Ο ορισμός και το οριζόμενο

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Ελευθεροτυπία, 25/09/2009

Ως γνωστόν είναι καλό να συζητάμε.

Οχι μόνον επειδή έτσι κάνουν οι πολιτισμένοι άνθρωποι αλλά και για έναν πρόσθετο λόγο: η αντίρρηση μερικές φορές μάς βοηθάει να ξεκαθαρίσουμε τη δική μας σκέψη. Κι αυτό μου δόθηκε η ευκαιρία να το διαπιστώσω, διαβάζοντας το άρθρο του Π. Κοροβέση στην «Ε» με τίτλο «Είναι το ΠΑΣΟΚ Αριστερά;». Για όσους δεν το θυμούνται, το συνοψίζω: το ΠΑΣΟΚ δεν ανήκει στην Αριστερά, διότι μπορεί να ξεκίνησε με κάποια θετικά μέτρα, στη συνέχεια όμως ασπάστηκε τον φιλελευθερισμό και σήμερα τείνει προς μια σοσιαλδημοκρατία αμερικανικού τύπου.

Δεν διαφωνώ με την ιστορική αναδρομή του Κοροβέση ούτε υποτιμώ την ανάγκη να έχουμε εμείς οι ίδιοι και να αποδίδουμε στους άλλους μια συγκεκριμένη ιδεολογική ταυτότητα. Χωρίς ταυτότητα, δεν γίνεται πολιτική. Νομίζω όμως ότι η πρακτική αυτή ενέχει κινδύνους που συχνά περνούν απαρατήρητοι. Κατ’ αρχάς δεν είμαστε «δεξιοί» ή «αριστεροί» όπως είμαστε γαλανομάτηδες, εφόσον οι ιδιότητες που προσδίδουμε στα πράγματα δημιουργούνται από τα κριτήρια του συστήματος ταξινόμησης που χρησιμοποιούμε για να τα διαβάσουμε. Το οποίο σύστημα είναι πάντα επίμαχο, ιδίως στην πολιτική. Υπάρχει όμως, όπως έγραψε κάπου ο Σεφέρης αν θυμάμαι καλά, και ένας άλλος κίνδυνος: «Ο ορισμός να υποκαταστήσει ανέκκλητα το οριζόμενο». Το οποίο, αν μεταφερθεί στην πολιτική, σημαίνει ότι ενώ οι πράξεις υποτίθεται ότι καθορίζουν την ταυτότητα, όταν αυτή παγιωθεί, διαβάζουμε τις πράξεις έτσι ώστε να διατηρηθεί πάση θυσία η ταυτότητα που κατασκευάσαμε. Δηλαδή, το σημαντικό δεν είναι πλέον το «τι κάνεις» αλλά το «ποιος είσαι». Γι’ αυτό στην Ελλάδα, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα που εγώ γνωρίζω, συγκρούονται ιδεολογικές ταυτότητες και όχι συγκεκριμένες πολιτικές, οι οποίες δεν εξετάζονται αυτές καθ’ αυτές αλλά αξιολογούνται με βάση την ταυτότητα εκείνου που τις προτείνει.

Παρά τις ατέρμονες συζητήσεις για το ενδεχόμενο συνεργασίας του ΣΥΡΙΖΑ με την κεντροαριστερά -κάτι που τελικά μπορεί να αποδειχθεί ανέφικτο λόγω ΠΑΣΟΚ- αυτή η τάση στη «ριζοσπαστική» Αριστερά να ερίζει στο εσωτερικό της για θέματα ταυτότητας (οι «δεξιοί» και οι «αριστεροί») συνιστά μια μόνιμη παθολογία και εξηγεί πολλά από τα δυσάρεστα που συμβαίνουν τελευταία. Θέλω να πώ ότι, ενώ από το ’89 και μετά το περιεχόμενο της έννοιας «Αριστερά» έχει πάψει να είναι δεδομένο, οι αυτοαποκαλούμενοι «αριστεροί» δεν προβληματίζονται για το τι πρέπει να κάνουμε στις συγκεκριμένες περιστάσεις αλλά για το ποιος είναι πιο «αριστερός», με κριτήριο μια ακαθόριστη αίσθηση ριζοσπαστικής αντίστασης στο σύστημα, η οποία μετριέται ποσοτικά. Αυτό όμως κρύβει την εξής λογική, που παραμένει ανομολόγητη: όσοι δηλώνουν ότι θέλουν να ανατρέψουν το σύστημα (χωρίς να μας πούν με τι θα το αντικαταστήσουν) θεωρούνται εξ ορισμού μέλη μιας ευρείας οικογένειας, όπου οι καυγάδες δεν λείπουν αλλά ο μόνος πραγματικός εχθρός είναι ο «δεξιός», που ισχυρίζεται ότι πρέπει επιτέλους να δούμε τι σημαίνει αριστερός σήμερα αντί ν’ αναβιώνουμε τις διενέξεις του περασμένου αιώνα, σαν να μη συνέβη τίποτε από τότε. Κι έτσι αποφεύγονται κάποια δύσκολα ερωτήματα: Πόσο ριζοσπάστης ήταν ο Πολ Ποτ; Πόσο αριστεροί είναι αυτοί που σήμερα λιβανίζουν τον Στάλιν και πόσο αντισυστημικός ο πανεπιστημιακός που απαιτεί την καθολική απόρριψη του νέου νόμου αλλά αποδέχεται τις διατάξεις του βάσει των οποίων προάγεται;

Το παραπάνω και πολλά άλλα δεν απασχολούν όσους διαβάζουν απλώς τις ετικέτες που οι ίδιοι έβαλαν στα πράγματα, έχοντας υποκαταστήσει το οριζόμενο με τον ορισμό. Εδώ βρίσκεται η ειδοποιός διαφορά που κάνει την Αριστερά πραγματικά ανανεωτική: αντί για φιλάρεσκες ιαχές, αριστερίστικες πλειοδοσίες και ιδεοληπτικές εμμονές, προτείνει τον ουσιαστικό προβληματισμό για το πώς θα αλλάξουμε τα πράγματα. Αυτή την ανανεωτική Αριστερά αξίζει να τη διασώσουμε.

Θέμα επικαιρότητας:
Προς τις βουλευτικές εκλογές 2009

Σύνολο: 66 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι