Η περίοδος ασυλίας τελειώνει

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή, 05/12/2004

Η εικόνα της ασυλίας που μοιάζει να απολαμβάνει η κυβέρνηση στην Ευρώπη, έχοντας στρέψει το ενδιαφέρον των κοινοτικών οργάνων στην προηγούμενη επταετία 1997-2003 και τις δημοσιονομικές λογιστικές πρακτικές των προκατόχων της, διαρκεί ακόμα λίγο. Η κυβέρνηση θα έχει την ευχέρεια να συζητήσει στη Βουλή και να ψηφίσει τον προϋπολογισμό της για το 2005, χωρίς να έχει γνωστοποιηθεί μια αξιολόγηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το \τωρινό\ δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας και για τα μέτρα αντιμετώπισής του. Αλλά όσο αυτή θα αποκρυσταλλώνεται σταδιακά, αρχίζοντας από το Συμβούλιο Εcofin του Ιανουαρίου, τα πράγματα θα γίνονται πολύ δυσκολότερα.

Το φετεινό έλλειμμα θα κινηθεί μεταξύ 6,5% και 7% του ΑΕΠ, πολύ υψηλότερα από το 5,3% που αναγνωρίζει η κυβέρνηση, το "πάνω από 5,3%" που αναφέρει η Τράπεζα της Ελλάδος, ή το 5,5% που καταγράφεται στις προβλέψεις της Επιτροπής. Εκεί το εκτιμά ο καθηγητής \Βασίλης Ράπανος\, πρώην πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων, με μεγάλη εμπειρία και γνώση από τα μέσα στα ελληνικά δημόσια οικονομικά. Το βλέπει δε να υποχωρεί μόλις στο 4,5% τουχρόνου.
Αν επαληθευθούν οι εκτιμήσεις του κ. Ράπανου, η διετής προθεσμία που εξασφάλισε ο υπουργός Οικονομίας \Γιώργος Αλογοσκούφης\ στο Συμβούλιο Ecofin του Νοεμβρίου για να φέρει το έλλειμμα κάτω από το επιτρεπόμενο όριο του 3%, προφανώς δεν θα είναι επαρκής. Ούτε άλλωστε η αναγνώριση από την Επιτροπή της "στενής και συνεχούς συνεργασίας των ελληνικών αρχών με την Eurostat", που τόσο δείχνει να τον ικανοποιεί, φτάνει για να αποσοβηθούν οι συνέπειες της διαδικασίας παράβασης που κίνησε η Επιτροπή, απευθύνοντας επίσημη προειδοποιητική επιστολή στην ελληνική κυβέρνηση. Μπορεί από το γραφείο του αρμοδίου επιτρόπου \Χοακίν Αλμούνια\ να ειπώθηκε ότι σκοπός δεν είναι να επιβληθούν τυπικές κυρώσεις από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, αφού η διεθνής δυσφήμηση που υπέστη η Ελλάδα συνιστά αρκετή κύρωση. Αλλά η αναφορά της έκθεσης της 1ης Δεκεμβρίου σε "μια σειρά προβλημάτων που πρέπει να αντιμετωπίσει η χώρα" και μετά την παροχή πληροφοριών που επέτρεψαν "να περιορισθούν σημαντικά τα σημεία μη συμμόρφωσης στην κοινοτική νομοθεσία", δείχνει ότι οι δυσκολίες για την κυβέρνηση τώρα αρχίζουν. Εφεξής θα ελέγχεται ενδελεχώς ότι τα στοιχεία που διαβιβάζει δεν θα είναι "λανθασμένα ή ελλιπή".
Όσον αφορά πάντως στην άγονη αντιπαράθεση κυβέρνησης-ΠΑΣΟΚ γύρω από την απογραφή που συνεχίζεται, αξίζει να σημειωθεί ότι, κατά την Επιτροπή, οι ελλείψεις των ελληνικών δημοσιονομικών στατιστικών στο παρελθόν οφείλονται σε μεγάλο βαθμό σε "συστημικές αδυναμίες", ιδίως στους εθνικούς λογαριασμούς και τους λογαριασμούς του δημόσιου τομέα. Κατά συνέπεια έλειπε "εμπειρογνωμοσύνη" στα θέματα αυτά, γράφει, πράγμα που θα εξηγούσε ενμέρει τη μη συμμόρφωση προς τις συστάσεις της Eurostat. Λείπουν επίσης αξιόπιστα βασικά στοιχεία, συνεχίζει, με συνέπεια η ΕΣΥΕ να χρησιμοποιεί προσεγγίσεις που δεν έδιναν αξιόπιστα αποτελέσματα. Και ως παράδειγμα αναφέρει τα αναθεωρημένα στοιχεία για την κοινωνική ασφάλιση.
Η ανάγνωση της έκθεσης της Επιτροπής, καθώς και της πολύ αναλυτικής έκθεσης της Eurostat, εδραιώνει την πεποίθηση ότι οι στατιστικές ελλείψεις θα μπορούσαν να αντιμετωπισθούν με τρόπο πολύ πιο αποτελεσματικό και λιγότερο επιζήμιο για τη χώρα (αλλά και για την αξιοπιστία των κοινοτικών οργάνων), αν δεν είχε επιχειρηθεί η κομματική πολιτική τους εκμετάλλευση από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.
Χαρακτηριστική ήταν η απάντηση που έδωσε ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας \Ζαν-Κλοντ Τρισέ\ σε δημοσιογραφικό ερώτημα, αν η ΕΚΤ γνώριζε για το ελληνικό έλλειμμα το 2000: Αφού επέμεινε στην ανάγκη ανεξάρτητων θεσμών για την εφαρμογή των λογιστικών κανόνων και για τη συλλογή στοιχείων σε εθνικό επίπεδο, και ικανότητας της Επιτροπής και της Eurostat κεντρικά να ελέγχουν τα στοιχεία, ώστε να μην υπόκεινται σε αναθεωρήσεις, ο κ. Τρισέ επανήλθε στη δήλωση του Συμβουλίου Ecofin του Ιουλίου ότι "δεν θα πρέπει να εξαρτώμαστε από εκλογικούς κύκλους ή πολιτική επιρροή", για να την υιοθετήσει πλήρως. Και με την ευκαιρία, απέκρουσε τις απόπειρες να κατηγορηθεί ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ \Λουκάς Παπαδήμος\ για συγκάλυψη, τονίζοντας ότι στην έκθεση του τότε διοικητή της Τράπεζας Ελλάδος για την περίοδο που κρινόταν η ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ, περιλαμβάνονταν τόσο τα εθνικολογιστικά, όσο και τα ταμιακά στοιχεία. Δεν ήταν αρμοδιότητα της Τράπεζας να επιλέξει την ενδεικνυόμενη μέθοδο, είπε.


Κ. Σημίτης: Να σχεδιάσουμε τώρα την ανάπτυξη

Την ώρα που η οικονομική συζήτηση στη χώρα εξακολουθεί να κυριαρχείται από στείρες αντεγκλήσεις για το παρελθόν, ο πρώην πρωθυπουργός \Κώστας Σημίτης\ ήρθε να ξαναθέσει την προβληματική της ανάπτυξης. Μιλώντας σε εκδήλωση του ΟΠΕΚ, του Ομίλου για τον Εκσυγχρονισμό της Κοινωνίας που είχε ιδρύσει με συνεργάτες του πριν δεκαεπτά χρόνια, ο κ. Σημίτης επιχείρησε να διαγράψει τα σημερινά προβλήματα του αναπτυξιακού μοντέλου της Ελλάδας, εκείνα που οι δικές του κυβερνήσεις της προηγούμενης οκταετίας δεν κατόρθωσαν να υπερβούν:
Σε βασικούς ανασταλτικούς παράγοντες των επενδύσεων, όπως η γραφειοκρατία που καθυστερεί επί χρόνια τις επιχειρήσεις με την έκδοση αδειών, ή η έλλειψη χωροταξιακού σχεδιασμού και προσδιορισμού των χρήσεων γης, εντόπισε τις αντιστάσεις της υπαλληλίας των υπουργείων αλλά και της κοινωνίας ευρύτερα. Τη χαμηλή ανταγωνιστικότητα απέδωσε σε αδυναμίες των επιχειρήσεων αλλά και στις νοοτροπίες της προστασίας από τον ανταγωνισμό. Δεν προσπαθούν να επικρατήσουν με τις τιμές και την ποιότητά τους, αλλά με τη μοιρασιά, είτε με συμφωνίες, είτε με κρατική παρέμβαση, είπε με το κλασικό παράδειγμα ενός δρόμου 100 χιλιομέτρων που μοιράζονται σε δέκα διαφορετικούς εργολάβους, εις βάρος της ποιότητας. Χωρίς να αρνείται τα προβλήματα, την απογραφή τη θεώρησε παράδειγμα μνημιώδους επιπολαιότητας, που έστειλε μήνυμα εμπάθειας, εντείνοντας την αβεβαιότητα. Στην εκπαίδευση επέκρινε την ανεπαρκή μάθηση των αγγλικών, όταν όλα τα παιδιά υποχρεώνονται να μαθαίνουν Θρησκευτικά και Αρχαία και υποστήριξε την έλευση εδώ ξένων καθηγητών και ξένων φοιτητών, που έχει προκαλέσει αντιδράσεις ως "αντεθνική".
Ο κ. Σημίτης εξήγησε γιατί δεν πιστεύει ότι η Ελλάδα μπορεί να γίνει Ιρλανδία: Πέρα από τους θεσμούς και τις διαδικασίες, που θα μπορούσε να βελτιώσει, δεν έχει το πλεονέκτημα της αγγλικής γλώσσας και της άμεσης πρόσβασης σε μεγάλες αγορές σαν της Βρετανίας. Ούτε προσβλέπει άλλωστε σε μεγάλες ξένες επενδύσεις για τις οποίες πολλές χώρες πλειοδοτούν σε μείωση φόρων, ενισχύσεις κ.λπ. όπως φάνηκε στην περίπτωση του Smart. Για την αναγκαία εξωστρέφεια της ελληνικής οικονομίας προνομιακό χώρο θεωρεί τα Βαλκάνια και τα νέα κράτη μέλη της Ε.Ε., τονίζοντας ότι η κυβερνητική πολιτική θα πρέπει να υποστηρίζει συνεργασίες εκεί. Ακόμα, βλέπει την Ελλάδα ως διαμετακομιστικό κέντρο για την ενέργεια, με διασύνδεση των δικτύων ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου με την Τουρκία, για την οποία επίσης υπήρξαν σφοδρές αντιδράσεις.
Ατμομηχανή της ανάπτυξης μπορούν να γίνουν οι υπηρεσίες, εφόσον δεν περιορίζονται στην εσωτερική αγορά, αλλά προσφέρονται και στις γειτονικές χώρες: τράπεζες, παιδεία, υγεία, παροχή συμβουλών σε ξένες επιχειρήσεις. Η εμπορική ναυτιλία να συνδεθεί καλύτερα με τη χώρα, αντί οι εφοπλιστικές επιχειρήσεις να επενδύουν μόνο σε ακίνητα, ο τουρισμός να γίνει ποιοτικός, αντί να έχουμε πολυτελή ξενοδοχεία στην Ελούντα χωρίς έναν περίπατο.
Η βιομηχανία, που δεν στηρίζεται πια σε χαμηλό εργατικό κόστος, θα μπορούσε να μιμηθεί την Ιταλία και την Ισπανία στην ποιότητα και το σχεδιασμό. Η γεωργία, αντίστοιχα, την ποιότητα και την τυποποίηση.
Ως τώρα δημιουργήσαμε τις προϋποθέσεις, αλλά είναι πλέον καιρός να συζητήσουμε, να σχεδιάσουμε στόχους και να εξειδικεύσουμε πολιτικές, κατέληξε ο πρώην πρωθυπουργός. Αν ασχολούμαστε με το παρελθόν, με απογραφές και λογοδοσίες, θα καθυστερήσουμε και πάλι, όπως καθυστερήσαμε με τα ελλείμματα στη σταθερότητα, στην ανάπτυξη, στη δημοκρατία και την κοινωνική δικαιοσύνη, με τις αντιπαραθέσεις με τους γείτονες στην περιοχή. Να δουλέψουμε για το αύριο.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι