Στον αέρα οι αισιόδοξες προβλέψεις του ΔΝΤ για το 2005

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή, 10/10/2004

Τα διαδοχικά ρεκόρ που κατέρριψαν την περασμένη εβδομάδα οι τιμές του πετρελαίου, αγγίζοντας την Παρασκευή τα 53,40 δολάρια το βαρέλι στην αγορά της Νέας Υόρκης, κλονίζουν την αισιοδοξία για τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας το 2005, με την οποία έκλεισαν οι εργασίες του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας τη Δευτέρα.
"Είναι απολύτως σαφές ότι αν το πετρέλαιο παραμείνει στα τωρινά επίπεδα, θα έχουμε μιαν επίπτωση στην παγκόσμια ανάπτυξη διόλου αμελητέα, και θα έχουμε μιαν άμεση επίπτωση στον πληθωρισμό που επίσης δεν θα είναι αμελητέα", δήλωνε μετά το τελευταίο Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που άφησε για 16ο συνεχόμενο μήνα αμετάβλητο το επιτόκιο του ευρώ στο 2%, ο πρόεδρος Ζαν-Κλοντ Τρισέ. Και επέμεινε ιδίως ότι θα πρέπει να αποτραπούν οι επιπτώσεις του "δευτέρου γύρου", να περάσει δηλαδή η ανατίμηση σε ολόκληρη την οικονομία, τους μισθούς και όλες τις άλλες τιμές, με γενικευμένες υψηλότερες πληθωριστικές προσδοκίες που θα υποχρέωναν την Τράπεζα να αυξήσει τα επιτόκια, συμπιέζοντας την ασθενική οικονομική μεγέθυνση και την απασχόληση.
Ελπίδες ότι οι υψηλές τιμές του πετρελαίου μπορεί να είναι προσωρινές δεν καλλιεργεί ούτε ο πρόεδρος της Αμερικανικής Fed Αλαν Γκρίνσπαν. Σε σεμινάριο κεντρικών τραπεζιτών, στο περιθώριο της συνόδου του ΔΝΤ, είπε ότι το να θέλει κανείς να μαντέψει ποιες θα είναι οι τιμές του πετρελαίου του χρόνου είναι βλακεία, και όποιος το κάνει είναι άξιος της τύχης του.
Στο ίδιο το ΔΝΤ άλλωστε φοβούνται ότι οι προβλέψεις τους ανατρέπονται. Στην εξαμηνιαία έκθεση, που μόλις πριν δέκα μέρες έδωσαν στη δημοσιότητα, εκκινούσαν, με βάση την τιμή των 37 δολαρίων στις προθεσμιακές αγορές των αρχών Σεπτεμβρίου, από την υπόθεση ότι οι μέσες τιμές του πετρελαίου το 2005 θα είναι κατά 8 δολάρια υψηλότερες από το 2003. Υπολόγιζαν έτσι ότι το παγκόσμιο ΑΕΠ θα περιοριζόταν κατά μισή ποσοστιαία μονάδα, και πρόβλεπαν μια παγκόσμια μεγέθυνση 4,3% από 5% φέτος. Αλλά την Πέμπτη ο αναπληρωτής διευθυντής ερευνών του Ταμείου Ντέιβιντ Ρόμπινσον ακούστηκε να λέει ότι αυτά δεν στέκουν πια.
Αν ωστόσο το ακριβό πετρέλαιο ανακόπτει τη μεγέθυνση σε παγκόσμια κλίμακα, οι δυσμενείς επιπτώσεις δεν είναι ίδιες παντού. Διότι δεν παρουσιάζουν όλες οι οικονομίες τον ίδιο βαθμό εξάρτησης από το εισαγόμενο πετρέλαιο.

Είμαστε η πιο εξαρτημένη χώρα του ΟΟΣΑ!

Πάγια στην Ελλάδα, όταν ακριβαίνει το πετρέλαιο, οι μεγαλύτερες ανησυχίες εκφράζονται γύρω από τις τιμές στα βενζινάδικα, με επίκεντρο την κατανάλωση των ΙΧ αυτοκινήτων. Και βέβαια, τώρα το φθινόπωρο, και για το πετρέλαιο θέρμανσης που θα αρχίσει να διατίθεται αυτήν την εβδομάδα. Πράγματι, καθώς διαγράφεται τουλάχιστον 20% ακριβότερο από πέρυσι, οπωσδήποτε θα πλήξει το εισόδημα των φτωχότερων και των μεσαίων νοικοκυριών.
Στον καμβά αυτόν, ο υπουργός Ανάπτυξης Δημήτρης Σιούφας έστειλε και νέα επιστολή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ζητώντας να επιτραπεί προαιρετικά σε χώρες μέλη της Ενωσης, εφόσον οι τιμές υπερβαίνουν ορισμένα όρια, να μειώνουν τη φορολογία στα καύσιμα. Αλλά ακόμα και αν γινόταν δεκτό ένα τέτοιο αίτημα, που στο πρόσφατο παρελθόν έχει απορριφθεί (η Ελλάδα έχει από χρόνια μειώσει τη φορολογία στα καύσιμα στα κατώτατα επιτρεπόμενα ευρωπαϊκά όρια), η ανακούφιση που θα προσέφερε θα ήταν εντελώς προσωρινή. Διότι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία είναι η εξαιρετικά υψηλή εξάρτησή της από το εισαγόμενο πετρέλαιο.
Οι καθαρές εισαγωγές πετρελαιοειδών αντιπροσωπεύουν στην Ελλάδα το 2,8% του ΑΕΠ, και το ίδιο ποσοστό, 2,8%, αντιπροσωπεύει και η κατανάλωση πετρελαίου στο ΑΕΠ. Πρόκειται για τον υψηλότερο δείκτη μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ. Ακολουθούν η Πορτογαλία με 2,6% και η Ισπανία με 2,1% για τις εισαγωγές και 2,2% για την κατανάλωση, ενώ ευρωπαϊκές χώρες με πολύ ψυχρότερο κλίμα, που επίσης δεν έχουν δικό τους πετρέλαιο, όπως η Αυστρία, η Ιρλανδία, η Γερμανία, η Γαλλία, η Σουηδία, έχουν δείκτη εξάρτησης μεταξύ 1 και 1,2%. Και το έχουν επιτύχει χάρη στις πολιτικές εξοικονόμησης ενέργειας και ανάπτυξης εναλλακτικών πηγών που ακολούθησαν μετά τα δύο μεγάλα πετρελαϊκά σοκ της δεκαετίας του 1970. Στην προώθηση τέτοιων πολιτικών άλλωστε αποσκοπεί η καθιέρωση ελάχιστης φορολογίας στα καύσιμα στην Ε.Ε., που μάλιστα επανειλημμένα έχει ζητηθεί να αυξηθεί, και για λόγους καταπολέμησης του φαινομένου του θερμοκηπίου και προστασίας του πλανητικού κλίματος.
Και οι μεν οικολογικές ανησυχίες έχουν αφήσει μέχρι σήμερα παντελώς αδιάφορες όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις των τελευταίων τριάντα ετών. Οταν όμως έχουμε στην Ελλάδα δυόμισι φορές και πλέον μεγαλύτερη εξάρτηση από το πετρέλαιο από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αυτό σημαίνει ότι από μιαν ανατίμηση του πετρελαίου θα υποστούμε και 2,5 φορές μεγαλύτερη απώλεια εθνικού εισοδήματος, μέσα από τις εξωτερικές μας συναλλαγές, καθώς και 2,5 φορές μεγαλύτερη επίπτωση στον εγχώριο πληθωρισμό, που θα κοστίσει πρόσθετα στο εθνικό εισόδημα, στο βαθμό που θα συνεπάγεται απώλεια ανταγωνιστικότητας.
Μια σημαντική απώλεια εθνικού εισοδήματος λόγω του πετρελαίου δεν θα μπορούσε να απορροφηθεί από τον κρατικό προϋπολογισμό με απάλειψη της φορολογίας (στα 2,7 δισ. ευρώ στο προσχέδιο του προϋπολογισμού, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης καυσίμων αντιπροσωπεύει το 6% των προβλεπομένων φορολογικών εσόδων και το 1,5% του προβλεπομένου ΑΕΠ), ακόμα και αν δεν αντιμετωπίζονταν τα τόσο διογκωμένα σημερινά ελλείμματα και η υποχρέωση δραστικής μείωσής τους μέσα στο 2005. Για την ανακούφιση των χαμηλότερων εισοδημάτων θα έπρεπε να σχεδιασθούν ειδικές ενισχύσεις, όχι μέτρα που ωφελούν όλους αδιακρίτως, δηλαδή τελικά περισσότερο τους πλουσιότερους.
Προπάντων όμως πρέπει να σχεδιασθούν και να προωθηθούν πολιτικές για την εξοικονόμηση ενέργειας και την ανάπτυξη των εναλλακτικών πηγών που θα μειώσουν την εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από το πετρέλαιο, αρχίζοντας από την ενίσχυση των μαζικών μεταφορών και του σιδηροδρόμου.

Το ευρώ αμβλύνει τις συνέπειες

Αν εμείς ετοιμαζόμαστε να πληρώσουμε το πετρέλαιο θέρμανσης 20% ακριβότερα από πέρυσι, για τους Αμερικανούς καταναλωτές η αύξηση φτάνει το 75%. Το πετρέλαιο αποτιμάται σε δολάρια και η συνεχής ανατίμηση του ευρώ έναντι του δολαρίου απορροφά μεγάλο μέρος της αύξησης της τιμής του. Εχουμε τώρα την αντίστροφη κατάσταση από το 2000, όταν το πετρέλαιο είχε ανατιμηθεί κατά 56%, αλλά εμείς το πληρώσαμε 87% ακριβότερα, λόγω της ραγδαίας πτώσης τότε της αξίας του ευρώ έναντι του δολαρίου (και μιας μικρής υποτίμησης, 3,5%, της δραχμής έναντι του ευρώ).
Η υποχώρηση του δολαρίου αποτελεί επιδίωξη της αμερικανικής πολιτικής, την οποία εξέφρασαν και με δηλώσεις τους τις τελευταίες μέρες αξιωματούχοι της Fed και ο ίδιος ο πρόεδρος Μπους, καθώς οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν τεράστιο εμπορικό έλλειμμα. Αλλά σ’αυτήν οδηγούν και οι αγορές, που πίεσαν κι άλλο το δολάριο προχθές, όταν ανακοινώθηκαν τα στοιχεία για την αύξηση της απασχόλησης μόνο κατά 96.000 άτομα το Σεπτέμβριο, την ώρα που αναμενόταν ένας αριθμός της τάξης των 150.000. Για να συντηρηθεί ο ρυθμός μεγέθυνσης στο 4% απαιτούνται πάνω από 200.000 νέοι απασχολούμενοι το μήνα.

Κερδισμένη η Ρωσία

Το εισόδημα που χάνουν από την ανατίμηση του πετρελαίου οι χώρες που το εισάγουν, το κερδίζουν, βέβαια, οι χώρες που το εξάγουν. Η Ρωσία είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου στον κόσμο μετά τη Σαουδική Αραβία. Χάρη στο πετρέλαιο, κυρίως, έχει ρυθμό μεγέθυνσης 6%, και κατόρθωσε να ρίξει το εξωτερικό της χρέος από το 90% του ΑΕΠ της το 1998 σε μόλις 33% του ΑΕΠ φέτος. Με τους φόρους άλλωστε που επιβάλλει στους φυσικούς της πόρους, υδρογονάνθρακες και μέταλλα, χρηματοδοτεί κατά κύριο λόγο τον κρατικό της προϋπολογισμό.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι