Ανώμαλη προσγείωση με έναν άκυρο προϋπολογισμό

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή, 19/12/2004

Η περίοδος των καταγγελιών του ΠΑΣΟΚ εξαντλήθηκε, στην κυβέρνηση ανησυχούν τώρα ότι δεν έχουν πολιτική για να αντιμετωπίσουν τα διογκούμενα προβλήματα της οικονομίας.

Με δύο παραδοχές που έχουν, ουσιαστικά, ήδη αναιρέσει τον προϋπολογισμό του 2005, ξεκίνησε η κυβέρνηση τη συζήτησή του στη Βουλή. Η πρώτη αφορά το φετεινό έλλειμμα, το οποίο θα είναι τουλάχιστον 6% του ΑΕΠ, όπως ομολογούν τώρα στο υπουργείο Οικονομίας, και όχι 5,3% που ως προχθές ήθελαν να προβλέπουν. Η δεύτερη, ακόμα πιο σοβαρή, από τον ίδιο τον υπουργό Γιώργο Αλογοσκούφη, προκαταλαμβάνει την απόρριψή του από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι βουλευτές θα καλούνται τα μεσάνυχτα της Τετάρτης να ψηφίσουν έναν προϋπολογισμό τον οποίο το ίδιο απόγευμα η Επιτροπή θα έχει χαρακτηρίσει ανεπαρκή για να αντιμετωπισθεί το οξύ δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας.

Η πολύμηνη περίοδος της κύριας ενασχόλησης με την καταγγελία των προηγούμενων δημοσιονομικών πρακτικών έληξε και η κυβέρνηση προσγειώνεται απότομα στις δικές της ευθύνες για την οικονομία. Αλλά εξακολουθεί να φαίνεται ανέτοιμη να τις αναλάβει. Η διάψευση των εντυπώσεων που ήθελε να καλλιεργεί, ότι σχετικά ανώδυνα επαναφέρει τα δημόσια οικονομικά σε χρηστή τροχιά και ότι μετά την απογραφή απολαύνει της εμπιστοσύνης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εύλογα προκαλεί ανησυχίες ότι επίκεινται μέτρα σκληρής λιτότητας, πολύ πέρα από τις προβλέψεις του προϋπολογισμού που συζητείται. Η αναθεώρησή του μέσα στην άνοιξη θα είναι αναγκαστική, προέβλεπαν προχθές διάφορες εφημερίδες.
Η απομάκρυνση του ενδεχομένου πρόωρων εκλογών με την πρόταση του κ. Κάρολου Παπούλια για την προεδρία της Δημοκρατίας μπορεί να διευκόλυνε τη λήψη τέτοιων μέτρων. Ενώ όμως μέσα στην κυβέρνηση εκφράζεται δυσφορία και προβληματισμός, το βέβαιο είναι ότι κανένα σχέδιο δεν υφίσταται για την αντιμετώπιση της κατάστασης. Το πιστοποιεί η αγκίστρωση του κ. Αλογοσκούφη στη διετή προθεσμία που του προσφέρθηκε στις Βρυξέλλες για να φέρει το έλλειμμα κάτω από το 3% του ΑΕΠ, τώρα που αναγκάζεται να παραδεχθεί ότι αποκλείεται να το πετύχει το 2005, και η προσπάθειά του να την παρατείνει σε τρία χρόνια, επειδή δεν αντιλαμβάνεται πώς θα μπορούσε να το συγκρατήσει καν το 2006.

Εννέα μήνες άπρακτοι

Το κρίσμο ερώτημα ωστόσο δεν είναι το μήκος της προθεσμίας αλλά το τι θα κάνει η κυβέρνηση εν τω μεταξύ. Αλλά εδώ οι πρώτοι εννέα μήνες αφότου ανέλαβε δεν παρέχουν καμία χρήσιμη απάντηση. Διότι η υπέρβαση του φετεινού ελλείμματος εμπίπτει στη δική της διαχείριση, καθώς από το Μάρτιο την παρακολουθεί σφυρίζοντας ανέμελα. Οσο μεγαλύτερη προκύψει τελικά τόσο μικρότερο τμήμα της θα μπορεί να αποδοθεί στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Αλλά και τόσο ανεπαρκέστερη θα αποδεικνύεται η απόπειρα να επαναφερθεί το έλλειμμα σε ανεκτά επίπεδα με κύριο μέσο τη δραστική περικοπή των δημοσίων επενδύσεων, όπως έδειχνε να φαντάζεται στον προϋπολογισμό που κατάρτισε.
Σε αντίθεση άλλωστε με τη μεγάλη φετινή αύξηση 14,6% των τακτικών δαπανών, οι δαπάνες του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων το δεκάμηνο Ιανουαρίου-Οκτωβρίου έτρεχαν με ρυθμό μόλις 4,5% έναντι 13,8% που προβλεπόταν για φέτος, προκαλώντας οπωσδήποτε καθυστερήσεις σε πολλούς τομείς της οικονομίας, αλλά συμβάλλοντας πάντως στη συγκράτηση του ελλείμματος. Η μεγάλη απόκλιση από τις προβλέψεις που διόγκωσε το έλλειμμα εντοπίζεται στην υστέρηση των εσόδων, που στο δεκάμηνο παρουσίασαν ετήσια αύξηση μόνο 4,5%: στην εκτεταμένη δηλαδή αποχή των φορολογουμένων από την πληρωμή όλων των φόρων που όφειλαν και των εφοριακών υπαλλήλων από την είσπραξή τους. Για να έπιανε την ετήσια πρόβλεψη 8,5%, το υπουργείο Οικονομικών θα έπρεπε το τελευταίο δίμηνο να εισπράξει φόρους 8,3 δισεκατομμύρια ευρώ, πράγμα ανέφικτο παρόλες τις γενναιόδωρες ρυθμίσεις παλαιοτέρων χρήσεων, όπως αναγκάσθηκε τελικά να παραδεχθεί. Η εξέλιξη αυτή όμως καθιστά ακόμα πιο εξωπραγματικό το στόχο του προϋπολογισμού για τα έσοδα το 2005, αφού από χαμηλότερη αφετηρία θα απαιτούνταν ακόμα μεγαλύτερη αύξησή τους από 7,4%, που υπερφιλόδοξα έχει προβλεφθεί.

Κριτική ΙΟΒΕ

Τουλάχιστον από το Σεπτέμβριο διατυπώνονταν από πολλές πλευρές σοβαρές αμφιβολίες ότι με την πολιτική που ακολουθεί η κυβέρνηση είναι δυνατή μια αξιόλογη μείωση του ελλείμματος τον επόμενο χρόνο. Τις ενστάσεις του επιχειρηματικού κόσμου για τον προϋπολογισμό συνοψίζει το χαμηλότονο αλλά σαφές σχόλιο της τελευταίας έκθεσης του ΙΟΒΕ, ότι "δεν ανταποκρίνεται επαρκώς στα προβλήματα που ανέδειξε με οξύτητα η δημοσιονομική απογραφή".
Η έκθεση προσγειώνει και τις αβάσιμες κυβερνητικές ελπίδες ότι θα μπορούσαν να αποδώσουν άμεσα τα αναπτυξιακά της μέτρα. Ενώ εγκωμιάζει τη σταδιακή μείωση του φορολογικού βάρους για τις επιχειρήσεις και ακόμα περισσότερο τα επενδυτικά κίνητρα, όπως προβλέπονται στους δύο νόμους του κ. Αλογοσκούφη, επισημαίνει ότι "κίνητρα και ενισχύσεις δεν αρκούν για να ενδυναμώσουν την επενδυτική δραστηριότητα, όσο γενναιόδωρα κι αν είναι". Η πραγματοποίηση επενδύσεων θα εξαρτηθεί από άλλους παράγοντες, γράφει, υπενθυμίζοντας ότι έρευνες του ΙΟΒΕ έχουν δείξει ότι για τις επενδυτικές τους αποφάσεις, οι επιχειρήσεις ιεραρχούν κατά σειρά την προσδοκώμενη ζήτηση, τις τεχνολογικές εξελίξεις, τα προσδοκώμενα κέρδη, με τα κίνητρα να έρχονται τέταρτα, ενώ αποτρεπτικά λειτουργούν το θεσμικό περιβάλλον, η έλλειψη χωροταξικού σχεδιασμού, η πολυπλοκότητα του φορολογικού συστήματος, η γραφειοκρατία στην έκδοση αδειών.



Απολύσεις αναγγέλλονται και στη βιομηχανία

Για την κυβέρνηση το σοβαρότερο πρόβλημα αυτή τη στιγμή είναι πώς θα ανταποκριθεί στις αυστηρές υποδείξεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τις οποίες αναμένεται να υιοθετήσει το Συμβούλιο Ecofin στις 17 Ιανουαρίου. Τώρα θα υποχρεωθεί να αντιληφθεί ο κ. Αλογοσκούφης αυτό που αρνιόταν να ακούσει από τότε που ξεκινούσε την περιπέτεια της απογραφής: ότι έχοντας κάνει τα πάντα για να πείσει τους Ευρωπαίους για την αθλιότητα της ελληνικής διαχείρισης των δημοσίων οικονομικών τα τελευταία επτά χρόνια, δημιούργησε άμεσες απαιτήσεις απέναντι στη δική του πλέον κυβέρνηση, στις οποίες είναι αδύνατο να αντεπεξέλθει με το "ήπιο" πρόσωπο προς την κοινωνία που ήθελε να εμφανίζει ως τώρα. Και ότι δεν είχε μετρήσει καθόλου σωστά τα πράγματα, καθώς το λογιστικό κόλπο της μεταφοράς υποχρεωτικών δαπανών διεσεκατομμυρίων ευρώ από το μέλλον στο παρελθόν δεν του εξασφάλισε επαρκή περιθώρια.
Αλλά στις ασφυκτικές δημοσιονομικές συνθήκες που έχει δημιουργήσει, η κυβέρνηση δεν διαθέτει καμία πολιτική για να αντιμετωπίσει την υψηλή και διογκούμενη ανεργία. Δεν είναι μόνον η καθίζηση του κλάδου των κατασκευών, δημοσίων έργων και κατοικιών, που μειώνει την απασχόληση και προβλεπόταν σαφώς από πέρυσι χωρίς να προετοιμασθεί κανένα μέτρο. Απολύσεις αναγγέλλονται και στη βιομηχανία, όπως προκύπτει από έρευνα του ΙΟΒΕ, τα πρώτα στοιχεία της οποίας ανακοίνωσε στην τελευταία του έκθεση:
Το 24% των επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην έρευνα δήλωσαν το 2004 ότι διαθέτουν πλεονάζον προσωπικό, και το 26% δήλωσαν ότι θα το μειώσουν, προβάλλοντας ως βασική αιτία το χαμηλό περιθώριο κέρδους που έχουν. Υπήρξαν και ένα 20% θετικών απαντήσεων για πρόθεση προσλήψεων από επιχειρήσεις που προσδοκούν αύξηση της ζήτησης για τα προϊόντα τους, αλλά αυτές προήλθαν από μικρότερες μονάδες. Ούτε μία βιομηχανία με 200 και πάνω απασχολούμενους δεν προγραμματίζει να προσλάβει εργαζόμενους.
Οπως καταγράφεται στην έρευνα, οι απολύσεις θα πλήξουν κυρίως ανειδίκευτους εργαζόμενους, αποφοίτους δημοτικού ή και γυμνασίου.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι