Σε ζώνη κινδύνου ο δανεισμός της Ελλάδας

Ελίζα Παπαδάκη, Κυριακάτικη Αυγή, 29/11/2009

Η ταραχή στις διεθνείς αγορές την Πέμπτη, μετά την ανακοίνωση του Ντουμπάι ότι αναστέλλει τις πληρωμές στους πιστωτές του για ένα εξάμηνο, ήρθε να υπογραμμίσει πόσο εύθραυστη παραμένει η διεθνής χρηματοοικονομική ισορροπία, έτοιμη να κλονιστεί από οποιοδήποτε περιστασιακό γεγονός. Αλλά η σύνδεση του επεισοδίου του Ντουμπάι με την κρίσιμη κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, όπως επιχειρείται από διεθνείς σχολιαστές, και η απότομη επιδείνωση των δικών μας ομολόγων, μας δείχνει ότι δεν μπορούμε να θεωρούμε εξασφαλισμένους ούτε καν τους ήδη δυσμενέστερους τώρα όρους χρηματοδότησης για τη χώρα μας. Μπορούν να γίνουν ακόμα πολύ χειρότεροι...

Η στάση πληρωμών της 100% κρατικής ιδιοκτησίας εταιρίας Dubai World και μιας θυγατρικής της αποτυπώνει την υπερχρέωσή τους (80 δισ. δολάρια) για τη χρηματοδότηση μεγαλεπήβολων έργων τουριστικής ανάπτυξης του εμιράτου (του μόνου στον Κόλπο που δεν έχει πετρέλαιο): με εξωφρενικά πολυτελείς εγκαταστάσεις, ξενοδοχεία και κατοικίες, απευθύνονταν στους πάμπλουτους του πλανήτη, των οποίων όμως η ζήτηση έπεσε κατακόρυφα στις συνθήκες της κρίσης. Καμία ομοιότητα δηλαδή με την Ελλάδα, που πάσχει μεν από χρόνια υψηλά δημόσια και εξωτερικά ελλείμματα και ανερχόμενο δημόσιο και εξωτερικό χρέος, αλλά τα αντιμετωπίζει ως πολιτική δημοκρατία ενταγμένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη.

Ωστόσο «Η Ελλάδα και το Ντουμπάι δείχνουν ότι το σύστημα παραμένει ασταθές», ήταν ένας χαρακτηριστικός τίτλος στους προχθεσινούς Financial Times. Εκεί ο αναλυτής της εφημερίδας Τζίλιαν Τετ ασχολείται με τη χώρα μας με αφορμή το άλμα μιας κατηγορίας παραγώγων, των CDS (που ασφαλίζουν τον κίνδυνο αθέτησης πληρωμών στα ομόλογα), για πρώτη φορά σε επίπεδα ανάλογα με της Τουρκίας, όπως γράφει: ήσαν 5 μονάδες βάσης προ διετίας, πάνω από 200 σήμερα.

Αυτό διόλου δεν σημαίνει ότι επίκειται άμεση ελληνική χρεωκοπία, διευκρινίζει ο Τετ: η αγορά των CDS είναι στενή, επιρρεπής σε μεγάλες διακυμάνσεις, και συλλαμβάνει έναν «έσχατο» κίνδυνο, το τι θα συνέβαινε αν η σημερινή δημοσιονομική κατάσταση προβαλλόταν στα λογικά της άκρα.

Αλλά οι διεθνείς επενδυτές (που κάηκαν πέρυσι) ανησυχούν πλέον και για «ακραίους» κινδύνους, για τους οποίους αδιαφορούσαν άλλοτε, και σε αυτούς δεν συγκαταλέγεται μόνο το χρέος σε «αναδυόμενες» χώρες όπως το Ντουμπάι, αλλά και σε ανεπτυγμένες σαν την Ελλάδα, θα μπορούσαν να περιλάβουν μέχρι και τις ΗΠΑ, παρατηρεί ο αρθρογράφος.

Το συμπέρασμά του, που αξίζει να κρατήσουμε, είναι ότι η αίσθηση σταθεροποίησης που επικράτησε τους τελευταίους μήνες στις αγορές, τροφοδοτώντας μεγάλη άνοδο στις τιμές των μετοχών διεθνώς, κάλυψε τις μεγάλες ανισορροπίες που διατηρούνται και οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών συνιστούν προειδοποίηση. Το πόσο ευάλωτες διατηρούνται οι διεθνείς χρηματοοικονομικές συνθήκες επισημαίνεται άλλωστε διαρκώς - από τον Ζαν-Κλοντ Τρισέ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας μέχρι τον Ντομινίκ Στρος-Καν του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Πράγματι το CDS για το πενταετές ελληνικό κρατικό ομόλογο έφθασε προς στιγμήν τις 240 μονάδες βάσης (ξεπερνώντας το αντίστοιχο της Τουρκίας), παράλληλα και της Ουγγαρίας ανέβηκε απότομα.

Στα πλαίσια της Ευρωζώνης πιο κεντρικής σημασίας δείκτης για την εκτίμηση του κινδύνου του κρατικού δανεισμού, το spread (η απόσταση απόδοσης) των ελληνικών δεκαετών ομολόγων από τα αντίστοιχα γερμανικά εξακολούθησε να ανεβαίνει φθάνοντας την Παρασκευή τις 220 μονάδες βάσης, μολονότι το σοκ από το Ντουμπάι είχε αρχίσει να απορροφάται στα ευρωπαϊκά Χρηματιστήρια (την Πέμπτη είχαν πέσει πάνω από 3% στο Λονδίνο, τη Φραγκφούρτη και το Παρίσι, 6,21% στην Αθήνα, με μεγαλύτερο θύμα τις τραπεζικές μετοχές, χθες ανέβηκαν γύρω στο 1%).

Ανοδική ήταν η πορεία του spread επίσης στα ιρλανδικά ομόλογα, στις 177 μονάδες, και στα ιταλικά, στις 96, πολύ πίσω πάντως από τα δικά μας.

Αλλά η άνοδος του ελληνικού spread είχε ξεκινήσει αρκετά νωρίτερα - πήρε 80 μονάδες μέσα στις τελευταίες δύο εβδομάδες - ωθούμενη και από μια σειρά ανησυχητικών εκθέσεων ξένων τραπεζών και δημοσιευμάτων στον διεθνή Τύπο, κυρίως όμως από τα πραγματικά δεδομένα και τον επίσημο σχολιασμό τους: Τα νεότερα στοιχεία για το ύψος του ελλείμματος και του χρέους (το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού το δεκάμηνο Ιανουαρίου - Οκτωβρίου ξεπέρασε τα 25 δισ. ευρώ, ανακοινώθηκε προχθές, και ήταν 75% υψηλότερο από το 2008), οι γνωστές δηλώσεις του επιτρόπου Αλμούνια και του προέδρου του Eurogroup Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ, τοποθετήσεις της κυβέρνησης (η περίφημη αναφορά του πρωθυπουργού στο ενδεχόμενο χρεοκοπίας), ή της Τράπεζας της Ελλάδος, όταν ο διοικητής της Γιώργος Προβόπουλος μιλούσε στη Βουλή για τον κίνδυνο να μην μπορούμε να δανειστούμε.

«Έχουμε σχέδιο» λέει ο Γ. Παπακωνσταντίνου, αλλά ποιο είναι ακριβώς;

Όσο ανεβαίνει το spread, τόσο πλησιέστερα έρχεται ένας τέτοιος κίνδυνος, και με δηλώσεις τους προσπάθησαν να κατευνάσουν τις ανησυχίες ο υπουργός Οικονομικών Γιώργος Παπακωνσταντίνου και ο κ. Προβόπουλος που συναντήθηκαν προχθές: «Έχουμε σχέδιο», είπε ο πρώτος εμμένοντας στον διάλογο για αλλαγές στο φορολογικό και το ασφαλιστικό σύστημα και επισημαίνοντας ότι τούτη τη στιγμή το Ελληνικό Δημόσιο δεν δανείζεται, ενώ το πρόγραμμα του 2010 θα είναι «σημαντικά μικρότερο» από το φετινό.

Τους υψηλούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας των ελληνικών τραπεζών και τα αιτήματά τους να απεμπλακούν από το κρατικό πακέτο στήριξης εξήρε ο δεύτερος. Κρίσιμη θα είναι οπωσδήποτε η συμμετοχή του κ. Παπακωνσταντίνου στο Συμβούλιο Ecofin αυτήν την εβδομάδα, πώς θα αξιολογηθεί εκεί ο προϋπολογισμός και τα μέτρα που ετοιμάζει η κυβέρνηση.

Σε κάθε περίπτωση ωστόσο η προοπτική για το κόστος δανεισμού του Ελληνικού Δημοσίου διαγράφεται ανοδική. Τους πρώτους μήνες του 2009 το spread είχε φτάσει και τις 300 μονάδες βάσης, υπενθυμίζεται, αρκετά πάνω από τις προχθεσινές 220. Η υποχώρησή του έκτοτε δεν οφειλόταν βέβαια στην επιτυχή κυβερνητική πολιτική, όπως ισχυριζόταν ο τότε υπουργός, αλλά στα έκτακτα μέτρα χορήγησης τεράστιας ρευστότητας από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για την αντιμετώπιση της οξύτερης φάσης της χρηματοοικονομικής κρίσης και της ύφεσης.

Από αυτή τη θάλασσα της ρευστότητας ωφελήθηκε το ελληνικό Δημόσιο, και ακόμα περισσότερο οι τράπεζες που μπορούσαν εύκολα να το δανείζουν, να αντλούν πάμφθηνο χρήμα από την ΕΚΤ με ενέχυρο κρατικά ομόλογα και αυτόματα να κερδίζουν καρπούμενες τη διαφορά του επιτοκίου, όπως παραδέχθηκε στη Βουλή ο κ. Προβόπουλος.

Μόνο που τώρα, καθώς οι πραγματικές οικονομίες στην Ευρώπη άρχισαν να ανακάμπτουν, η ΕΚΤ ετοιμάζεται να αρχίσει να αποσύρει αυτή τη θάλασσα της ρευστότητας και έχει προαναγγείλει αυστηρότερα κριτήρια για τα ομόλογα που θα δέχεται ενέχυρο. Και πέρα από την Ευρώπη εξάλλου θα υπάρχει τεράστια ζήτηση για δάνεια από τα μεγάλα υπερχρεωμένα κράτη. Οδηγούμαστε έτσι ξανά στις περυσινές συνθήκες ραγδαίας ανόδου του spread, ενώ βρισκόμαστε σε πολύ χειρότερη οικονομική κατάσταση, σε ύφεση πλέον και, ενώ αυξήσαμε στο μεταξύ κατά πολύ το έλλειμμα και το χρέος, μεγάλο μέρος του οποίου κρατείται στο εξωτερικό, η δυναμική του χρέους έχει γίνει αυτοτροφοδοτούμενη.

Το κρίσιμο ερώτημα τώρα δεν είναι αν θα ανέβει το κόστος δανεισμού για την Ελλάδα, αλλά πόσο θα κατορθωθεί να συγκρατηθεί αυτή η άνοδος ώστε να μη φτάσουμε σε αδιέξοδο. Και αυτό είναι το στοίχημα για την οικονομική πολιτική της χώρας. Το «σχέδιο» για το οποίο μιλάει ο υπουργός Οικονομικών χρειάζεται να γίνει πολύ σαφέστερο και συνάμα ευρύτερα αποδεκτό.

Θέμα επικαιρότητας:
100 πρώτες ημέρες

Σύνολο: 53 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι