Ώρα για εξωτερική πολιτική

H γοητεία τού να σφυρίζεις αδιάφορα έχει τα όριά της

Αλέξης Ηρακλείδης, Τα Νέα, 30/09/2004

Με τον ερχομό του φθινοπώρου τελειώνει και για την εξωτερική πολιτική η περίοδος χάριτος της κυβέρνησης Καραμανλή. Μέχρι σήμερα πάντως η αίσθηση που έχει κανείς είναι ότι ισχύει ό,τι συνέβη με το Κυπριακό στη Λουκέρνη και λίγο μετά: η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Καραμανλή ήταν - και είναι - η τέχνη του «σφυρίζω αδιάφορα» ή ιταλιστί το dolce fare niente (η γλύκα του να μην κάνεις τίποτε). Υπάρχει ένα πάγωμα και μία ακινησία στα πάντα, ματαίωση σημαντικών πρωτοβουλιών της προηγούμενης κυβέρνησης, καμία ουσιαστική πρωτοβουλία στα Βαλκάνια, στα ελληνοτουρκικά ή στο Κυπριακό.

Σε ό,τι αφορά το Κυπριακό, ο κ. Τάσσος Παπαδόπουλος ήταν και παραμένει «ο Ελληνοκύπριος Ντενκτάς» (βλ. άρθρα μου π.χ. «TA NEA», 20-2 & 22-5, 2003) - γεγονός που φάνηκε περίτρανα και με τις πρόσφατες αποκαλύψεις των μυστικών συναντήσεων που είχε στη Λουκέρνη (και μετά) με τον Σερντάρ Ντενκτάς (παρουσία και του κ. Χριστόφια!) με στόχο να θαφτεί το Σχέδιο Ανάν. Πάντως σε ό,τι αφορά την ελληνική πλευρά, η επικρατούσα άποψη στην Ευρώπη και διεθνώς είναι ότι δυσκολεύεται και δεν κάνει καμία προσπάθεια να σταματήσει τη νομικίστικη αδιαλλαξία του T. Παπαδόπουλου που εδραιώνει μέρα τη μέρα την οριστική διχοτόμηση της Κύπρου.

Βέβαια υπάρχει η γνωστή θέση που κυκλοφόρησε στις αρχές του καλοκαιριού περί «αποδέσμευσης» ή «διπλής αποδέσμευσης» (double decoupling): δηλαδή η αποδέσμευση (α) του Κυπριακού από τις διμερείς ελληνοτουρκικές σχέσεις και (β) του Κυπριακού από την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας. Ακόμη αν αυτό ισχύει δεν είναι βέβαιο ότι είναι πρακτικά εφικτό, όταν η Ελλάδα και η Τουρκία θα καλούνται να συνδράμουν τους Ελληνοκυπρίους και τους Τουρκοκυπρίους εκατέρωθεν, με πρώτη την Ελλάδα εν όψει των εξωπραγματικών απαιτήσεων του Ελληνοκύπριου ηγέτη.

Όσο για τα διμερή ελληνοτουρκικά, ίσως η μόνη χειροπιαστή θετική εξέλιξη είναι το rapport Καραμανλή - Ερντογάν που φαίνεται ότι έχει δημιουργηθεί, αλλά δυστυχώς δεν υφίσταται σε κανένα άλλο επίπεδο μεταξύ των κύριων διαχειριστών της εξωτερικής πολιτικής. Από την άλλη η νέα ελληνική κυβέρνηση φαίνεται ότι εγκαταλείπει την πορεία επίλυσης των διαφορών στο Αιγαίο που η κυβέρνηση Σημίτη είχε ξεκινήσει πολύ προσεκτικά, με υπευθυνότητα, από το 2002. Εδώ βέβαια υπάρχουν δύο δικαιολογητικά. Πρώτον, είναι το εσωτερικό πολιτικό κόστος μίας κατά τα άλλα πολύ λογικής και έντιμης επίλυσης πακέτο στα θέματα του Αιγαίου. Δεύτερον, είναι η αποδοχή μίας άλλης λογικής: ότι ας μάθουμε βρε αδελφέ να ζούμε Έλληνες και Τούρκοι με τις διαφορές μας.

Ωστόσο, για να περπατήσει αυτή η λογική απαραίτητες είναι, νομίζω, τρεις προϋποθέσεις: (1) η κατακόρυφη μείωση των τουρκικών «παραβιάσεων του ελληνικού εναερίου χώρου» (θέτω εισαγωγικά γιατί τα 10 μίλια εναερίου χώρου που έχουμε δεν στέκουν με βάση το Διεθνές Δίκαιο), (2) η σιωπηρή δέσμευση από την πλευρά μας περί μη επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 ή 10 μίλια και (3) μορατόριουμ σε ό,τι αφορά την υφαλοκρηπίδα μέχρις ότου το θέμα αυτό επιλυθεί. Προσωπικά πάντως δεν συμφωνώ η επίλυση των διαφορών στο Αιγαίο να τεθεί και πάλι για πολύ καιρό «εις τας ελληνικάς καλένδας» για τους εξής λόγους:

(1ον) H μη επίλυση και η διατήρηση της εκκρεμότητας δεν μπορεί παρά να αποτελεί συνεχή πηγή τριγμών και κρίσεων στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

(2ον) H επίλυση των διαφορών αυτών αποτελεί εκ των ουκ άνευ για την πλήρη ομαλοποίηση των σχέσεων μεταξύ των δύο γειτόνων.

(3ον) Από μόνες τους οι διαφορές στο Αιγαίο, χωρίς το τεράστιο βαρίδι που λέγεται Κυπριακό, υπόκεινται σε λογικές αμοιβαία συμφέρουσες λύσεις.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι