Η τιμή και η αξία των πραγμάτων

Θανάσης Γιαλκέτσης, Ελευθεροτυπία, 27/03/2004

Παραφράζοντας τον Οσκαρ Ουάιλντ, θα μπορούσαμε ίσως να ορίσουμε τον οικονομολόγο με την ίδια φράση που αυτός όριζε τον κυνικό: «Τι είναι κυνικός; Ενας άνθρωπος που γνωρίζει την τιμή κάθε πράγματος και την αξία κανενός». Μήπως χρειαζόμαστε, πράγματι, μια νέα οικονομική σκέψη;

Η κλασική οικονομική θεωρία βασιζόταν στην υπόθεση μιας απεριόριστης ανάπτυξης και δεν λογάριαζε το ενδεχόμενο μιας οικολογικής καταστροφής. Ακόμη και σήμερα οι οικονομολόγοι συνεχίζουν να μετρούν την ανάπτυξη με ένα ποσοτικό μέτρο, το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ). Το ΑΕΠ είναι ένα εργαλείο που χρησιμεύει για να μετράμε τη συνολική ποσότητα των αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται σε μιαν εθνική οικονομία.

Ηταν και παραμένει ένας δείκτης της ευημερίας. Αλλά σήμερα έχει χάσει την απόλυτη αξία που διεκδικούσε στο παρελθόν. Γιατί η ευημερία στις σύγχρονες αναπτυγμένες και πολύπλοκες κοινωνίες δεν μπορεί να ταυτίζεται μόνο με την ποσότητα των εμπορευμάτων που παράγονται και πωλούνται.

Συνδέεται με πολλά πράγματα επιπλέον. Και αυτό το αυξανόμενο «επιπλέον» το ΑΕΠ δεν μπορεί να το μετρήσει. Το πρόβλημα του πώς μετράμε την ευημερία δεν είναι μόνο θεωρητικό ή τεχνικό. Είναι κατεξοχήν πολιτικό. Εχει αποφασιστική σημασία να σκεφτούμε για την κοινωνική ποιότητα της ευημερίας και όχι μόνον για την ποσότητα των παραγόμενων αγαθών.

Η ανάπτυξη μπορεί να μετρηθεί μόνο με ένα σύστημα πολλαπλών δεικτών που θα υπολογίζουν όχι μόνο τα παραγόμενα εμπορεύματα αλλά και την ποιότητα των υπηρεσιών της εκπαίδευσης, της υγείας, των μεταφορών κ.ο.κ. Και δεν πρέπει, βέβαια, να ξεχνάμε ότι η οικονομία δεν είναι ένα κλειστό κύκλωμα που συνδέει παραγωγή και κατανάλωση.

Είναι, αντίθετα, ένα κύκλωμα ανοιχτό, που αντλεί φυσικούς πόρους από το οικοσύστημα και αποβάλλει σε αυτό πελώριες ποσότητες απορριμμάτων. Και επειδή το οικοσύστημα και οι πόροι του είναι περιορισμένοι, η διαδικασία οικονομικής μεγέθυνσης συναντάει όρια. Δεν μπορεί κανείς επ’ άπειρον να λεηλατεί και να μολύνει τη φύση. Και δεν μπορούμε, βέβαια, να μετρήσουμε την ευημερία χωρίς να λάβουμε υπόψη μας τις ανεπανόρθωτες βλάβες που προκαλεί η «ανάπτυξη» στο φυσικό περιβάλλον.

Η νέα οικονομική σκέψη που χρειαζόμαστε θα πρέπει να μπορεί να ανιχνεύει κάθε πολιτική, οικονομική, κοινωνική, ηθική διάσταση της ανάπτυξης και να χρησιμοποιεί μια ποικιλία δεικτών για να μετράει τις ανθρώπινες ανάγκες. Αν μπορούσαμε να έχουμε ένα μόνο δείκτη, του οποίου η μεγιστοποίηση θα συνέπιπτε με τη μέγιστη ευημερία, τότε θα ήταν αρκετό να προσανατολίσουμε το τρένο της ανάπτυξης πάνω σε αυτή την τροχιά και να αναπτύξουμε τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα. Ενα τρένο που θα έτρεχε, όμως, πάνω στην τροχιά της μεγιστοποίησης της παραγωγής θα μας οδηγούσε σύντομα προς την οικολογική καταστροφή. Χρειάζεται μια διαφορετική πορεία. Η λύση δεν είναι να σταματήσουμε το τρένο. Ούτε και μπορούμε βέβαια, όπως υποστηρίζουν με νοσταλγική διάθεση ορισμένοι, να το επαναφέρουμε στο σταθμό της αφετηρίας. Δυστυχώς ή ευτυχώς, η επιστροφή σε μια προβιομηχανική ή προτεχνολογική εποχή δεν είναι δυνατή.

Το τρένο της ανάπτυξης θα συνεχίσει να τρέχει. Το ζητούμενο είναι να μην κινείται μόνο πάνω σε μία γραμμή. Χρειάζεται να δημιουργήσουμε ένα νέο σιδηροδρομικό δίκτυο με πολλαπλές διαδρομές και πολλά τρένα, που να μπορούν ωστόσο να γίνουν οχήματα συγκεκριμένης προόδου. Γιατί η νέα έννοια της ευημερίας, στην οποία αναφερόμαστε, κρίνεται και από το πόσο είναι καθαρό το νερό που πίνουμε και ο αέρας που αναπνέουμε.

Αν θέλουμε να προστατεύσουμε το φυσικό περιβάλλον και να αποτρέψουμε τη διαγραφόμενη απειλή μιας οικολογικής καταστροφής, θα πρέπει να περάσουμε από μια κοινωνία που βασίζεται εξ ολοκλήρου στο οικονομικό υπόδειγμα της ποσότητας, σε μια κοινωνία που θα βασίζεται στο οικολογικό υπόδειγμα της ποιότητας. Από αυτή την επαναστατική μετάβαση κρίνεται, άλλωστε, τόσο το πρόβλημα της βιώσιμης ανάπτυξης όσο και εκείνο της υπέρβασης του χάσματος ανάμεσα σε βορρά και νότο του κόσμου.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σήμερα σχεδόν τα τρία τέταρτα της ανθρωπότητας ζουν σε απαράδεκτες συνθήκες. Και δεν μπορούμε να αλλάξουμε αυτές τις συνθήκες επεκτείνοντας σε όλο τον πλανήτη τον πολιτισμό της σπατάλης που χαρακτηρίζει τον πλούσιο βορρά. Εξάλλου, το πρόβλημα της οικονομικής υπανάπτυξης του νότου συνδέεται πολύ στενά με εκείνο της «ηθικής υπανάπτυξης» του πλούσιου βορρά.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι