Δημοκρατία και αγορά

Θανάσης Γιαλκέτσης, Ελευθεροτυπία, 12/11/2004

Σύμφωνα με τα δόγματα του οικονομικού φιλελευθερισμού, που εφαρμόζονται σήμερα στις περισσότερες χώρες του κόσμου, η επιδίωξη της αλληλεγγύης και της κοινωνικής δικαιοσύνης αποτελεί ένα εμπόδιο στην αποτελεσματικότητα της οικονομίας της αγοράς. Αν θέλουμε, δηλαδή, να έχουμε υψηλές οικονομικές επιδόσεις μέσα στο εξαιρετικά ανταγωνιστικό περιβάλλον που διαμορφώνει η παγκοσμιοποίηση, θα πρέπει να αφήσουμε ελεύθερη την αγορά να δρα χωρίς εμπόδια και περιττούς ελέγχους. Διόλου τυχαία, άλλωστε, το παλιό ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, με το κράτος πρόνοιας και τους μηχανισμούς αναδιανεμητικής δικαιοσύνης, θεωρείται υπεύθυνο για την υψηλή ανεργία και τους χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης που συναντάμε στην Ευρώπη τις τελευταίες δεκαετίες. Κοινός τόπος σχεδόν όλων των κυβερνήσεων είναι το ότι «δεν υπάρχει άλλη πολιτική» από εκείνη που αφήνει ελεύθερη την αγορά και περιορίζει δραστικά τον παρεμβατικό ρόλο του κράτους, τη δημόσια προσφορά αγαθών και υπηρεσιών, τις αναδιανεμητικές λειτουργίες της φορολογίας και τα κοινωνικά προγράμματα.

Η επιδίωξη της σταθερότητας των τιμών και της ισοσκέλισης των προϋπολογισμών (πάντοτε με τη μείωση των δημόσιων δαπανών) είναι η μόνη πολιτική που «καθησυχάζει» τις αγορές.

Αυτή η επιλογή παρουσιάζεται σαν ένας εξωγενής καταναγκασμός που επιβάλλεται λόγω της παγκοσμιοποίησης σε όλες τις κυβερνήσεις του πλανήτη.

Με άλλα λόγια, η παγκοσμιοποίηση ταυτίζεται με την επέκταση της σφαίρας της αγοράς -και συνακόλουθα με τον περιορισμό του πεδίου της δημόσιας δράσης- τόσο στο εσωτερικό κάθε χώρας όσο και σε πλανητική κλίμακα. Στο όνομα μιας υποτιθέμενης οικονομικής αποτελεσματικότητας, οι κοινωνίες υποχρεώνονται να έχουν έναν μικρότερο βαθμό αλληλεγγύης και εσωτερικής συνοχής. Η παγκοσμιοποίηση εμφανίζεται να επιβάλλει τον δικό της νόμο, περιορίζοντας δραστικά τα περιθώρια εναλλακτικών επιλογών. Αυτό που παραγνωρίζεται ή και αποκρύπτεται συνειδητά είναι το ότι σε κάθε οικονομικό πρόβλημα μπορεί να δοθούν διαφορετικές λύσεις, ορισμένες από τις οποίες είναι πιο δίκαιες από άλλες.

Στην πραγματικότητα, οι κοινωνίες έχουν μια πολύ μεγαλύτερη ελευθερία από όσο λέγεται και από όσο πιστεύεται για να επιλέγουν τον βαθμό αλληλεγγύης και δικαιοσύνης που αντιστοιχεί καλύτερα στη βούληση της πλειοψηφίας ή στην κουλτούρα και στις παραδόσεις τους. Το να περιορίζουμε τη διαφορετικότητα αυτών των επιλογών ισοδυναμεί με το να περιορίζουμε το πεδίο της δημοκρατίας. Η κυρίαρχη μορφή του σύγχρονου καπιταλισμού τείνει, πράγματι, να θεωρεί τη δημοκρατία και τη μαζική πολιτική εμπόδια στην οικονομική ανάπτυξη. Αλλά η υπόθεση σύμφωνα με την οποία οι ελάχιστες δυνατές δημόσιες παρεμβάσεις και η υποβάθμιση της αλληλεγγύης ευνοούν πάντοτε την οικονομική αποτελεσματικότητα δεν ευσταθεί. Αντίθετα, μάλιστα, όπως υποστηρίζει στο τελευταίο βιβλίο του ο Γάλλος οικονομολόγος Ζαν-Πολ Φιτουσί, όσο πιο δίκαιες και αλληλέγγυες είναι οι κοινωνίες τόσο καλύτερες οικονομικές επιδόσεις μπορούν να πετύχουν (Jean-Paul Fitoussi, «La Democratie et le marche», Grasset, 2004).

ΟΦιτουσί εξετάζει τις διάφορες θεωρίες που αντιπαρατίθενται στη συζήτηση για τις σχέσεις ανάμεσα σε αγορά και δημοκρατία. Σύμφωνα με την κυρίαρχη σήμερα άποψη, η δημοκρατία έχει υψηλό κόστος και συνεπάγεται σοβαρά μειονεκτήματα επειδή η αποτελεσματικότητα της οικονομίας της αγοράς περιορίζεται όταν επιχειρείται να ικανοποιηθεί το κοινωνικό αίτημα της αναδιανομής. Ο Φιτουσί υποστηρίζει, αντίθετα, ότι μεταξύ οικονομίας της αγοράς και δημοκρατίας δεν υπάρχει μόνο σύγκρουση, αλλά υπάρχει συνέργεια και συμπληρωματικότητα, καθώς η μία μπορεί να ενδυναμώνει την άλλη.

Αν η αγορά επιβίωσε ως κυρίαρχη μορφή οικονομικής οργάνωσης, το χρωστάει σε μεγάλο βαθμό στη δημοκρατία. Η συνύπαρξη αγοράς και δημοκρατίας τροφοδοτεί μιαν ένταση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές αρχές: τον ατομικισμό και την ανισότητα από τη μια μεριά, τη δημόσια σφαίρα και την ισότητα από την άλλη, πράγμα που υπαγορεύει τη διαρκή αναζήτηση ενός συμβιβασμού μεταξύ τους. Αυτή η ένταση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές αρχές είναι δυναμική, γιατί επιτρέπει στο σύστημα να προσαρμόζεται με ευελιξία και όχι να καταρρέει, όπως τα συστήματα που κατευθύνονται από μια μοναδική αρχή οργάνωσης.

Αν ο καπιταλισμός, αποκλείοντας την πολιτική και περιορίζοντας τη δημοκρατία, γίνει ολοκληρωτικός, τότε θα κινδυνεύει να καταρρεύσει, όπως κατέρρευσε ο «υπαρκτός σοσιαλισμός».

Η αγορά, αν εγκαταλειφθεί στους αυτοματισμούς της, υποκύπτει στις αυτοκαταστροφικές της τάσεις. Χωρίς την παρέμβαση της δημοκρατίας, η οικονομία της αγοράς μπορεί να οδηγήσει σε μια τόσο ριζική οικονομική ανασφάλεια που καμιά κοινωνία δεν μπορεί να αντέξει χωρίς να προκληθούν βίαιες αντιδράσεις.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι