, για την κατασκευή υποδομών στην πρώην γεωργική περιοχή των Μεσογείων και, γενικότερα, στην Ανατολική Αττική, θα οδηγήσει νόμιμα ή αυθαίρετα στην επέκταση του αστικού ιστού του Λεκανοπεδίου Αττικής επιτρέποντας ακόμη και τον διπλασιασμό των κατοίκων αλλά και των δραστηριοτήτων του. Αυτό που κάποτε λέγαμε «άλλη ανάπτυξη» και εννοούσαμε «περιφερειακή», «ισόρροπη», «περιβαλλοντικά βιώσιμη» κ.τ.λ. ανάπτυξη, αποτελεί, εκ των πραγμάτων πια, τελειωμένη υπόθεση. Ο Αθηναιοκεντρικός υδροκεφαλισμός είναι εδώ και θα μείνει για πολλές δεκαετίες, με όλες τις (αρνητικές για μια ορισμένη σχολή σκέψης) πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές του συνέπειες, για το σύνολο της επικράτειας.

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, η συζήτηση για τους Ολυμπιακούς, μετά την λήξη τους, θα πρέπει να αρχίσει από την αρχή και θα είναι δύσκολη. Διασώζοντας και διορθώνοντας τα κεκτημένα, περιορίζοντας και αποκαθιστώντας τις ζημιές. Προϋπόθεση, όπως είπα, είναι η επιστράτευση της κοινής λογικής που τόσο την αποστρέφεται η «ξύλινη γλώσσα της Αριστεράς». Το σημείωσε, ήδη, με παρρησία ο Άγγελος Ελεφάντης στην «Αυγή» (1.8.2004), εκτιμώντας ότι οι αγώνες θα έχουν επιτυχία και λαϊκή αποδοχή παρά τις προσπάθειες της Αριστεράς να πείσει για το αντίθετο. Κατά ευτυχή σύμπτωση, δείγμα αυτής της κριτικής γλώσσας, την οποία οφείλει να υιοθετήσει ένας πειστικός λόγος περί των Ολυμπιακών αγώνων, έδωσε μια έκθεση που δημοσιοποίησε, την ίδια ημέρα, η περιβαλλοντική οργάνωση WWF Ελλάδας με τίτλο: «Περιβαλλοντική αξιολόγηση της Ολυμπιάδας του 2004». Διαβάστε τη. Ολοκληρωμένη, συστηματική, παρά την έλλειψη ή ορθότερα την απόκρυψη (από τους αρμόδιους φορείς) στοιχείων, παραδέχεται τις φωτεινές και φωτίζει τις σκοτεινές όψεις αυτής της μεγάλης εθνικής περιπέτειας, με πρόσχημα τον αθλητισμό, που περάσαμε. Μπορούμε σε αυτή τη γραμμή σκέψης να δουλέψουμε με περισσότερα στοιχεία, τώρα, μετά τους αγώνες. Θα το κάνουμε;

Θέμα επικαιρότητας:
Αθήνα 2004

Σύνολο: 25 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι