Τα όρια της οικογενειακής στοργής και μια αληθινή ιστορία από τον Κ. Πορφύρη

Διονύσης Γουσέτης, Αυγή, 06/12/2008

Ο Μαρκ Τουαίν και ο Τσαρλς Ντίκενς είναι ίσως οι γνωστότεροι κλασσικοί που περιέγραψαν τα παιδικά τραύματα από έλλειψη οικογενειακής στοργής. Δεν γνωρίζω όμως κλασσικό συγγραφέα να έχει περιγράψει τα τραύματα από την υπερβολική και καταπιεστική οικογενειακή στοργή. Ίσως επειδή τα τραύματα αυτά δεν συγκινούν τους ρομαντικούς. Ίσως επειδή αυτό το φρούτο δεν φυτρώνει έξω από την ανάδελφη χώρα μας. Η υπερβολική οικογενειακή στοργή είναι καρπός μιας κοινωνίας που η στέρηση και η ανασφάλεια την οδήγησαν στον κατακερματισμό. Μιας κοινωνίας, δηλαδή, χωρίς κοινωνική συνοχή, χωρίς συνολικό κοινωνικό ορίζοντα. Μιας κοινωνίας όπου τα στενά οικογενειακά συμφέροντα στέκουν συχνά πάνω από τα ταξικά ή τα εθνικά. Όπου η οικογενειακή στοργή συνυπάρχει αρμονικά με τον περιρρέοντα κυνισμό.

Μέσα στην οικογένεια, μπορούν να γίνουν -και συχνά γίνονται- θυσίες. Για παράδειγμα, οι γονείς στερούνται ακόμα και το φαγητό για να νοσηλευτεί ο παππούς ή να σπουδάσει το παιδί. Να πάρει το πτυχίο, ώστε μετά να προσφύγουν ταπεινά στον δήμαρχο ή τον βουλευτή για διορισμό (αν πρόκειται για γόνο δήμαρχου ή βουλευτή, ο διορισμός είναι δεδομένος: είμαστε πρώτοι σε νεποτισμό). Τώρα μάλιστα που τα πτυχία περισσεύουνε και ο ανταγωνισμός οξύνεται, χρειάζεται και μεταπτυχιακό. Για το διορισμό μιλάμε. Όχι για τη γνώση.

Κουτσά στραβά οι σπουδές τελειώνουν. Υπάρχει και το «δημοκρατικό 5». Τελειώνει και ο στρατός. Αρχίζει ο αγώνας για το διορισμό. Αν, παρ’ ελπίδα, δεν ευοδωθεί ή αν χρειάζεται η σχετική «υπομονή», το παιδί -ενήλικας πια- γίνεται επ’ αόριστον οικότροφος της οικογένειας. Το ίδιο και αν διοριστεί με μισθό ανεπαρκή.

Για όλα αυτά, το ίδιο το παιδί έχει μικρή ευθύνη. Δεν του ζητήθηκε ποτέ η γνώμη και δεν του δόθηκε ποτέ δυνατότητα πρωτοβουλίας. Και όχι σπάνια οι θυσίες που γίνονται ακολουθούνται από υστερίες και ενοχοποιήσεις του παιδιού:

- Θυσία έγινα για σένα και συ βγήκες ανεπρόκοπος.

Οι συνέπειες στο παιδί είναι προφανείς. Θα εκφυλιστεί σε άβουλο και ανεύθυνο πολίτη. Την προσφορά ή τη θυσία των γονιών του τις εκλαμβάνει ως υποχρέωσή τους. Το διορισμό δεν τον αναμένει. Τον απαιτεί. Και γι’ αυτό γίνεται κυνικός και αδίστακτος. Περιφρονεί την αξιοκρατία, όχι μόνο διότι αυτή σπανίζει στην πιάτσα, αλλά και διότι έτσι διαπαιδαγωγήθηκε στην οικογένεια.

Υπάρχει και η αντίθετη συνέπεια. Το παιδί διαφωνεί και επαναστατεί. Στην επανάστασή του είναι θέμα τύχης και συγκυρίας να πέσει σε μια ισορροπημένη δημιουργική αντίδραση ή στην ακροδεξιά, στην ακροαριστερά, στους αναρχικούς, στους χουλιγκάνους, στη θρησκοληψία, στα ναρκωτικά.

***

Η τραγωδία των σπουδών είναι μόνο ένα παράδειγμα. Η υπερβολική οικογενειακή στοργή οδηγεί και σε χειρότερες τραγωδίες. Ορισμένοι Έλληνες συγγραφείς έχουν ασχοληθεί με αυτές. Ένας είναι ο Δημήτρης Χατζής στο «Τέλος της μικρής μας πόλης». Ωστόσο, η πραγματικότητα τους ξεπερνά. Αντιγράφω μια ανατριχιαστική πραγματική ιστορία από τον εξαιρετικό τόμο που κυκλοφόρησε πρόσφατα «Κ. Πορφύρης: Κείμενα για τον πολιτισμό, την ιστορία και την πολιτική, Μουσείο Μπενάκη – Πλατύφορος». Γράφει ο, τότε πολιτικός κρατούμενος της δικτατορίας Μεταξά, Πορφύρης:

«Την άλλη μέρα εφέρανε στο Μεταγωγών από την Ειδική Ασφάλεια και το φοιτητή Π.Π. - τον στέλνουνε κι αυτόν στην Αίγινα. Η περίπτωσή του είναι μια από τις πιο τραγικές του ελληνικού λαϊκού κινήματος: ήταν στέλεχος της Σπουδάζουσας. Και μόλις κηρύχτηκε η διχτατορία έφυγε απ’ το σπίτι του και έγινε παράνομος. Ο πατέρας του κι η μητέρα του, άνθρωποι συντηρητικοί, ήταν απελπισμένοι που ο μοναχογιός τους είχε πάρει «άσχημο» δρόμο. Κατάφεραν κι ήρθαν σε επαφή με τον Κομποχόλη, το διοικητή της Ειδικής Ασφαλείας. Αυτός τους είπε να κανονίσουνε να του τον πάνε και αναλαμβάνει να τακτοποιήσει την υπόθεση. Θα τον βάλει να του υπογράψει ένα χαρτάκι μοναχά και θα τον αφήσει αμέσως, τους έδωσε το λόγο του. Έτσι θα γλυτώσουν το παιδί τους από την καταστροφή. Ο πατέρας κατάφερε κι έμαθε πού κρύβεται ο γιος του και μια ωραία μέρα οργάνωσε κανονική απαγωγή: πήγε μαζί με άλλους συγγενείς μ’ ένα αυτοκίνητο, τον πήραν, τον ξαναπήγαν σπίτι, τον κλειδομαντάλωσαν σ’ ένα δωμάτιο και ειδοποίησαν αμέσως τον Κομποχόλη. Σε λίγες ώρες ο νέος βρισκόταν μπροστά στο διοικητή της Ειδικής. Το χαρτάκι που του ζήτησε να υπογράψει ήταν μια απλή δηλωσούλα Μετανοίας. Εκείνος αρνήθηκε και τον περάσανε από δίκη. Τον δικάσανε τρία χρόνια φυλακή. Η Κατοχή τον βρήκε κρατούμενο. Τον μεταφέρανε στο Στρατόπεδο Παύλου Μελά στη Θεσσαλονίκη, απ’ όπου, αρχές 1943, τον πήρανε και τον εκτελέσανε οι Γερμανοί».

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι