Η γενετική γεννά και ολοκληρωτισμό

Δημόσια ανοιχτή συζήτηση για να μην επανέλθουμε σε ό,τι καταδικάσαμε πριν από το 1945

Σπύρος Σημίτης, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 16/10/2004

Η ανθρωπότητα διατρέχει σήμερα τον ολοκληρωτικό «κίνδυνο που είχαμε στις αρχές του εικοστού αιώνα με το ρατσισμό και την ευγονική, με τη δημιουργία νέων κοινωνικών διακρίσεων» και να ξαναγυρίσουμε σε ό,τι «είχαμε καταδικάσει ως πολιτική πριν από το 1945» εξαιτίας του τρόπου διαχείρισης του γενετικού υλικού του ανθρώπου.



Την επισήμανση αυτή έκανε ο επιφανής διανοητής, καθηγητής του Πανεπιστημίου της Φρανκφούρτης και πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Ηθικής της Γερμανίας, Σπύρος Σημίτης, που πήρε μέρος στις εργασίες τού εξαιρετικά επίκαιρου συνεδρίου με θέμα: «Βιοηθική και Βιοτεχνολογία», που οργάνωσε το Διατμηματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κρήτης, με υπεύθυνη την αναπληρώτρια καθηγήτρια Βούλα Τσινόρεμα.

Παράλληλα, ο κ. Σημίτης αναφέρει σε συνέντευξή του στην «Ε» πως η μακροζωία που δρομολογεί η επιστήμη σήμερα, με τη μετάλλαξη της σωματικής και διανοητικής κατάστασης του ανθρώπου, αλλάζει βασικές προϋποθέσεις στον τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας με επιπτώσεις και στην κοινωνική ασφάλιση, ενώ όλο και περισσότερο προωθείται η βιολογικοποίηση και ιατρικοποίηση του κοινωνικο-πολιτικού συστήματος και απαξιώνεται η έννοια του πολίτη με την ηθικο-πολιτική σημασία που της έδωσαν οι μεγάλοι φιλόσοφοι και στοχαστές.

-Κύριε Σημίτη, με την ιλιγγιώδη ανάπτυξη της μοριακής βιολογίας και της βιοτεχνολογίας και τον τρόπο διαχείρισης του γενετικού υλικού, έχει τεθεί ένα άμεσο ζήτημα σεβασμού των κοινωνικών δικαιωμάτων και των κοινωνικών ελευθεριών με τεράστιες διαστάσεις.

«Εχετε απόλυτο δίκιο. Για να υπογραμμίσω αυτό που είπατε, πρέπει να τονίσω το γεγονός ότι συζητάμε αυτά τα θέματα σε μια κοινωνία η οποία βασίζεται κατά πρώτο λόγο σε προληπτικές πολιτικές. Είτε πάρετε τον ιατρικό τομέα είτε τις κοινωνικές ασφάλειες, ακόμη και προβλήματα καταπολέμησης της εγκληματικότητας, έχουμε πάψει εδώ και καιρό να αντιδρούμε και εκείνο που προσπαθούμε είναι να προλάβουμε.

Προκειμένου όμως να προλάβουμε, θέλουμε όλο και περισσότερες πληροφορίες για κάθε άτομο σε αυτή την κοινωνία. Τώρα πλέον περάσαμε σε ένα στάδιο όπου δεν σταματάμε πια στις κλασικές πληροφορίες που έχουν να κάνουν με την εγκληματική καριέρα του καθενός μας, με τη βιογραφία του κ.λπ., αλλά έχουμε να κάνουμε με τα γενετικά του δεδομένα, με τα ιατρικά του δεδομένα και με μια σειρά από περισσότερα βιολογικά δεδομένα. Σκεφθείτε, για παράδειγμα, τη βιομετρία, ποιον ρόλο θα παίξει σε λίγο στα διαβατήρια. Για να γυρίσω πάλι στα γονίδια όμως, τα βλέπει κανένας ως βάση πληροφόρησης».

-Εχουν προκύψει χαρακτηριστικά, πρακτικά παραδείγματα αρνητικής διαχείρισης των γενετικών δεδομένων;

«Ενα παράδειγμα που έπαιξε μεγάλο ρόλο τους τελευταίους μήνες στη Γερμανία αφορά την περίπτωση μιας νέας κοπέλας. Είχε κάνει εξαιρετικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο και ήθελε να γίνει δασκάλα. Πέρασε την πρώτη περίοδο πάρα πολύ καλά και θέλησε να νομιμοποιηθεί. Οι αναγκαστικές ιατρικές εξετάσεις που έκανε, όπως γίνονται τώρα, έδειξαν ότι η κοπέλα αυτή ανήκει σε μια οικογένεια που πάσχει από την ασθένεια του χάντιγκτον, είναι γενετική ασθένεια, όπως είπαν οι γιατροί, και μάλλον θα εκδηλωθεί γύρω στα 55 της χρόνια με μια πιθανότητα 52%.

Αυτό σημαίνει ότι, πρώτον, υπάρχει ένας κίνδυνος τον οποίον πρώτη φορά βλέπει κανείς με αυτόν τον τρόπο. Δεύτερον, ο εργοδότης, που είναι το κράτος, είπε "όχι" στην πρόσληψή της διότι υπάρχει ο κίνδυνος που έχει να κάνει με τη συνταξιοδότησή της αργότερα. Το τρίτο σκέλος αυτής της υπόθεσης είναι ότι δημιουργούνται στην κοινωνία μας νέες διακρίσεις με βάση ομάδες ανθρώπων οι οποίοι έχουν ορισμένα γενετικά χαρακτηριστικά.

Αυτό που έκανε το κράτος-εργοδότης στην περίπτωση αυτή, το ίδιο θα πράξει σε αντίστοιχες περιπτώσεις και ο ιδιωτικός εργοδότης. Επομένως, το πρόβλημα είναι εάν και κατά πόσο θέλουμε τέτοιες διακρίσεις να μη γίνονται».

Εμπορευματοποίηση

-Οι μεγάλες επιχειρήσεις που καθορίζουν την οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή θα έχουν τώρα τη δυνατότητα του ολοκληρωτικού καθορισμού του ανθρώπου μέσω της πληροφορίας του γενετικού κώδικα.

Οι επιστήμονες, βεβαίως, πρέπει να προχωρήσουν την έρευνά τους, όταν όμως δεχτούν ένα σεβαστό ποσό από μια εταιρεία θα δώσουν τις πληροφορίες που δεν επιτρέπεται. Ταυτόχρονα, όμως, οδεύουμε προς μια κατεύθυνση βιολογικοποίησης και ιατρικοποίησης της ανθρώπινης προσωπικότητας και του κοινωνικο-πολιτικού συστήματος. Δηλαδή, ξαναγυρίζουμε στις πιο στυγνές μορφές θετικισμού, όπου η προσωπικότητα του πολίτη ποσοτικοποιείται και καταργείται η έννοια του πολίτη και της πολιτικής με το υψηλό ηθικοπολιτικό και ανθρωπιστικό περιεχόμενο που της έδωσαν ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης οι Ευρωπαίοι ριζοσπάστες φιλόσοφοι, η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός.

«Στο πρώτο μέρος της ερώτησής σας θα απαντήσω με ένα παράδειγμα.

Το κλασικό παράδειγμα που έχουμε είναι η Ισλανδία. Στην Ισλανδία ένας Αμερικανός ερευνητής ισλανδικής καταγωγής, με υποστήριξη της ισλανδικής κυβέρνησης, οργάνωσε μια τράπεζα δεδομένων, της οποίας σκοπός ήταν να μαζέψει όλα τα γενετικά χαρακτηριστικά των Ισλανδών.

Ο απώτερος σκοπός της βιοτράπεζας ήταν όλα αυτά τα γενετικά δεδομένα με την ιδιαιτερότητά τους να δοθούν σε μια μεγάλη φαρμακευτική βιομηχανία στην Ελβετία, ούτως ώστε να προχωρήσει τις έρευνές της για δημιουργία ορισμένων φαρμάκων κ.λπ.

Αυτό σημαίνει ότι τα γονίδια και οι γενετικές πληροφορίες εμπορευματοποιούνται. Είναι αντικείμενο το οποίο πουλιέται. Το δεύτερο σκέλος, το οποίο δικαίως υπογραμμίσατε, είναι ότι έχουμε μπει πράγματι σε μια περίοδο που είναι όλο και πιο φανερό το γεγονός ότι αντιμετωπίζουμε τον άνθρωπο ως προϊόν της βιολογικής του σύνθεσης.

Αυτό σημαίνει πως ό,τι καταφέραμε τα περασμένα χρόνια, να καταλάβουμε τον καθένα μας με βάση την προσωπικότητά του, σαν κάτι το απόλυτα ιδιαίτερο, αυτό μέσα στην κοινωνία χάνεται όλο και περισσότερο.

Βλέπουμε τον άνθρωπο σαν μονοπροϊόν, σαν αποτέλεσμα βιολογικό, επειδή είναι και σχετικά αναλλοίωτο, εάν δεν συμβούν κάποιες επεμβάσεις, οι οποίες πάλι δεν έχουν να κάνουν με τον άνθρωπο αλλά με το τι μπορεί να κάνει η γενετική και η βιολογία στον άνθρωπο.

Εάν βασίσουμε όλες μας τις σκέψεις για την πρόληψη και την κοινωνική ένταξη στη γενετική σύνθεση του καθενός μας, αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, ότι θα έχει άμεσες συνέπειες στην πρόνοια».

-Νομίζετε ότι έχουμε ξεκαθαρίσει μέχρι ποιού σημείου μπορεί να φτάσουν τα όρια της θεραπευτικής κλωνοποίησης;

«Πρέπει τα όρια αυτά να διακρίνονται. Εδώ υπάρχει και το πρόβλημα της μεσογειακής αναιμίας που αφορά και την Ελλάδα. Είναι ένα θέμα το οποίο έχει να κάνει και με γενετικά ερωτήματα. Εκείνο που συζητήθηκε σε ευρωπαϊκές χώρες είναι κατά πόσο με τη μεταμόσχευση κυττάρων μπορείτε να έχετε παιδιά, στα οποία, πρώτον, να διορθώσετε την ασθένεια στην περίπτωση εκείνη του παιδιού που την έχει και, δεύτερον, εάν και κατά πόσο με την προδιάγνωση που θα γίνει στα έμβρυα μπορείτε μέχρι ενός σημείου να αποφύγετε γενετικά παθήματα παιδιών που θα γεννηθούν και θα πάσχουν από αυτήν ακριβώς την ασθένεια.

Στη Γερμανική Επιτροπή είχαμε μια μητέρα ελληνικής καταγωγής, η οποία είπε: "Θέλω αυτού του είδους την ιατρική εξέταση και να παρθεί το έμβρυο εκείνο που δεν έχει αυτή την αρνητική προδιάθεση, διότι εκείνο που δεν θέλω είναι να ξανακάνω έκτρωση". Και σας ερωτώ, τι απαντάτε σε αυτές τις περιπτώσεις;

Εκείνο το οποίο είναι βέβαιο είναι το γεγονός ότι ταυτοχρόνως έχουμε στα χέρια μας και τη δυνατότητα να επέμβουμε ούτως ώστε να δημιουργηθούν τα παιδιά κατά τον τρόπο που θέλουμε εμείς, κατά παραγγελία, και αυτό βεβαίως είναι τελείως απαράδεκτο.

Εκεί πάνω συγκεντρώνεται όλη η συζήτηση και όλες οι αντιθέσεις χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Εχετε, από τη μια μεριά, χώρες οι οποίες βασικά αρνούνται κάτι τέτοιο, όπως Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία, και έχετε, από την άλλη μεριά, χώρες που είναι πρόθυμες να βρουν ορισμένες λύσεις και να κάνουν ορισμένες παραχωρήσεις, όπως η Μεγάλη Βρετανία και η Σουηδία.

Ποιο είναι το πρόβλημά μας; Μέχρι τώρα τα παιδιά που γεννιόντουσαν τα δεχόμαστε όπως γεννήθηκαν. Για πρώτη φορά τώρα θα είμαστε σε θέση με όλες αυτές τις αναλύσεις να έχουμε την ευκαιρία της επιλογής για το τι παιδί θέλουμε και η ευκαιρία αυτής της επιλογής είναι το όλο μας πρόβλημα.

Κουβεντιάζαμε πρόσφατα με άτομα με ειδικές ανάγκες και μας έλεγαν πως αν εφαρμόζατε όλες αυτές τις επιστημονικές μεθόδους, εμείς δεν θα γεννιόμασταν ποτέ. Το πρόβλημα μιας δημοκρατικής κοινωνίας είναι ότι παραδέχεται οποιονδήποτε έτσι όπως είναι και τον δέχεται σαν κάτι μοναδικό με την προσωπικότητά του.

Εάν αρχίσουμε τώρα να χρησιμοποιούμε αυτές τις μεθόδους για να αποκλείσουμε ορισμένα πρόσωπα με ορισμένες ιδιότητες, περνάμε σε μια κοινωνία που στο τέλος θα καθορίσει τους κανόνες όπως καθορίστηκαν στην περίπτωση της βιολογικοποιημένης έρευνας από τη ναζιστική Γερμανία μέχρι τα σκανδιναβικά κράτη και τις ΗΠΑ, βέβαια, μέχρι τη δεκαετία του ’60».

Η κοινωνία

-Ποια κοινωνικά προβλήματα νομίζετε ότι δημιουργούνται με την παρέμβαση της επιστήμης στο θέμα της μακροζωίας;

«Το παράδειγμα της Γερμανίας είναι ότι κάθε δεύτερη κοπέλα που γεννιέται σήμερα θα γίνεται εκατό χρόνων. Στις ΗΠΑ δεν ασχολούνται μόνο με τη γέννηση αλλά προσπαθούν να βρουν σε ανθρώπους που ζουν όλο και περισσότερο να αλλάξουν και να μεταλλάξουν τη σωματική και διανοητική τους κατάσταση, έτσι ώστε να μπορέσουν να συνεχίσουν να δουλεύουν κιόλας.

Ενα άλλο μεγάλο πρόβλημα που συζητείται ιδιαίτερα στις χώρες της Ε.Ε. είναι κατά πόσο θα μπορεί να καθορίσει ο καθένας από εμάς ότι από ένα σημείο και ύστερα δεν θέλει ιατρική περίθαλψη και "αφήστε με να πεθάνω". Και αυτού του είδους η ειδική διαθήκη έχει να κάνει με την παραλλαγμένη κοινωνία και την μακροζωία. Είναι αναμφισβήτητο ότι η μακροζωία αλλάζει βασικές προυποθέσεις στην οργάνωση της κοινωνίας.

Στις ΗΠΑ τα όρια συνταξιοδότησης είναι ξεπερασμένα, διότι οι άνθρωποι που έχουν περάσει τα 60 χρόνια δεν θέλουν να σταματήσουν να δουλεύουν. Γιατί αν του πάρεις τη δουλειά, ταυτοχρόνως τον σκοτώνεις. Αρα, η κοινωνία μας θέλει άλλες σχέσεις εργασίας και ανάλογη κατανομή της εργασίας ανάλογα με την ηλικία».

-Ποιες είναι οι προϋποθέσεις ανατροπής αυτής της ζοφερής κατάστασης;

«Χρειάζεται πολύ περισσότερο δημόσια συζήτηση. Αυτό ακριβώς είναι που προσπαθούμε να κάνουμε τώρα στη Γερμανία με τη συμμετοχή των πολιτών σε αυτή τη δημόσια συζήτηση. Χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη διαφάνεια από αυτή που έχουμε μέχρι σήμερα, ούτως ώστε να μπορέσουμε να αντιδράσουμε και να αναπτύξουμε πολιτικές που μπορούν να αποτρέψουν αυτά τα προβλήματα. Διότι κινδυνεύουμε να επανέλθουμε σε ό,τι καταδικάσαμε πριν από το 1945 με τον ρατσισμό και την ευγονική».

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι