Μια επίκαιρη πρόκληση για τη δημοκρατία

Γιάννης Βούλγαρης, Τα Νέα, 03/07/2010

Στην αρχή παραξενεύτηκα με το όνομα Δημοκρατική Αριστερά που διάλεξε το νεοεμφανισθέν κόμμα. Μου φάνηκε αναχρονισμός. Σαν να απηχούσε μια προηγούμενη ιστορική φάση, όταν η Αριστερά δεν είχε κατανοήσει τη σημασία της δημοκρατίας και τη βάφτιζε «αστική». Ή όταν η νεαρή μεταπολιτευτική Ελλάδα προσπαθούσε να σταθεροποιήσει τους δημοκρατικούς θεσμούς. Επειτα, πήρα το όνομα σαν πρόκληση. Σαν μετεωρισμό μεταξύ του παρελθόντος και του μέλλοντος, που αφήνει το παρόν σε γόνιμη απορία.

Μήπως δεν έχει ανακύψει πάλι ένα νέο ιστορικό πρόβλημα της ελληνικής Αριστεράς με τη δημοκρατία ή καλύτερα με την κουλτούρα της δημοκρατίας, της ανοχής, του ορθολογικού διαλόγου, της συναισθηματικής ροπής προς τη συλλογικότητα και την κοινωνικότητα; Γιατί, τι άλλο είναι αυτή η επάνοδος στους χώρους της Αριστεράς κατά τα τελευταία χρόνια, της βίας χωρίς επανάσταση, της υποτίμησης των δημοκρατικών θεσμών και της δημοκρατικής πρακτικής, της δημαγωγίας για δήθεν «ρήξη με το σύστημα» την ίδια στιγμή που απολαμβάνει όλα τα κομφόρ του «συστήματος», χωρίς έγνοια για ευρύτερες συναινέσεις, χωρίς πολιτικό όραμα, χωρίς διάλογο με την Ιστορία;

Περισσότερο όμως ενδιαφέρουσα είναι η πρόκληση αναστοχασμού της σημερινής δημοκρατικής πρακτικής. Χωρίς να ξεχνάμε στιγμή ότι η ομαλή λειτουργία της δημοκρατίας στη μεταπολιτευτική Ελλάδα αποτελεί κατάκτηση, χρειάζεται να σκεφτούμε τους λόγους που οδήγησαν σε αυτή την απαξίωση του κύρους των θεσμών, ώστε να αντιστρέψουμε τη φθορά τους. Οσο ακόμα ανατριχιάζουμε ακούγοντας «να καεί το μπουρδέλο η Βουλή».

Κοινό πρόβλημα

Βέβαια, τα προβλήματα της δημοκρατίας αποτελούν διεθνώς κεντρικό θέμα πολιτικής και θεωρητικής συζήτησης, καθώς από τη μια έχουν μεν επιβληθεί ως αυτονόητα τα φιλελεύθερα δικαιώματα, από την άλλη όμως σε όλες τις ώριμες δυτικές δημοκρατίες σημειώνεται «απόσυρση» των πολιτών από την πολιτική και δυσπιστία προς τα κόμματα, τα συνδικάτα και τους πολιτικούς. Την ίδια ώρα, αναδύονται νέες παγκόσμιες δυνάμεις, εκτός δυτικής πολιτικής παράδοσης, οι οποίες διαμορφώνουν πολιτικά καθεστώτα που αναμειγνύουν αυταρχικά με φιλελεύθερα δημοκρατικά στοιχεία, κάνοντας το τοπίο περισσότερο περίπλοκο από την αρχική αισιόδοξη εκτίμηση της δεκαετίας του ΄90 ότι η κατάρρευση του κομμουνισμού θα σημάνει τον παγκόσμιο «θρίαμβο της δημοκρα τίας». Οι ερμηνείες αυτών των φαινομένων αναζητούνται στους πολυδιάστατους μετασχηματισμούς που προκαλεί ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός καθώς αποδεσμεύεται από τα αντίβαρα τα οποία είχε προσφέρει η εθνική μαζική δημοκρατία της μεταπολεμικής περιόδου. Αλλες ερμηνείες επεκτείνονται σε μακρότερη ιστορική περίοδο, θεωρώντας ότι ο εγωιστικός κτητικός ατομισμός του καπιταλισμού, ενσωματωμένος στην ιστορική διαδικασία εξατομίκευσης της νεωτερικότητας, διαβρώνει συστηματικά τα παραδοσιακά και τα νεωτερικά «φράγματα» συλλογικότητας που είχαν υψώσει εναλλακτικές αυθεντίες και ηθικές αρχές (εκκλησίες, παράδοση, κοινότητες, οικουμενικές φιλοσοφίες και θεωρίες ηθικής, δημοκρατία, μαζικά κόμματα, κοινωνικό κράτος).

Εθνική «ιδιαιτερότητα»

Oλες αυτές οι αναζητήσεις και οι ερμηνείες αποτελούν ασφαλώς το σημείο αναφοράς και το πλαίσιο των όποιων σχετικών συζητήσεων γίνονται στην Ελλάδα και για την Ελλάδα. Οσο λάθος όμως θα ήταν να αναπαράγουμε μια διαδεδομένη θεώρηση της Ελλάδας ως «ιδιόμορφης» περίπτωσης καθυστέρησης σε σχέση με τον δυτικό/ευρωπαϊκό κανόνα, άλλο τόσο θα ήταν άστοχο να παραβλέψουμε ότι εδώ οι γενικές τάσεις παρήγαγαν διάχυτη διαφθορά, ανομία, συγκεντρωτισμό με ταυτόχρονη συντεχνιακή αποδιάρθρωση, φαινόμενα που συνέβαλαν στη χρεοκοπία της οικονομίας.

Με αυτή την οπτική, καταγράφω λίγες σημειώσεις στο περιθώριο του τεράστιου αυτού θέματος. Το δικό μας «δημοκρατικό έλλειμμα» δεν βρίσκεται μόνο ή τόσο στην «απομάκρυνση των πολιτών από την πολιτική». Μέχρι πρόσφατα τουλάχιστον, παρά τη δημοσκοπικά καταγραφόμενη απαξία, η πολιτική κινητοποίηση, η συμμετοχή στις εκλογικές και κομματικές διαδικασίες διατηρούνταν σε υψηλά επίπεδα συγκριτικά με πολλές άλλες δυτικές δημοκρατίες. Πιστεύω ότι μείζον πρόβλημα σε εμάς είναι η πιστοποιημένη από τη χρεοκοπία αναποτελεσματικότητα, η ποιοτική υποβάθμιση και η ουσιαστική νόθευση της δημοκρατικής πολιτικής και πρακτικής. Πρόκειται για το αποτέλεσμα της σύμπλεξης της γνωστής ιστορικής παθογένειας του πολιτικού- θεσμικού συστήματος με τον τύπο του ελληνικού καπιταλισμού που χαρακτηρίζεται από τις μικρές διαστάσεις, από το πέλαγος των μικρότατων επιχειρήσεων και της αυτοαπασχόλησης (πολύ ενδιαφέρον το σχετικό άρθρο του Αρίστου Δοξιάδη «Νοικοκυραίοι, ραντιέρηδες, καιροσκόποι» στην Αthens Review of Βooks, τχ.8, Ιούνιος 2010). Πάνω σε αυτό το υπόστρωμα «κάθησαν» νέες μορφές και διαδικασίες που κυριάρχησαν στη μεταπολιτευτική περίοδο.

Το μοντέλο και η έκπτωσή του

Προέκυψε έτσι ένα πολιτικο-διοικητικό σύστημα που χαρακτηρίστηκε από τον συγκεντρωτισμό της εξουσίας στις κορυφές, αλλά και την παράλληλη διάχυση άπειρων μικρών κέντρων θεσμικής ή άτυπης πολιτικής ισχύος. Οι δύο αυτοί πόλοι μπορούσαν να συντονιστούν αποτελεσματικά όταν το μεταξύ τους κενό κάλυπτε η ύπαρξη ικανής ηγεσίας, ισχυρών πολιτικών-ιδεολογικών παρατάξεων, εθνικού στόχου ή κυρίαρχου «λαϊκού αισθήματος» που προσανατόλιζε μονότροπα τις συμπεριφορές (προς το καλό ή το κακό αναλόγως με την ακολουθούμενη πολιτική). Αντιθέτως, όταν αυτά απουσίαζαν, όταν π.χ. κυριάρχησε χωρίς αντίβαρα ο πελατειακός μιντιακός εκφυλισμός των κομμάτων, τότε η μεγάλη απόσταση μεταξύ κορυφής και βάσης παρήγαγε αυξημένη διαχειριστική ανεπάρκεια, πολλαπλασιασμό στο έπακρο μικρών κέντρων ισχύος με ίδια συμφέροντα, διάχυτη διαφθορά ή υψηλή δυνατότητα αρνησικυρίας στην εφαρμογή των πολιτικών-διοικητικών αποφάσεων. Πάνω σε αυτά τα μακράς διάρκειας χαρακτηριστικά, στη μεταπολιτευτική περίοδο επικάθησε ένα κομματικό-συντεχνιακό μοντέλο διεύθυνσης των οργανισμών του κράτους-επιχειρηματία (π.χ. ΔΕΚΟ), του κοινωνικού κράτους (π.χ. νοσοκομεία, πανεπιστήμια), αλλά και της καθαυτής δημόσιας διοίκησης. Το μοντέλο που είχε δύο χαρακτηριστικά: τη «συνδιοίκηση» των εργαζομένων και τη μηδενική σχεδόν λογοδοσία στην κοινωνία και τους εξωτερικούς «χρήστες». Αυτό το «συμμετοχικό μοντέλο» είχε τις καλύτερες προθέσεις, εξέφραζε τη φιλοσοφία των προοδευτικών δυνάμεων της δεκαετίας του ΄70 για τον «εκδημοκρατισμό του κράτους» και στηριζόταν στην ελπίδα ότι η συμμετοχή των εργαζομένων θα εξασφάλιζε τη δημοκρατία και την αποτελεσματικότητα στη λειτουργία αυτών των θεσμών. Το συγκεκριμένο μοντέλο έχει εμφανώς αποτύχει. Παράγει πλέον διαχειριστική ανεπάρκεια, σπατάλη, διαφθορά, συντεχνιασμό και «μικροκαπετανάτα» χωρίς μαζική συμμετοχή. Δεν είναι ανάγκη να καταφύγουμε στις ακρότητες που εισήγαγε σε άλλες χώρες το λεγόμενο new management, αλλά ασφαλώς η παρούσα κατάσταση δεν είναι υπερασπίσιμη ούτε με όρους δημοκρατίας, ούτε αποτελεσματικότητας. Τα νοσοκομεία σήμερα αποτελούν ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ταυτόχρονης και συνδυασμένης αποτυχίας του πολιτικού-κομματικού συστήματος και της κρατικής διοίκησης.

Σε κάθε περίπτωση, η παρούσα δραματική εθνική κρίση έχει θέσει με επιτακτικό τρόπο στην πολιτική, στη διοίκηση και στον συνδικαλισμό, σε όλους μας τελικά, το αίτημα της μεταρρύθμισης του κράτους έτσι ώστε να συνδυαστούν με νέους όρους η αποτελεσματικότητα και η δημοκρατία. Σε όλα αυτά η ευρύτερη Αριστερά και η προοδευτική παράταξη πρέπει να έχει τον δικό της λόγο. Ετσι, ηθελημένα ή όχι, το όνομα Δημοκρατική Αριστερά αποτελεί μια ευπρόσδεκτη πρόκληση αναστοχασμού.

Θέμα επικαιρότητας:
Αριστερά-κεντροαριστερά

Σύνολο: 401 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι