Εντείνουν τις αδικίες, επιδεινώνουν τα δημόσια οικονομικά, ενθαρρύνουν τη φοροδιαφυγή

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 31/08/2008

Με τα νέα φορολογικά μέτρα που επιβάλλει, η κυβέρνηση ελπίζει σε κάποια πρόσθετα έσοδα για να συγκρατήσει το διογκούμενοδημόσιο έλλειμμα φέτος και το 2009. Στην πραγματικότητα όμως υπονομεύει ακόμα περισσότερο την ήδη πολύ κακή δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, ενώ επιδεινώνει άμεσα τις μεγάλες κοινωνικές ανισότητες.

Για να προετοιμάσει κάπως την κοινή γνώμη, ο υπουργός Οικονομίας Γιώργος Αλογοσκούφης είχε αναγκασθεί τον Ιούλιο να παραδεχθεί ότι τα φορολογικά έσοδα στην Ελλάδα είναι από τα χαμηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως ποσοστό του ΑΕΠ, οι δε καταβαλλόμενοι άμεσοι φόροι βρίσκονται εντελώς «στον πάτο». Τα στοιχεία ήσαν γνωστά σε όσους παρακολουθούν τις δημοσιεύσεις της Eurostat, στην «Αυγή» έχουν προβληθεί επανειλημμένα. Ακούστηκε πάντως σημαντικό ότι για πρώτη φορά τα αναγνώρισε επίσημα ο αρμόδιος υπουργός, έστω και αν παρέλειψε να αναφερθεί ρητά στην επιδείνωση των τελευταίων ετών, που παίρνει πλέον εκρηκτικές διαστάσεις φέτος, αποτέλεσμα της δικής του πολιτικής και διαχείρισης. Αλλά αν κάποιοι περίμεναν μετά την κυβερνητική παραδοχή μια στροφή της ακολουθούμενης πολιτικής, την έναρξη μιας διορθωτικής προσπάθειας, οι ανακοινώσεις του κ. Αλογοσκούφη την περασμένη Τετάρτη και το νομοσχέδιο που κατέθεσε κατόπιν στη Βουλή, τους διέψευσαν απολύτως.

Όπως προκύπτει από τη συνοδευτική έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, έσοδα 2,5 δις ευρώ, όση περίπου ήταν η εκρηκτική αύξηση του δημοσίου ελλείμματος το πρώτο εξάμηνο φέτος (2,4 δις), αναμένεται να προέλθουν από τη ρύθμιση ληξιπροθέσμων οφειλών με μείωσή τους εφόσον γίνουν ταχύτερα, σε μία ή σε λίγες δόσεις (1,5 δις), και από τη νέα «περαίωση», δηλαδή το οριστικό κλείσιμο των βιβλίων για ελεύθερους επαγγελματίες και εμπόρους για την επταετία 2006-2007 με την καταβολή ενός πρόσθετου φόρου για κάθε χρόνο (1 δις). Πρόκειται για δύο εφ’ άπαξ μέτρα, που θα αποφέρουν μεν σημαντικά πρόσθετα έσοδα τους επόμενους μήνες, αλλά εκεί εξαντλούνται. Κατά τίποτα δεν βελτιώνουν τη μακροχρόνια ροή των φόρων προς το κράτος, ούτε, βέβαια, διευρύνουν τη φορολογική βάση.

Αντίθετα, με την περαίωση ιδίως, ενθαρρύνεται ακόμα περισσότερο η ισχυρή κοινωνική τάση για φοροδιαφυγή: Επαγγελματίες και έμποροι που αποκρύπτουν σημαντικά εισοδήματα και πληρώνουν συστηματικά πολύ λιγότερους φόρους από όσους θα τους αναλογούσαν, μπορούν για άλλη μια φορά, έναντι ενός ποσού σχετικά περιορισμένου για τη δική τους οικονομική επιφάνεια, κατά πληροφορίες ο κανόνας θα είναι τα 500 ευρώ για κάθε έτος, να απαλλαγούν οριστικά από κάθε φορολογικό έλεγχο για την επταετία 2000-2006. Επιβραβεύονται έτσι για τη φοροδιαφυγή τους, εφόσον θα πληρώσουν πολύ λιγότερα από συναδέλφους τους με αντίστοιχα εισοδήματα οι οποίοι έκαναν ειλικρινείς δηλώσεις στην εφορία. Και το ερώτημα είναι πόσοι τέτοιοι ειλικρινείς φορολογούμενοι υπάρχουν ακόμα, όταν με τις διαδοχικές περαιώσεις αποδεικνύονται «κορόιδα» απέναντι στο κράτος, οι δε συστηματικοί φοροφυγάδες αποδεικνύονται οι «μάγκες».

Τί ωφελεί η ομολογία του κ. Αλογοσκούφη ότι προχώρησε στη νέα περαίωση αναγκαστικά και «με βαριά καρδιά», όταν η συνολική του πολιτική οδηγεί με βεβαιότητα σε άλλες τέτοιες περαιώσεις και στο μέλλον; Άλλωστε οι εντολές που δίνει στις ΔΟΥ, η επιβεβλημένη αυστηρή τυπολατρία των υπαλλήλων, θα υποχρεώσουν από την άλλη πλευρά και πολλούς επαγγελματίες που έχουν πραγματικά χαμηλά εισοδήματα να πληρώσουν τα πεντακοσάρικα για να ξεμπερδεύουν, ακόμα και αν δεν απέκρυψαν κανένα έσοδο, αν δεν έχουν εμπιστοσύνη ότι τα βιβλία τους θα κριθούν τυπικά άψογα, όπως γίνεται κάθε φορά. Μεγάλοι φοροφυγάδες και μικροεπαγγελματίες στα όρια της οικονομικής επιβίωσης, όλοι θα τη βγάλουν πληρώνοντας τον έξτρα φόρο των 3.500 ευρώ. Ποιος και γιατί, ύστερα από αυτά, να δηλώσει σωστά τα εισοδήματά του του χρόνου;

«Κεφαλικός φόρος»

Στην ίδια κατεύθυνση λειτουργεί και η κατάργηση του αφορολογήτου ορίου των 10.500 ευρώ για τους ελεύθερους επαγγελματίες, εμπόρους και εισοδηματίες, και η φορολόγηση του εισοδήματός τους μέχρι το ύψος αυτό με συντελεστή 10%. Ονομάστηκε «κεφαλικός φόρος» στον Τύπο, αφού όλοι όσοι δηλώνουν τόσο ή μεγαλύτερο εισόδημα θα πληρώνουν εφεξής ένα πρόσθετο φόρο 1.050 ευρώ, ή το 10% του εισοδήματός τους όσοι δηλώνουν συνολικό εισόδημα χαμηλότερο από αυτό το όριο. Από το μέτρο αυτό το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους αναμένει πρόσθετα έσοδα 600 εκατομμύρια ευρώ. Αλλά εδώ ο κ. Αλογοσκούφης δεν προχώρησε «με βαριά καρδιά». Αιτιολόγησε το μέτρο σαν ένα είδος «τιμωρίας» για τα πολύ χαμηλά εισοδήματα που δηλώνουν συνολικά οι φορολογούμενοι εκτός των μισθωτών και συνταξιούχων. Αν όμως τεχνικά διευρύνει τη φορολογική βάση, διόλου δεν προάγει τη φορολογική δικαιοσύνη: τον ίδιο χονδρικά πρόσθετο φόρο θα υποχρεωθούν να καταβάλουν μικρά και μεγάλα εισοδήματα, οδυνηρά υπολογίσιμο τα πρώτα, σχεδόν αδιάφορο τα δεύτερα. Και πάλι επιβραβεύει έτσι τους φοροφυγάδες και τους ενθαρρύνει να εξακολουθήσουν να αποκρύπτουν όσα εισοδήματα μπορούν.

Να σημειώσουμε εδώ ότι το γενικό αφορολόγητο όριο που ίσχυε ως τώρα (και εκείνο που διατηρείται για τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους) είναι υψηλό και πάντως δεν πρέπει να θεωρείται ταμπού. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες δεν υφίσταται, το εισόδημα υπόκειται σε φορολογία από το πρώτο ευρώ και με υψηλότερους συντελεστές, ή είναι πολύ χαμηλότερο: για παράδειγμα, ο Αυστριακός μισθωτός δεν φορολογείται για τα πρώτα 3.640 ευρώ, αλλά πάνω στα επόμενα 7.270 ευρώ πληρώνει φόρο 21%, κατόπιν 31% κ.ο.κ. Από την άλλη πλευρά εκεί οι φόροι αντισταθμίζονται με ενισχύσεις για τα οικογενειακά βάρη ή άλλες ειδικές καταστάσεις και αντιστοιχούν σε ουσιαστικές κοινωνικές παροχές. Οι φορολογούμενοι ξέρουν τί δίνουν στο κράτος, κεντρικά και στην τοπική αυτοδιοίκηση, και τί έχουν να λαμβάνουν, μπορούν να ελέγχουν τη δικαιοσύνη και την αποτελεσματικότητα της πολιτικής που ακολουθείται. Το αντίθετο ακριβώς από ένα κεφαλικό φόρο επί δικαίων και αδίκων...

Εναλλακτική λύση βέβαια υπήρχε. Τη δεκαετία του 1990, αντιμετωπίζοντας το ίδιο πρόβλημα (και πολύ οξύτερο, τηρουμένων των αναλογιών) η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ με αρμόδιο υπουργό τον Αλέκο Παπαδόπουλο εισήγαγε τα «κριτήρια επαγγελματικής βιωσιμότητας» ανά επαγγελματικό κλάδο, υποστηρίζοντας ότι δεν είναι δυνατό να επιβιώνει οικονομικά ένας μικρός επιχειρηματίας με εισόδημα στο μισό του ανειδίκευτου εργάτη, κατά πώς δήλωνε. Και άρχισε πράγματι να διευρύνει τη φορολογική βάση. Αλλά τα κριτήρια καταπολεμήθηκαν λυσσαλέα από την αντιπολίτευση της Νέας Δημοκρατίας, υπήρξε γενικότερη κατακραυγή, και αντί να επεξεργασθεί καλύτερα το αρχικά όντως πρωτόγονο σύστημα, όταν διασφάλισε την ένταξη στην ΟΝΕ το ΠΑΣΟΚ το απέσυρε, από το φόβο της απώλειας ψήφων.

Στην Ιταλία εντούτοις συνεχώς βελτιώνεται το παρόμοιας λογικής σύστημα των «κλαδικών μελετών» (Studi di Settore) που πρωτοθεσπίσθηκε την ίδια εποχή, με αναλυτικά ερωτηματολόγια που συμπληρώνουν όλοι οι αυταπασχολούμενοι και τεκμηριώνουν τη φοροδοτική τους ικανότητα, έως και σήμερα, επί Μπερλουσκόνι. Ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια: στο σύστημα υπάγονται εκεί και οι αγρότες.

Και μετά τα μέτρα τελευταίοι σχεδόν στη φορολόγηση των κερδών!

Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας διόλου δεν ενδιαφέρεται να αυξήσει σε υγιείς βάσεις τα δημόσια έσοδα ώστε να υπάρχουν οι αναγκαίοι πόροι για να βελτιωθούν ουσιαστικά οι δημόσιες πολιτικές. Μοναδικό της μέλημα είναι να παρακάμψει την τωρινή μαύρη τρύπα του προϋπολογισμού. Το απέδειξε περίτρανα ο Γιώργος Αλογοσκούφης αναγγέλλοντας νέες μειώσεις των συντελεστών από το 2010: σε 20% το 2014 από 25% τώρα, τόσο για τα κέρδη των επιχειρήσεων, όσο και για τα φυσικά πρόσωπα (κεντρικός συντελεστής). Κίνηση εξωφρενική, αν ληφθεί υπόψη το απειλητικά υψηλό και διογκούμενο δημόσιο χρέος.

Παρωνυχίδα είναι άλλωστε, όσο και αν διαμαρτύρεται ο ΣΕΒ, ο νέος φόρος στα μερίσματα. Όπως δείχνει πολύ καθαρά ο πίνακας που δημοσιεύουμε, τα διανεμόμενα εταιρικά κέρδη φορολογούνται φέτος στην Ελλάδα χαμηλότερα από κάθε άλλη χώρα του ΟΟΣΑ μετά τη Σλοβακία. Διατηρούνται συγκριτικά εξαιρετικά χαμηλά, ακόμα και όταν θα επιβληθεί ο φόρος 10% στα μερίσματα, εφόσον στις περισσότερες χώρες τα μερίσματα προστίθενται στα λοιπά εισοδήματα των μετόχων και υπόκεινται στον προοδευτικό φόρο εισοδήματος, ή, όταν φορολογούνται αυτοτελώς, υπόκεινται σε υψηλότερο συντελεστή. Ο κανόνας είναι έτσι ο αθροιστικός φόρος, των διανεμομένων στην πηγή και των μερισμάτων του μετόχου να κινείται γύρω στο 50% ή και υψηλότερα για τους μετόχους με μεγάλα εισοδήματα. Ενδεικτικά: Αυστρία 50%, Βέλγιο 49%, Δανία 70%, Φινλανδία 54%, Γαλλία 85%, Γερμανία 56,6%, Ουγγαρία 55%, Ιρλανδία 53,5%, Ιταλία 72%, Ολλανδία 50,5%, Πορτογαλία 46,5%, Ισπανία 48%, Σουηδία 58%, Ηνωμένο Βασίλειο 60,5%, ΗΠΑ (ακόμα και του Μπους!) 57,6%.

Η Ελλάδα με άθροισμα 35% θα μείνει στη γειτονιά της Τσεχίας (36%), ξεπερνώντας μόνο τη Σλοβακία (19%) και την Ισλανδία (25%).

Φορολογία κερδών/μερισμάτων στις χώρες του ΟΟΣΑ το 2008

Χώρα -   Συντελεστής φορολόγησης εταιρικών κερδών (σε παρένθεση των διανεμομένων κερδών, όπου διαφέρει) -  Ανώτατος συντελεστής φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων για μερίσματα

Αυστραλία    30                                                                      46,5

Αυστρία       25                                                                       25

Βέλγιο         34                                                                        15

Καναδάς      19,5 (33,5)                                                           46,4

Τσεχία         21                                                                         15

Δανία          25                                                                         45

Φινλανδία    26                                                                         28

Γαλλία         34,43                                                                     48,7

Γερμανία     15 (30,2)                                                                 2 6,4

Ελλάδα       25                                                                           0

Ουγγαρία     20                                                                           35

Ισλανδία      15                                                                           10

Ιρλανδία     12,5                                                                         41



Ιταλία          27,5                                                                         44,9

Ιαπωνία        30 (39,5)                                                                10

Κορέα           25 (27,5)                                                                38,5

Λουξεμβούργο 22 (30,4)                                                                39



Μεξικό               28                                                                         2 8

Ολλανδία           25,5                                                                     25

Νέα Ζηλανδία     30                                                                        39

Νορβηγία           28                                                                         28

Πολωνία            19                                                                         19

Πορτογαλία        25(26,5)                                                                 2 0

Σλοβακία            19                                                                         0

Ισπανία              30                                                                          18

Σουηδία               28                                                                         30

Ελβετία                8,5 (21,2)                                                              25,7

Τουρκία               20                                                                         35

Ηνωμένο Βασίλειο 28                                                                         32,5

ΗΠΑ                     35 (39,3)                                                                17,3

Πηγή: OECD Tax Database

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι