Στα όρια της οικονομικής ύφεσης η Ευρωζώνη

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 25/08/2008

Η ύφεση συζητείται πλέον ως ανησυχητικό ενδεχόμενο στην Ευρωζώνη, μετά την υποχώρηση του ΑΕΠ κατά 0,2% το δεύτερο τρίμηνο του 2008. Προτάσεις για την αποτροπή της ετοιμάζει η προεδρεύουσα Γαλλίδα υπουργός Κριστίν Λαγκάρντ ενόψει του Συμβουλίου Ecofin στις 12 Σεπτεμβρίου. Στην Ελλάδα η οικονομική μεγέθυνση ακόμα συνεχίζεται με ετήσιο ρυθμό που υπερβαίνει το 3%, σε ολοένα πιο σαθρές βάσεις όμως. Την υπονομεύει η νέα σοβαρή επιδείνωση των δημοσίων οικονομικών και του εξωτερικού ισοζυγίου.

Για πρώτη φορά αφότου δημιουργήθηκε το ενιαίο νόμισμα πριν από δέκα χρόνια, το ΑΕΠ της Ευρωζώνης συρρικνώθηκε στο διάστημα Απριλίου-Ιουνίου από το επίπεδο του πρώτου τριμήνου του έτους. Στη Γαλλία ιδίως ανησυχούν έντονα, καθώς η μείωση 0,3% του δευτέρου τριμήνου ισοφαρίζει σχεδόν την αύξηση 0,4% που είχε σημειωθεί το πρώτο τρίμηνο, μηδενίζοντας χονδρικά την έως τώρα καταγεγραμμένη φετεινή μεγέθυνση. Ανάλογη εξέλιξη παρατηρείται στην Ιταλία. Στη Γερμανία η κάμψη ήταν μεγαλύτερη, 0,5%, ήρθε όμως μετά τη θεαματική άνοδο 1,3% του πρώτου τριμήνου και η εκεί κυβέρνηση εμφανίζεται ψύχραιμη, προβάλλοντας την ανθεκτικότητα της οικονομίας.

Στην ανάγκη για ένα έκτακτο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων ύψους 25 δισ. ευρώ από τον Οκτώβριο εμμένει ωστόσο η συνδικαλιστική ένωση DGB προκειμένου να αποτραπεί η οικονομική ύφεση. Προπάντων φοβάται αρνητικές συνέπειες για τους περιστασιακά ή ενοικιαζόμενους απασχολούμενους, τους πρώτους που απολύονται σε κάθε δυσκολία. Γι’ αυτό και απορρίπτει την πρόταση ενίσχυσης των επιχειρήσεων και των εισοδημάτων που συζητούν οι Χριστανοδημοκράτες, να μειωθεί η ασφαλιστική εισφορά κατά της ανεργίας κάτω από 3%. Η ανεργία ήδη ανεβαίνει στην Ισπανία εξάλλου, όπου οι ανά τρίμηνο ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ κατά 0,7-0,8% πέρυσι έπεσαν σε ένα 0,1% μόλις το δεύτερο φετεινό τρίμηνο. Το καλό εκεί είναι ότι με το δημόσιο χρέος της χώρας να βρίσκεται σαφώς κάτω από το συνιστώμενο όριο του 60% του ΑΕΠ και έχοντας τηρήσει πλεονασματικούς προϋπολογισμούς στα χρόνια της έντονης ανόδου, η κυβέρνηση Θαπατέρο έχει τώρα περιθώρια να χρηματοδοτήσει πολιτικές για τη στήριξη της απασχόλησης, την καλύτερη εκπαίδευση των εργαζομένων, την ανακούφιση των φτωχότερων.

Απαισιόδοξες εκτιμήσεις

Διόλου ευνοϊκές δεν είναι πάντως οι ενδείξεις για τους επόμενους μήνες. Ο δείκτης ΡΜΙ (εκτιμήσεις των υπευθύνων προμηθειών των επιχειρήσεων) που δημοσιεύθηκε την περασμένη εβδομάδα υποδηλώνει μείωση του προϊόντος του ιδιωτικού τομέα στην Ευρωζώνη για τρίτο συνεχόμενο μήνα τον Αύγουστο, χαμηλότερες παραγγελίες, άρα και αρνητικές προοπτικές για το φθινόπωρο. Αν στο τρίμηνο Ιουλίου-Σεπτεμβρίου σημειωθεί κάποια νέα συρρίκνωση του ΑΕΠ, τότε η οικονομία της Ευρωζώνης θα βρίσκεται σε ύφεση σύμφωνα με τον τεχνικό ορισμό (δύο διαδοχικά τρίμηνα αρνητικής μεγέθυνσης). Αλλά και αν όχι, η στασιμότητα δεν αποφεύγεται. Για ασθενικότητα της οικονομίας αυτό το καλοκαίρι είχε προειδοποιήσει άλλωστε στις αρχές Αυγούστου ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Ζαν-Κλοντ Τρισέ. Οι προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας για το επόμενο εξάμηνο καταγράφονταν οι πιο απαισιόδοξες των τελευταίων δεκαοκτώ ετών στο δείκτη Ifo (εκτιμήσεις 1025 εμπειρογνωμόνων από 92 χώρες), του γνωστού ινστιτούτου οικονομικών ερευνών του Μονάχου. Χειρότερες στη δυτική Ευρώπη (αλλά όχι τόσο στη Γερμανία) μαζί με ορισμένες ασιατικές χώρες ως προς τη μεγέθυνση, ενώ ο πληθωρισμός χάρη στη σημαντική πτώση των διεθνών τιμών του πετρελαίου και άλλων πρώτων υλών. Στην κάμψη της ζήτησης και στη γενικότερη οικονομική επιβράδυνση αποδίδουν αυτήν την πτώση οι αναλυτές. Το πετρέλαιο ξεπέρασε πάλι τα 120 δολάρια το βαρέλι, απέχει όμως πολύ από το ρεκόρ των 147 δολαρίων του Ιουλίου. Εντυπωσιακά λίγο επηρεάστηκε από τη ρωσο-γεωργιανή σύρραξη και το κλείσιμο του αγωγού από το Μπακού. Απομακρύνεται έτσι η πιθανότητα νέας αύξησης των επιτοκίων του ευρώ που θα έβαζε πρόσθετο φρένο στην οικονομία.

Το ζητούμενο όμως, κατά πολλούς οικονομολόγους, θα ήταν τα επιτόκια να μειωθούν έγκαιρα ενόψει του κινδύνου της ύφεσης. Μεταξύ αυτών και ο από καιρό απαισιόδοξος καθηγητής Νούριελ Ρουμπίνι (Πανεπιστήμιο Νέας Υόρκης), ο οποίος βλέπει αυξημένες τις πιθανότητες για μια σοβαρή παγκόσμια οικονομική ύφεση καθώς στις φούσκες κατοικιών και δανείων που κατέρρευσαν προστίθεται η αρνητική επίπτωση του πλούτου από την πτώση των Χρηματιστηρίων διεθνώς. Οι επτά ισχυρότερες οικονομίες (G7) έχουν εισέλθει ή βρίσκονται στα πρόθυρα ύφεσης, υποστηρίζει. Η αμερικανική άνοδος του τελευταίου τριμήνου (συν 0,5% του ΑΕΠ) είναι προσωρινή, εξηγεί, διότι μέσα στο καλοκαίρι θα εξαντληθεί η τόνωση των 100 δισ. δολαρίων επιστροφών φόρων από τον προϋπολογισμό των ΗΠΑ. Ο Ρουμπίνι εκτιμά σε πρόσφατο άρθρο του ότι η κάμψη των κατοικιών θα επεκταθεί στις μικρότερες ευρωπαϊκές οικονομίες, όπου κατονομάζει και την Ελλάδα, σημειώνοντας ότι με ύφεση απειλούνται ιδίως όσες έχουν μεγάλα εξωτερικά ελλείμματα.

Πλασματική ανάπτυξη εμφανίζει η Ελλάδα

Αύξηση ΑΕΠ: η άλλη όψη της έκρηξης του δημοσίου ελλείμματος

Μια επιφανειακή ανάγνωση των τελευταίων στοιχείων της Eurostat για το ΑΕΠ στις χώρες της Ευρωζώνης θα μπορούσε να οδηγήσει σε εφησυχασμό για τη χώρα μας. Πράγματι η Ελλάδα εμφανίζει την υψηλότερη άνοδο του ΑΕΠ το δεύτερο τρίμηνο φέτος έναντι του πρώτου τριμήνου, 0,6%, μετά από μιαν αντίστοιχη άνοδο 1,1% το πρώτο τρίμηνο έναντι του τελευταίου περυσινού, και σε ετήσια βάση 3,5% το πρώτο εξάμηνο φέτος σε σύγκριση με το πρώτο εξάμηνο του 2007. Μια τέτοια εικόνα θετικής εξαίρεσης στην Ευρωζώνη προσπαθεί να προβάλει η κυβέρνηση και να την αποδώσει στις υποτιθέμενες επιτυχείς μεταρρυθμίσεις της, παραπέμποντας στη διεθνή επιδείνωση για όλες τις δυσκολίες και για την αδυναμία της να ικανοποιήσει λαϊκά αιτήματα. Αυτό θα είναι το πνεύμα της ομιλίας του πρωθυπουργού στη Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης σε λίγες μέρες.

Πρόκειται όμως για εικόνα εντελώς πλασματική. Δεν έχουμε μια καλή ανάπτυξη και ταυτόχρονα, δυστυχώς, κάποια δημοσιονομικά προβλήματα που δεν επιλύσαμε ακόμα, καθώς και δυσκολίες στο ισοζύγιο πληρωμών λόγω της διεθνούς κρίσης. Η αύξηση του ΑΕΠ που παρουσιάζουμε δεν εκφράζει μιαν αντίστοιχη αύξηση του πλούτου που παράγεται στη χώρα. Είναι η άλλη όψη του διογκούμενου δημοσίου ελλείμματος, το οποίο αυξήθηκε κατά 2,4 δισ. ή κατά 35%(!) το πρώτο εξάμηνο φέτος σε σύγκριση με πέρυσι. Διότι αν τα φορολογικά έσοδα είχαν αυξηθεί κατά 12,9% (σύμφωνα με τον προϋπολογισμό) αντί κατά 4,3% μόλις, όπως ανακοινώθηκε, προφανώς και τα διαθέσιμα εισοδήματα δεν θα είχαν αυξηθεί με ρυθμό που να στηρίζει μια μεγέθυνση 3,5%. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τις δαπάνες που αυξάνουν επιλεκτικά ορισμένα εισοδήματα (στρατιωτικών, αστυνομικών, δικαστικών μέσω μισθολογίων, αλλά και διάφορα άλλα με πιο πολύπλοκους και αδιαφανείς τρόπους). Σε πολύ μικρότερο βαθμό βελτιώνουν τις παραγόμενες δημόσιες υπηρεσίες, ή αντιμετωπίζουν τις εντεινόμενες κοινωνικές ανισότητες.

Όλα τα αυξανόμενα εισοδήματα δημιουργούν ολοένα μεγαλύτερη ζήτηση που δεν μπορεί να καλυφθεί από την ισχνή εγχώρια παραγωγή. Στρέφονται έτσι σε ολοένα περισσότερες εισαγωγές, οι οποίες, αν αφήσουμε κατά μέρος τις ειδικές περιπτώσεις των πολύ μεταβλητών καυσίμων και των πλοίων, είχαν ετήσια αύξηση το πρώτο εξάμηνο φέτος 11,3%, μεγαλύτερη από την (καλή όντως) αύξηση 10% σχεδόν εξαγωγών που είναι όμως υποπολλαπλάσιες. Διογκώνεται έτσι και το εξωτερικό έλλειμμα μαζί με το δημόσιο έλλειμμα, καλύπτονται ολοένα περισσότερο με εξωτερικό δανεισμό, δημιουργώντας αυξανόμενες απαιτήσεις για την πληρωμή τόκων (κατά 16% το πρώτο εξάμηνο φέτος). Μόλις ανακοινώθηκε μια νέα αύξηση του δημοσίου χρέους το τελευταίο τρίμηνο.

Με δεδομένες τις υψηλές κοινοτικές εισροές για τη χρηματοδότηση επενδυτικών προγραμμάτων του ΕΣΠΑ, η ελληνική οικονομία δεν θα έπρεπε να απειλείται με ύφεση στις παρούσες διεθνείς συνθήκες. Τα εκρηκτικά ελλείμματα όμως του Δημοσίου και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών καθιστούν την απειλή πολύ πιο σοβαρή από την ύφεση που δοκιμάζει άλλες ευρωπαϊκές χώρες με πιο ισορροπημένες οικονομίες. Για να συγκρατηθεί το δημόσιο έλλειμμα, η κυβέρνηση προσβλέπει σε έσοδα από το τέλος ακινήτων, από τη μείωση της φοροδιαφυγής στα καύσιμα και από κάποια έκτακτα μέτρα που σχεδιάζει εναγωνίως τις μέρες αυτές. Κυρίως την απασχολεί πώς θα αποφύγει μιαν υπέρβαση του 3% του ΑΕΠ φέτος που θα σήμαινε υπαγωγή και πάλι στο καθεστώς της κοινοτικής επιτήρησης και εξακολουθεί να αγνοεί το διογκούμενο εξωτερικό έλλειμμα. Ο πραγματικός κίνδυνος για το βιοτικό επίπεδο στην Ελλάδα τα επόμενα χρόνια δεν είναι όμως αν τυχόν το δημόσιο έλλειμμα, όπως το μετρά η Eurostat, θα φθάσει ένα 3 κόμμα κάτι φέτος. Είναι η βαθιά ύφεση που προοιωνίζεται η χρηματοδότηση της συνολικής οικονομίας με ολοένα μεγαλύτερο δανεισμό.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι