H αξιοπιστία παραμένει ζητούμενο

Θα αποκτηθεί όταν σταματήσει η χειραγώγηση των στατιστικών μεγεθών

Θανάσης Γεωργακόπουλος, Τα Νέα, 21/10/2004

H συζήτηση για την απογραφή είναι επίκαιρη, αφού διανύουμε το πρώτο κρίσιμο ευρωπαϊκό διήμερο εξαιτίας της συνόδου του ECOFIN, είναι όμως και παρακινδυνευμένη, καθώς δεν γνωρίζουμε ακόμα την κατάληξη της συνεδρίασης.

Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν πλευρές της συζήτησης που αφορούν κατά κύριο λόγο τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος στη χώρα μας και οι οποίες εμμέσως μόνον εξαρτώνται από τα αποτελέσματα των συνεδριάσεων του ECOFIN.

H απογραφή, λοιπόν, που επιχείρησε η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έγινε δεκτή από την αντιπολίτευση του ΠΑΣΟΚ, κυρίως, με κριτικές ότι προξενεί βλάβη στην πατρίδα, ότι την καθιστά αναξιόπιστη εντός E.E. και στα μάτια διεθνών κέντρων οικονομικής ισχύος και - εμμέσως πλην σαφώς - ότι η «N.Δ. είναι άνευ λόγου μαρτυριάρα», αφού «όλοι χρησιμοποιούσαν τη δημιουργική λογιστική».

Οι κριτικές αυτού του είδους - γιατί υπήρξαν κι άλλες - ανεξαρτήτως βαθμού ορθότητας, θυμίζουν επιχειρήματα της υπόθεσης Κεντέρη - Θάνου. Το πρωτεύον, όμως, είναι η βασιμότητα ή μη των στοιχείων της απογραφής. Τα υπόλοιπα, τα οποία αφορούν τους χειρισμούς, έπονται.

Ας δούμε, λοιπόν, αυτή καθαυτή την απογραφή. Είναι, πλέον, γνωστό πως το μεγαλύτερο μέρος των υπερβάσεων όσον αφορά το έλλειμμα οφείλονται στον διαφορετικό τρόπο μέτρησης των αμυντικών δαπανών. Όμως για τις μεγάλες διαφορές στα ελλείμματα του 2003 και του 2004 δεν ευθύνονται οι αμυντικές δαπάνες. Σύμφωνα με τη δήλωση των πρώην υπουργών Οικονομίας Παπαντωνίου και Χριστοδουλάκη η συμμετοχή τους στη διόγκωση των ελλειμμάτων της διετίας ήταν μόνο 0,9% και 0,8% του ΑΕΠ, αντίστοιχα. ʼρα τα ελλείμματα αυτών των δύο ετών, χωρίς αναταξινόμηση των αμυντικών δαπανών, θα ήταν 3,7% και 4,5% του ΑΕΠ. Καμία, δηλαδή, σχέση με τις ανακοινώσεις της προηγούμενης κυβέρνησης για 1,2% και 1,7%. Εν ολίγοις, η απογραφή έδειξε ότι ο εκλογικός κύκλος και οι Ολυμπιακοί Αγώνες επιβάρυναν υπέρμετρα το έλλειμμα των δύο τελευταίων ετών, χωρίς αυτό να καταγράφεται στα επίσημα στοιχεία.

Πέραν, όμως, των υπερβάσεων στο έλλειμμα η απογραφή έδειξε μεγάλη αύξηση, 10, περίπου, μονάδων και στο δημόσιο χρέος. Στο εύρημα αυτό δεν έχει υπάρξει έως αυτήν τη στιγμή σαφής κριτική από την αντιπολίτευση, δεν αναφερόταν καν στην προαναφερθείσα δήλωση των πρώην υπουργών. H υπέρβαση αυτή αναδεικνύει ακόμα περισσότερο ένα μεγάλο πρόβλημα της οικονομικής πολιτικής των προηγούμενων χρόνων, στο οποίο επέμενε ιδιαίτερα η Τράπεζα της Ελλάδος. Πώς, δηλαδή, σε φάση αναπτυξιακής μεγέθυνσης το χρέος δεν αποκλιμακωνόταν ουσιαστικά. H απογραφή έδειξε πως δεν αποκλιμακώθηκε ούτε τυπικά.

Αν έως εδώ τα προβλήματα αφορούσαν την απογραφείσα κατάσταση, από ’δώ και πέρα αφορούν την ίδια την απογραφή. Υπολογίσθηκε πως το 58,5% των υπερβάσεων στο έλλειμμα από το 2000 έως και το 2003 οφείλεται στην αναταξινόμηση των αμυντικών δαπανών. Ο υπολογισμός αυτών των δαπανών στο έλλειμμα όταν είχαν καταβληθεί προκαταβολές κι όχι αργότερα όταν θα γινόταν η παραλαβή των οπλικών συστημάτων, εκτίναξε τα ελλείμματα του 2000, 2001 και 2002.

H επίσημη εξήγηση της κυβέρνησης για την επιλογή αυτού του - εξίσου νόμιμου κατά την E.E. - τρόπου μέτρησης ήταν πως δεν υπήρχαν ακριβή στοιχεία για τις παραλαβές. H πραγματική εξήγηση, όμως, είναι πως με την αναταξινόμηση πέτυχε «μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια». Από τη μια αμαύρωσε ακόμα περισσότερο την οικονομική διαχείριση του ΠΑΣΟΚ και από την άλλη ελάφρωσε αρκετά τις ημέρες της δικής της διακυβέρνησης, αφού το έλλειμμα δεν θα επιβαρύνεται κατά τις πολλές παραλαβές οπλικών συστημάτων στο μέλλον αλλά μόνο με την πληρωμή προκαταβολών, μεγάλο μέρος των οποίων πέρασε ήδη σε παρελθόντες προϋπολογισμούς.

Θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει πως η μεταχρονολόγηση των αμυντικών δαπανών όσον αφορά τον υπολογισμό τους στο έλλειμμα, η οποία ίσχυε πριν, δεν είναι μια μέθοδος που βοηθά την κοινωνία να αποφασίζει μετά λόγου γνώσεως για τις δαπάνες της. Δεν οδήγησαν όμως τέτοιου είδους προβληματισμοί την κυβέρνηση της N.Δ. στην αναταξινόμηση των αμυντικών δαπανών αλλά πολύ πιο πεζοί. Με την προηγούμενη μέθοδο έβγαινε ωφελημένο το ΠΑΣΟΚ, αφού επιβάρυνε το μέλλον. Με την τωρινή ωφελείται η N.Δ., καθώς επιβαρύνει το παρελθόν και ελαφραίνει το μέλλον. Ταυτόχρονα, βέβαια, επιβαρύνεται και η αξιοπιστία της χώρας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της E.E.

Το δεύτερο σημείο στο οποίο διαφαίνεται ο καθαρά πολιτικός χαρακτήρας της απογραφής είναι η επανεκτίμηση της περίφημης «άσπρης τρύπας» του προϋπολογισμού, δηλαδή των πλεονασμάτων των ασφαλιστικών ταμείων κ.λπ., στην οποία και οφείλεται ένα μικρό μέρος των υπερβάσεων στο έλλειμμα. Μικρή λεπτομέρεια: η επανεκτίμηση έγινε μέσω αλλαγής - κατόπιν προτροπών της Eurostat - της δειγματοληπτικής μεθόδου καταμέτρησης αυτών των πλεονασμάτων. Με δειγματοληπτική μέθοδο γινόταν και πριν η καταμέτρηση. Εν ολίγοις πρόκειται για ένα στοιχείο-λάστιχο, αφού ελλείψει πραγματικών στοιχείων μετράται «δημοσκοπικά», πράγμα που το καθιστά εύκολα χειραγωγήσιμο από την εκάστοτε κυβέρνηση. Δεν θα προκαλέσει, έτσι, έκπληξη αν η «άσπρη τρύπα» που μειώθηκε για τα προηγούμενα χρόνια, στα επόμενα τραβήξει και πάλι την ανηφόρα.

Συμπερασματικά με την απογραφή δεν αναδείχθηκαν μόνο δημοσιονομικά προβλήματα, αλλά και η πολιτική χειραγώγηση των στατιστικών μεγεθών στο παρελθόν αλλά και στο παρόν και σ’ αυτή καθαυτή την απογραφή. H αποκατάσταση της αξιοπιστίας σ’ αυτόν τον τομέα παραμένει ζητούμενο. Αποτελεί πρώτη προτεραιότητα και προαπαιτούμενο για τον πολιτικό διάλογο, την κοινωνική διαπραγμάτευση, την προγραμματική αντιπαράθεση.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι