”Ποιος δρόμος για την Ευρώπη; Κίνδυνοι, προκλήσεις, προοπτικές για το ευρωπαϊκό οικοδόμημα;”

Εκδήλωση της ΔΗΜΑΡ, 17.5.2013

Γιάννης Δρόσος

Την σημερινή μου ομιλία χωρίζω σε δύο ενότητες: την Ευρώπη, όπου θα παρουσιάσω μερικές σκέψεις για την Ευρώπη ως σύνολο, και την Ελλάδα ως Ευρώπη, όπου θα επιχειρήσω να αναδείξω ότι το ξεπέρασμα της κατάστασης στην οποία έχουμε περιέλθει είναι καθ΄ εαυτό μία από τις συμβολές που μπορεί να έχει η Ελλάδα για την καλή πορεία της Ευρώπης.

Ι. Η Ευρώπη.

Η Ευρώπη, θα το αντιληφθήκατε, είναι ένα εξαιρετικά πολύπλοκο πράγμα. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο όμως είναι αναγκαίο να τίθενται τα ευρωπαϊκά θέματα με την απλότητα και την γενίκευση που επιβάλει η τοποθέτηση πολιτικών πραγμάτων, με τρόπο δηλαδή που θα επιτρέψει στον κάθε ένα και στην κάθε μία όταν λάβει την πολιτική του απόφαση –και η ψήφος του καθενός μας είναι μία πολιτική απόφαση- να γνωρίζει τι αποφασίζει. Με αυτή τη σκέψη θα επιχειρήσω να τοποθετήσω την σημερινή κατάσταση στην κοινοτική Ευρώπη λαμβάνοντας υπόψη το ήδη διαμορφωμένο ιστορικό βάθος της ευρωπαϊκής προσπάθειας, θα επιχειρήσω δηλαδή να σας παρουσιάσω μία συνεκτική, όσο γίνεται, ελλειπτική πάντως, αφήγηση –κατά την επιτυχή διατύπωση της κυρίας Κοππά- της ευρωπαϊκής εξέλιξης και να τοποθετήσω τις σκέψεις μου για την ευρωπαϊκή προοπτική μέσα σε αυτήν την αφήγηση.

***

Το ευρωπαϊκό οικοδόμημα δημιουργήθηκε την δεκαετία του 1950 με δύο –πέραν της διασφάλισης ευρωπαϊκής ειρήνης μέσω ενσωμάτωσης των ευρωπαϊκών οικονομιών- μείζονες υποσχέσεις: την ανάπτυξη μέσα σε συνθήκες κοινωνικής οικονομίας της αγοράς και την δημοκρατική θεμελίωση όλων των μεγάλων πολιτικών αποφάσεων.

Η αρχική ισορροπία της Ευρώπης στηριζόταν στο ότι η οικονομική διάσταση (οικονομική συνεργασία αρχικά, οικονομική ολοκλήρωση στη συνέχεια) προηγείται της πολιτικής. Για ενσωματωμένους και ενσωματωνόμενους τομείς οικονομικής δραστηριότητας αποφάσιζαν και αποφασίζουν χωριστές και διακρινόμενες κυβερνήσεις. Στον σχεδιασμό της Ευρώπης όμως δεν περιλήφθηκε ποτέ, ούτε και προέκυψε ως ισχυρό πολιτικό ρεύμα, η κατεύθυνση πλήρους (με την έννοια της ομοσπονδίας) πολιτικής ολοκλήρωσης. Η υπόθεση της δημιουργίας μιας ευρωπαϊκής ομοσπονδίας ή συνομοσπονδίας παρέμεινε κατά βάση υπόθεση φιλοευρωπαίων διανοουμένων ή μικρών ομάδων ιδεαλιστών, κυρίως ευρωβουλευτών, χωρίς όμως, όπως αποδείχθηκε με τον καιρό, να έχει η ιδέα αυτή ουσιαστική επαφή με τις αληθινές πηγές της πολιτικής εξουσίας στην Ευρώπη και στα κράτη της.

Μετά από διάφορες διακυμάνσεις των καιρών και των πραγμάτων, η κοινοτική Ευρώπη εισήλθε σε περίοδο ευρω-ευφορίας: η πολιτική κρίση και εξάμηνη απουσία της Γαλλίας από το Συμβούλιο στα μέσα της δεκαετίας του ’60 έφερε τον γνωστό στους μελετητές της ιστορίας συμβιβασμό του Λουξεμβούργου, την εδραίωση του δόγματος και της πρακτικής της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου –δηλαδή της κατ΄ αποκλεισμό τυχόν αντιθέτων εθνικών αποφάσεων επιβολή των κοινοτικών αποφάσεων που ελάμβαναν την μορφή κοινοτικών νομικών κανόνων-, την σταδιακή συγχώνευση και άλλων πέραν της αγροτικής πολιτικής τομέων της οικονομίας (κυρίως με την δημιουργία ενιαίας εσωτερικής αγοράς), την πολιτική των μεγάλων χρηματοδοτικών πακέτων.

***

Σήμερα δύο μείζονες ρωγμές έχουν ανοιγεί σε ό,τι κάποτε ήταν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα:

i. Η μία ρωγμή είναι η αδυναμία της Ευρώπης να επιτύχει ανάπτυξη και να διασφαλίσει το κοινωνικό μοντέλο της. Η υπόσχεση ευμάρειας, μετά από κάποια στιγμή, έγινε πραγματικότητα ανεργίας, ανασφάλειας, λιτότητας, πολύπλευρης εργασιακής και γενικότερα οικονομικής ανασφάλειας.

ii. Η άλλη ρωγμή είναι η απόσταση και ανωνυμία μιας απρόσωπης και μη ελεγχόμενης εξουσίας σε μια πόλη πανέμορφη τουριστικώς, αλλά πολιτικά γκρίζα, αδιαπέραστη και σκοτεινή, τις Βρυξέλλες και η συνειδητή επιλογή να αποκλεισθεί από την διαδικασία των μειζόνων πολιτικών αποφάσεων ο ευρωπαϊκός λαός και να παροχετεύεται η διαδικασία δημοκρατικής θεμελίωσης των κοινοτικών αποφάσεων σε άπειρους επί μέρους δρόμους και λαβύρινθους, με τελικό αποτέλεσμα κανένα κέντρο κοινοτικών αποφάσεων να μην ανάγεται ευθέως και πλήρως σε αντίστοιχο δημοκρατικό σώμα.

Σε αυτά προστίθεται ο εμφανιζόμενος ως τεχνοκρατικός και όχι ως πολιτικός λόγος περί την Ευρώπη και την οικονομία της: οι αποφάσεις, οι θεσμικές ρυθμίσεις, όλα τα κοινοτικά εμφανίζονται σαν δήθεν πολιτικά ουδέτερα, αλλά δεν είναι: είναι βαθύτατα πολιτικά. Σήμερα είναι ό,τι ακριβώς συνθέτει την νέο-φιλελεύθερη πολιτική: λιτότητα και μεταρρυθμίσεις θα εξασφαλίσουν την ανάπτυξη. Έ, δεν την εξασφαλίζουν ούτε θα την εξασφαλίσουν, αλλά σε αυτό το θέμα μίλησαν και μιλούν άλλοι καταλληλότεροι από εμένα.

Σήμερα η κοινοτική Ευρώπη αποσύρεται με ταχύτητα.

 Η Ευρώπη αποσύρεται προς τα εξ ων συνετέθη, δηλαδή μετακινείται προς τα κράτη της. Αυτό γίνεται και με ευρωπαϊκή finesse –π.χ. με την υποβάθμιση του ρόλου της Επιτροπής και την αναβάθμιση εκείνου του Συμβουλίου των Υπουργών, δηλαδή με την αναβάθμιση των πολιτικά και οικονομικά ισχυροτέρων κρατών- ή και με τευτονική ωμότητα: τον κ. Μπαρόζο (τον διόλου αγαπητό μου κ. Μπαρόζο) ανακαλεί στην τάξη ο κ. Σόϊμπλε, όχι το Συμβούλιο ή το Κοινοβούλιο. Από την άποψη της λειτουργίας των κοινοτικών θεσμών, ο κ. Σόϊμπλε είναι ένας από τους 27 Υπουργούς ενός από τα πολλά Συμβούλια Υπουργών. Είναι όμως μόνον αυτό σήμερα ο κ. Σόϊμπλε; Ο κ. Ραχόϊ τηλεφωνεί στην κα Μέρκελ και αυτοί οι δυό διαπραγματεύονται και διαμορφώνουν τον πυρήνα του σχετικού με την Ισπανία περιεχόμενο της ”κοινοτικής”απόφασης που αργότερα θα περιαφθεί τον τύπο απόφασης του Eurogroup.

 Η Ευρώπη αποσύρεται από τους θεσμούς της και επειδή οι μείζονες ευρωπαϊκές αποφάσεις για την τελευταία κρίση, μπορεί ίσως να διατυπώθηκαν στα κτήρια της ΕΕ στις Βρυξέλλες και στο Λουξεμβούργο, αλλά δεν είναι αποφάσεις των ευρωπαϊκών θεσμών. Για να γίνω σαφέστερος: τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα, η Κοινή Αγροτική Πολιτική ή και άλλοι ευρωπαϊκοί χρηματοδοτικοί μηχανισμοί ή οργανισμοί ήταν κοινοτικοί θεσμοί. Όμως οι EFSF, EFSM, ESM δεν είναι, είναι προϊόντα κλασσικών διεθνών διακρατικών συμβάσεων. Δεν είναι δηλαδή κοινοτικοί θεσμοί αλλά διακρατικοί. Και όχι μόνον: οι διακρατικοί αυτοί θεσμοί ανατρέπουν πλήρως απόλυτες κοινοτικές ρυθμίσεις, εν προκειμένω την –στρατηγικής, όπως είχε εμφανισθεί, για την ευρωπαϊκή οικονομική και νομισματική οικοδόμηση, σημασίας- ρήτρα μη εξαγοράς των δανείων των κρατών μελών [“non bail out clause”]. Δηλαδή τα κράτη ως εθνικά κράτη ανέτρεψαν αυτά που τα ίδια θεώρησαν απολύτως απαραίτητα ως κράτη μέλη της ΕΕ. Και όχι μόνον: δημιούργησαν ad hoc μηχανισμούς, μη προβλεπόμενους σε κανένα κοινοτικό θεσμικό πλαίσιο, αλλά με ικανότητα διείσδυσης και επιβολής αποφάσεων και πρακτικών στο εσωτερικό κρατών μελών, την οποία και το ισχυρότερο ακόμη κοινοτικό όργανο δεν είχε τολμήσει ποτέ να ονειρευθεί. Πρόσφατα ακόμη και η Frankfurter Allgemeine Zeitung στηλίτευσε με οξύτατο τρόπο τον θεσμό ‘τρόϊκα’ ως ένα πολιτικά ανεύθυνο και ανεξέλεγκτο (ή, ακόμη χειρότερα, αδιαφανώς ελεγχόμενο) περίεργο μόρφωμα ελέγχου και επιβολής. Ποιοι είναι αυτοί της τρόϊκας και σε ποιόν λογοδοτούν; Αν ακολουθηθούν οι οδηγίες τους, αλλά αυτές αποδειχθούν λάθος, ποιος φέρει την πολιτική ευθύνη; Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ήδη η σοσιαλιστική ομάδα έχει θέσει θέμα πολιτικής λογοδοσίας της τρόϊκας.

Και όχι μόνον: την εξέλιξη αυτή καθαγίασε και η κοινοτική και εθνική ανώτατη δικαιοσύνη: στην όλως πρόσφατη απόφαση Pringle, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ουσιαστικά δέχθηκε ότι η απαγόρευση της εξαγοράς των δημοσίων δανείων (η non bail out clause) της Συνθήκης Λειτουργίας της ΕΕ δεν εμποδίζει τα κράτη να συμφωνήσουν μεταξύ τους να κάνουν την απαγορευμένη εξαγορά δανείου (δηλαδή να bail out). Με διαφορετική και απλούστερη διατύπωση: θεσπίζω απαγόρευση πώλησης ηρωίνης και ερμηνεύω την απαγόρευση ως απαγόρευση εγώ να σας πουλώ ηρωίνη, όχι όμως και απαγόρευση να σας πουλούν άλλοι (ή ακόμη και εγώ εκτός ωρών επισήμου εργασίας) . Ευτυχώς πάντως τα χρήματα που διατέθηκαν για την εξαγορά των δημοσίων δανείων δεν είναι ηρωίνη. Σε αντίστοιχη τροχιά κινείται και η μεγάλης επιρροής νομολογία του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου.

Παράλληλα ένα ευρωπαϊκών διαστάσεων γερμανικό ζήτημα αναδεικνύεται με ανησυχητικό τρόπο: πολλοί Γερμανοί, σε κλίμα όπου ο λαϊκισμός του Focus και της Bild ελάχιστα έχει να ζηλέψει από τον αντισημιτισμό του χιτλερικού Stuermer νομίζουν ότι με τους φόρους και τον τίμιο ιδρώτα του Γερμανού φορολογούμενου πληρώνονοιται οι ασωτείες των άλλων –ενώ δεν είναι αλήθεια. Πολλοί άλλοι, και στη χώρα μας, νομίζουν ότι οι Γερμανοί φταίνε για την δεινή κατάσταση στην οποία οι ίδιοι έχουν περιέλθει –ενώ ούτε αυτό είναι αλήθεια. Η ευκταία ευρωπαϊκή Γερμανία φαίνεται να απομακρύνεται για να κινηθεί προς την απευκταία (και κατ΄ εμέ μη πραγματοποιήσιμη) γερμανική Ευρώπη (οι διατυπώσεις ανήκουν στον μεγάλο Γερμανό κοινωνιολόγο και ευρωπαϊστή Ulrich Beck). Πρόσωπα όχι μικρότερου κύρους του Juergen Habermas επισημαίνουν την εκρηκτική επικινδυνότητα αυτής της κατάστασης.

Πόσο μακριά βρισκόμαστε από την εποχή όπου ο Καθηγητής Phillip Allott, μελετώντας μάλιστα νομολογία δικαστηρίων, διατύπωσε με φροϋδικό τρόπο την τότε τάση: ως εάν κινείτο από μία ενόρμηση [ο Allott χρησιμοποιεί από το γερμανικό πρωτότυπο την φροϋδική λέξη “Triebe”], το κοινοτικό δίκαιο επιδιώκει να κατακτήσει ό,τι βρει στον δρόμο του και μετά ποθεί να προχωρήσει παραπέρα.

***

Αυτά τότε. Σήμερα η υποχώρηση και η αδυναμία της Ευρώπης να διασφαλίσει πλέον τις καταστατικές της υποσχέσεις, δηλαδή την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη και την δημοκρατική θεμελίωση της πολιτικής της γεννά αντιδράσεις.

Μια βασική εκδήλωσή τους είναι η αναδίπλωση στο κλασικό κράτος, και ειδικότερα στο έθνος ως το συνεκτικότερο παντός άλλου θεμέλιο για την όποια προσπάθεια των Ευρωπαίων να ανακτήσουν τις χαμένες ζωές, κατακτήσεις και προοπτικές. Επιμένω κάπως στο έθνος, γιατί αυτό εμφανίζεται όχι μόνον ως στοιχείο του κράτους-έθνους αλλά και ο συνεκτικός δεσμός μιας εθνοτικά αυτοπροσδιοριζόμενης κοινότητας, που διεκδικεί την απόσχισή της από το κράτος όπου διαβιεί και συγκρότησή της σε ανεξάρτητο κράτος. Πρόσφατα βρισκόμουν στην Βαρκελώνη όπου είδα σε χιλιάδες διαμερίσματα ήταν αναρτημένη η σημαία της ανεξάρτητης Καταλωνίας, χωρίς να αυτό να συνδέεται με κάποια επέτειο ή άλλο γεγονός,

Αντιδράσεις εκδηλώνονται και σαν ευθεία έκκληση σε ένα καταστατικά αντιπαρατιθέμενο στην πολιτική και στους πολιτικούς λαϊκό συναίσθημα, που σήμερα δεν είναι η ευφορία ή η ανακούφιση, αλλά ο θυμός, η απογοήτευση, η αγωνία. Ο λαϊκισμός, το εκτόπλασμα αυτής της αντίδρασης, υπόσχεται ότι η λαϊκή οργή, γνήσια και αδιαμεσολάβητα, θα σαρώσει τους πολιτικούς και την πολιτική και θα ξαναφέρει την χαμένη ευτυχία.

Τα δύο αυτά χαρακτηριστικά τα βλέπουμε να εκδηλώνονται κυρίως στα δεξιάς κοπής λαϊκιστικά κόμματα. Τα βλέπουμε όμως και σε μια δυσάρεστη εκτροπή του πατριωτικού λόγου σε εθνικιστικό και του δημοκρατικού λόγου σε λαϊκιστικό και σε σχηματισμούς της Αριστεράς, ισχυρούς σχηματισμούς της Αριστεράς.

Οι αντιδράσεις αυτές δεν είναι απαντήσεις και δεν οδηγούν πουθενά. Η συρρίκνωση στο κράτος, ακόμη δε περισσότερο στο έθνος, απλώς αφήνει ακόμη μεγαλύτερο περιθώριο στις παγκοσμιοποιημένες δυνάμεις και ροπές της οικονομικής ζωής να καθορίζουν τις ζωές και τις οικονομίες φαινομενικά «κυριάρχων» κρατών, στην πραγματικότητα όμως έρμαιων δυνάμεων που δεν μπορούν να επηρεάσουν. Σήμερα, περισσότερο από άλλοτε, και αν δεν υπήρχε η Ευρώπη, κράτη του δικού μας μεγέθους θα έπρεπε να πρωταγωνιστήσουν στην κατασκευή της. Σε περιπτώσεις όπως η δική μας, η συρρίκνωση στο εθνικό κράτος οδηγεί όχι σε ενίσχυση, αλλά σε ακόμη μεγαλύτερη απώλεια της δύναμης των εθνικών κοινωνιών να καθορίζουν πολιτικά τις τύχες τους. Σε περιπτώσεις όπως εκείνη της Γερμανίας οδηγεί σε ουσιαστική απεμπόληση της δυνατότητας να διεκδικήσουν, σε οικουμενικό πεδίο και περιβάλλον, εκείνα που η ισχύς τους τους επιτρέπουν να προσδοκούν.

Η υποταγή στις λαϊκές τάσεις της στιγμής, η δημιουργία συνειδητής σύγχυσης ανάμεσα στην δυναμική δημοκρατική αντιπαράθεση και στον μισαλλόδοξο λόγο και κλίματος μίσους πάντων κατά πάντων ως θωπεία στην λαϊκή αγανάκτηση, και ιδίως στην δίκαιη λαϊκή αγανάκτηση, ο προσδιορισμός του πρακτέου μέσα σε αυτό το κλίμα, με αυτήν την εκφορά και με οδηγό και όριο την «έκφραση» της λαϊκής οργής και των φαντασιώσεων ανύπαρκτης ελπίδας για εύκολη διέξοδο και ανύπαρκτου μεγαλείου δεν αποτελεί απάντηση που μπορεί να την παραμικρή θετική προοπτική.

***

Ποια απάντηση θα δώσει η Ευρώπη; Δεν έχω ιδέα. Έχω μόνο λίγες γενικές, γνωστές άλλωστε σε γενικές γραμμές, σκέψεις προερχόμενες από ρεύματα της ευρωπαϊκής Αριστεράς. Τις παρουσιάζω εντάσσοντάς τις σχηματικά στις δύο μη εκπληρωνόμενες πλέον καταστατικές υποσχέσεις της κοινοτικής Ευρώπης.

Όσον αφορά την ανάπτυξη, νομίζω ότι το σχήμα ”λιτότητα και δομικές μεταρρυθμίσεις συνεπάγεται αυτομάτως την επιστροφή στην ανάπτυξη” έχει εξαντλήσει την όποια δύναμη ίσως είχε. Η λιτότητα δεν οδηγεί έξω από τον φαύλο κύκλο. Και πάντως είναι μία επιλογή που εκτός από ό,τι άλλο κάνει αναδιανέμει και πλούτο, ακριβέστερα δημιουργεί πλούτο με κόστος φτώχεια. Ακούω από χείλη που θεωρώ υπεύθυνα ότι τώρα, στους μήνες της κρίσης, τα χρηματιστήρια της Νέας Υόρκης και της Φραγκφούρτης σημείωσαν κέρδη. Πού τα βρήκαν;

Χρειάζεται πολιτική επενδύσεων, και, στην συγκεκριμένη συγκυρία μόνον οι δημόσιες επενδύσεις –κοινοτικές- είναι ρεαλιστική επιλογή. Αλήθεια θυμάται κανείς τον Jacques Delors και τις λεωφόρους της πληροφορικής που σχεδίαζε; Χορτάριασαν. Και αυτά με τη σειρά τους προϋποθέτουν θεσμικούς μηχανισμούς, ιδιαίτερα μηχανισμούς πολιτικής διεύθυνσης της Ευρωζώνης ικανούς να στηρίξουν την εσωτερική αγορά και το ευρώ, όπως και μηχανισμούς ικανούς να κρατούν τα spreads την κρατικών ομολόγων σε λογικά επίπεδα, όποια κι αν είναι η απληστία των τερατομόρφων παιδιών της Θάτσερ και του Ρήγκαν, γνωστών και ως ”οι αγορές”.

Χρειάζεται επίσης η κατάλληλη οικονομική διακυβέρνηση της Ευρώπης, δηλαδή θεσμοί με εξουσίες κατάλληλες για την οικονομική διαχείριση με ενιαίο τρόπο τουλάχιστον της ζώνης του ευρώ. Όμως προσοχή: είναι άλλο πράγμα η ίδρυση θεσμών οικονομικής διακυβέρνησης και άλλο πράγμα η θεσμική κατοχύρωση, δηλαδή η κατοχύρωσή της ως νομική υποχρέωση, της πολιτικής επιλογής της λιτότητας, κατ΄ αποκλεισμό άλλων. Αυτή η επιχειρούμενη εισαγωγή της πολιτικής της λιτότητας ως νομικού θεμελίου του ευρωπαϊκού οικοδομήματος εμφανίζεται σαν βήμα για ‘’περισσότερη Ευρώπη” ενώ δεν είναι.

Αλλά για τα θέματα αυτά άλλοι, επαναλαμβάνω, είναι πολύ πιο κατάλληλοι να μιλήσουν.

Όσον αφορά το θέμα της δημιουργίας διόδων δημοκρατικής συμμετοχής στις κοινοτικές αποφάσεις βασική προτεραιότητα θεωρώ την επαναφορά της πολιτικής (ή την είσοδο της δημοκρατικής πολιτικής) στους κοινοτικούς θεσμούς. Ο λαϊκισμός – και εδώ ας μην παρανοηθώ- από μία άποψη διέπεται από μία βαθύτερη σύνδεση με την αποκλειστικά τεχνοκρατική θεμελίωση των αποφάσεων: και στις δύο περιπτώσεις η πολιτική ως πραγματική δυνατότητα εναλλακτικών επιλογών ελλείπει. Στην μία περίπτωση οδηγούν οι αριθμοί, που πλασάρονται σαν η μόνη επιστημονική λύση, ενώ δεν είναι -στην άλλη το ανταριασμένο πλήθος, ο profanus vulgus, που πασάρεται σαν το δημοκρατικό σώμα του λαού, ενώ δεν είναι.

Κύριο λοιπόν ζήτημα είναι να επανέλθει η πολιτική δυναμική στους κοινοτικούς θεσμούς –ας μην ξεχνούμε: μέσα από αυτούς τους θεσμούς δημιουργήθηκε το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Και, έστω με μικρά βήματα, να εισαχθούν θεσμοί που να επαναφέρουν την πολιτική στις κοινοτικές λειτουργίες. Δεν είναι δική μου, αλλά την αποδέχομαι, την άκουσα ευχαρίστως και από την κυρία Γιαννάκου, η πρόταση να συνδεθεί η εκλογή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με την ανάδειξη, από αυτό, επί τη βάσει γνωστών εκ των προτέρων υποψηφιοτήτων των ευρωπαϊκών πολιτικών ρευμάτων, του Προέδρου της Επιτροπής. Και επίσης –τιμώντας την μνήμη μιας εμβληματικής μορφής της αντίστασης στον Ναζισμό, του ευρωπαϊκού Νότου, της ευρωπαϊκής Αριστεράς και επίσης εμβληματική μορφή συνολικά της Ευρώπης, τιμώντας δηλαδή τη μνήμη του Αλτιέρο Σπινέλλι- επαναφέρω την σκέψη και πρόταση για εισαγωγή, έστω και ψηγμάτων, δημιουργίας ενιαίου ευρωπαϊκού δήμου, π.χ. με μία έστω δύσκαμπτη διαδικασία έστω συμβουλευτικού ευρωπαϊκού δημοψηφίσματος. Γιατί όπου ακούνε λαό τρέχουν να φύγουν;

Τα παραπάνω δεν τα προτείνω ως γνώμες ειδικού, ούτε for the beauty of our weapons (η φράση προέρχεται από ένα συμβολικό άσμα του Leonard Cohen, το “First we take Manhattan then we take Berlin”) επειδή δηλαδή είναι –αν είναι- τεχνικά άρτια, αλλά επειδή θεωρώ ότι απηχούν μία γενικότερη πολιτική κατεύθυνση, αναγόμενη σε θεμελιώδεις αρχές της ευρωπαϊκής Αριστεράς. Τέτοιες είναι το πρωτείο της πολιτικής στην άσκηση της εξουσίας, το πρωτείο της δημοκρατικής πολιτικής στην άσκηση της πολιτικής, η αποδοχή της αγοράς αλλά η υπαγωγή της αγοράς στην κοινωνία και το αντίθετο ούτε η λειτουργία της αγοράς ως αυτοσκοπός, η συγκρότηση θεσμών και πολιτικών πρακτικών που θεμελιώνουν τις πολιτικές αποφάσεις στις δημοκρατικές επιλογές για δικαιοσύνη και ισότητα, αλλά παράλληλα απελευθερώνουν το παραγωγικό δυναμικό κάθε κοινωνίας και τις προσωπικές προοπτικές, ελπίδες και όνειρα κάθε ανθρώπου ξεχωριστά. Με μια λέξη, πολιτικών που αποκρούουν αποφασιστικά την πιο εκλεπτυσμένη σύγχρονη μορφή βαρβαρότητας, που είναι ο νεοφιλελευθερισμός.

ΙΙ. Η Ελλάδα ως Ευρώπη.

Τι έχει να δώσει η Ελλάδα στην Ευρώπη; Ασφαλώς την αγορά της, όσο αχαμνή κι αν είναι λόγω της κρίσης. Τις ιδέες και τις εμπειρίες της, εμπειρίες από την τρόϊκα και τα μέτρα της, από την ελληνική διοίκηση και την κυβερνητική πρακτική σε συνθήκες κρίσης, από το κοινοβούλιο και το εκλογικό σώμα, αλλά και από τις κινητοποιήσεις και τα κινήματα στους δρόμους και τους χώρους των κοινωνικών αντιδράσεων και αγώνων, και αυτά, ασφαλώς. Όμως όχι μόνον. Το ξεπέρασμα των ενδογενών αδυναμιών της χώρας μας, για τις οποίες ούτε η Ευρώπη φταίει ούτε η παγκοσμιοποίηση ούτε κανένας άλλος, εκτός από συμβολή στην πρόοδο της ελληνικής κοινωνίας, είναι, καθ΄ εαυτό, και μία συμβολή στην ευρωπαϊκή οικοδόμηση. Και αυτό είναι κυρίως δική μας δουλειά. Κατακτώντας, πρώτα για τον εαυτό μας, κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές, θεσμικές κατασκευές, τρόπους και πρακτικές που να επιτρέπουν την οικονομική μας ανάταξη και την κοινωνική μας πρόοδο, εισφέρουμε ταυτόχρονα και παράλληλα στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Έχοντας παρουσιάσει την κατάσταση στην Ευρώπη όπως την παρουσίασα, ίσως αφήνω να αιωρείται ένα ερώτημα: δηλαδή αν το φάρμακο των Μνημονίων –που εν πολλοίς συντίθεται από πολλά από όσα μόλις προηγουμένως απέρριψα- είναι χειρότερο από την ασθένεια, μήπως βρίσκομαι σε λάθος βήμα; Μήπως η προφανής υποστήριξή μου στο παρόν κυβερνητικό σχήμα είναι στρατηγικό λάθος για τη χώρα και ιδεολογική απεμπόληση του πολιτικού λόγου ύπαρξης της Αριστεράς στην Ελλάδα;

Όχι, δεν είναι. Η συμβολή της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή προοπτική που εγώ προκρίνω δεν εξαντλείται μόνο στην προβολή θέσεων στο πλαίσιο όσων μόλις παρουσίασα. Η συμβολή της βρίσκεται επίσης στο να μπορέσει, ιδεολογικά, κοινωνικά και πολιτικά, να ξεπεράσει τις καταστάσεις που συνέβαλαν στο να οδηγήσει εαυτήν πρώτη μεταξύ των κοινοτικών κρατών στην πύλη της χρεωκοπίας.

Αυτό είναι και το σημείο όπου, νομίζω, κρίνεται εάν είναι Λυδία η λίθος για την ελληνική Αριστερά σήμερα. Είχα και με άλλες ευκαιρίες την δυνατότητα να σημειώσω ότι κατά τα τελευταία 35 χρόνια το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα εξέφρασε και εκφράσθηκε από την ιδεολογία της λαϊκής απαίτησης για διαρκώς μεγαλύτερη κατανάλωση, όχι όμως στην βάση της παραγωγικής συγκρότησης της ελληνικής οικονομίας, αλλά είτε στην βάση της κατασπατάλησης των πακτωλών που συνέρρεαν από την ΕΟΚ των μονοπωλίων είτε στην βάση της δάνειας και μπαταχτσίδικης ευμάρειας. Η Αριστερά έκανε –κάναμε- το ιδεολογικό και πολιτικό λάθος να θεωρήσουμε την παραγωγή και την παραγωγικότητα μέσα σε μία καπιταλιστική κοινωνία αποκλειστικά υπόθεση άλλων -των ”άλλων”. Είναι το λάθος που δεν θα έκανε ποτέ και δεν έκανε, π.χ., ένας εγγύτατος σύντροφος του Στάλιν του βεληνεκούς του Παλμίρο Τολιάττι. Εμείς εδώ μείναμε μόνον στο πρόταγμα της κατανομής ενός πλούτου που η επάρκειά του έμοιαζε να είναι αξιωματικά αστέρευτη στο διηνεκές. Ορθότατο πρόταγμα η αναδιανομή, αλλά ξεκομμένο από την παραπάνω λειτουργία του πολιτικού μας συστήματος καταστροφικό κυρίως και κατ΄ εξοχή για τις κοινωνικές δυνάμεις που –υποτίθεται- είναι η κοινωνική βάση της Αριστεράς. Η κατάρρευση μιας ιδιωτικής καπιταλιστικής παραγωγικής μονάδας ποιόν βλάπτει περισσότερο, το κρατικοδίαιτο ρεμάλι που το χρίσαμε «επιχειρηματία» με δανεικά κι αγύριστα ή τον εργαζόμενο που θα γίνει άνεργος; Επίσης, το θέμα της αληθινής παραγωγικής συγκρότησης της χώρας, της αληθινής προσαρμογής του κρατικού μηχανισμού και των ιδιωτικών μονάδων στις άριστες πρακτικές, τις κατάλληλες για μία χώρα με νόμισμα το ευρώ, δεν είναι θέμα που θα έπρεπε να είναι βασική πολιτική προτεραιότητα της Αριστεράς;

Το τελικό αποτέλεσμα της επί 35 χρόνια λειτουργίας του πολιτικού μας συστήματος ήταν, πρακτικά, να μεταβληθεί σε ιδεολογία και ”δημοκρατικό” αίτημα η εκποίηση της χώρας στους δανειστές της, αρκεί, κατά φράση του παρόντα εδώ σήμερα Παναγιώτη Κονδύλη ”ο ‘λαός’ να ζητά την εκποίηση αυτή’”. Τελικά, ”η συγκεκριμένη λειτουργία του ελληνικού πολιτικού συστήματος (...) [αποτέλεσε] το βασικό εμπόδιο στην εθνική και οικονομική ανάπτυξη –κάτι παραπάνω μάλιστα: έγινε αγωγός εκποίησης της χώρας με αντάλλαγμα την (...) [ δυνατότητα της πολιτικής τάξης] να προβαίνει σε υλικές παροχές παίρνοντας παροχές ψήφου.” Εμείς συμβάλαμε σε αυτό; Ναι, στο μέτρο που μας αναλογεί –όχι παραπάνω, αλλά ούτε και παρακάτω- συμβάλαμε.

Η στάση της πλειοψηφικής σήμερα μερίδας της Αριστεράς και αναφέρομαι κυρίως στον Σύριζα, είναι στάση απόλυτης αδυναμίας να ιεραρχήσει τον πολιτικό στόχο που θα αναδείξει και την Αριστερά ως αυτό που φιλοδοξεί να είναι και θα συμβάλει ώστε η ελληνική κοινωνία να ανακάμψει. Εκφράζει την απογοήτευση και την οργή, την δίκαιη για πολλά οργή του λαού η στάση αυτής της Αριστεράς, αλλά –υπαινισσόμενος τον Βάρναλη για όσους ακόμη τον θυμούνται- δίνει μόνο λέξεις παρηγόρια, ούτε φως την κάνει την δυναμική της λαϊκής οργής και της απογοήτευσης, ούτε νου. Αυτή η αδυναμία ιεράρχησης πολιτικών στόχων έχει ως αποτέλεσμα –δεν θα βιαστώ να πω: και ως στόχο- ότι, καλυπτόμενη υπό την σωστή κριτική του καταρρέοντος αποτρόπαιου αξιώματος ότι δήθεν «λιτότητα και μεταρρυθμίσεις θα φέρουν μόνες τους την ανάπτυξη» και την σωστή απόρριψη της νεοφιλελεύθερης βαρβαρότητας ως πρόταση οργάνωσης της πολιτείας μας και της προσωπικής μας ζωής μέσα σε αυτήν, η Αριστερά αυτή καλύπτει με την μεγαλύτερη έμφαση και αποφασιστικότητα (αφού από κει περιμένει ψήφους) τις νοσηρότερες και οπισθοδρομικότερες ελληνικές κοινωνικές και πολιτικές πρακτικές. Για παράδειγμα, επί τρείς δεκαετίες καταγγέλλαμε το πελατειακό κράτος -τώρα κοπτόμαστε για τους πελάτες;

Για πολλά χρόνια παλινδρομούμε σε μία ταύτιση των εννοιών ”αγορά” και ”καπιταλιστική αγορά”. Όμως ενώ η κατάργηση της αγοράς, όπου επιχειρήθηκε, εκτός από το ότι δεν έγινε ποτέ, αποδείχθηκε επίσης βαρύ λάθος, λειτουργία της αγοράς δεν σημαίνει αναγκαστικά την νεοφιλελεύθερη αχαλίνωτη κυριαρχία της χρηματιστηριακής κερδοσκοπίας και της βάναυσης υπερεκμετάλλευσης των ανθρώπινων και φυσικών πόρων. Το πώς θα λειτουργήσει η οικονομία είναι θέμα κανόνων που πρέπει να θέσει η δημοκρατικά θεμελιωμένη πολιτική. Ο λόγος της πλειοψηφικής σήμερα Αριστεράς για την οικονομία παλινδρομεί κάπου ανάμεσα στον παλαιό Καραμανλή, τον άνθρωπο των μεγάλων εθνικοποιήσεων στους τομείς που τώρα καλούνται μερικώς να ιδιωτικοποιηθούν, και σε discours του τύπου Τσαουσέσκου, λίγο πριν τον πάρει το μαύρο σκοτάδι: το κρατικό είναι δημόσιο, το δημόσιο αποδίδει, αν έρθουμε στα πράγματα θάσταστε όλοι ευτυχείς. Αλήθεια;

Το πολιτικό στοίχημα για την ελληνική πολιτεία και κοινωνία είναι σήμερα να ανακτήσει την πολιτική ισχύ που διασπάθισε τα χρόνια της χαρούμενης ευμάρειας. Η ανάκτηση αυτού του εδάφους συμφέρει κυρίως τους εργαζόμενους, την νεότερη γενεά, εκείνα τα εκατομμύρια των ανθρώπων που συγκροτούν το σήμερα και θεμελιώνουν το αύριο της ελληνικής κοινωνίας. Η ανάκτηση αυτή δεν γίνεται χωρίς κόστος, πολιτικό και οικονομικό. Το ερώτημα για την Αριστερά είναι αν είναι διατεθειμένη να αναγνωρίσει αυτά που βλέπει –ακριβέστερα: να πει και δημόσια και να εντάξει στην προγραμματική της πολιτική ως Αριστερά, όσα ιδιωτικά και σε μεγάλη έκταση διαπιστώνουν οι Αριστεροί- και αναλάβει το πολιτικό κόστος για την ανάκτηση αυτού του χαμένου πολιτικού και οικονομικού εδάφους της ελληνικής κοινωνίας.

Η ιστορία μιας Αριστεράς μάλλον επαναστατικότερης από την σημερινή στη χώρα μας, δείχνει ότι σε τέτοιες καθοριστικές στιγμές η πραγματικά άξια του ονόματός της προοδευτική δύναμη είναι εκείνη που έχει την ηθική και ιδεολογική ισχύ και πολιτική αποφασιστικότητα να φέρει το βάρος επιλογών που δεν είναι οι δικές της, αλλά που γίνονται με αντάλλαγμα την δημιουργία πολιτικού και κοινωνικού εδάφους όπου οι λαϊκές δυνάμεις θα μπορούν να ελπίζουν στην κατάκτηση της τύχης τους, είτε τελικώς τα καταφέρουν είτε όχι. Δεν είναι μόνο η σύμπραξη του ΚΚΕ με την κυβέρνηση του δικτάτορα Μεταξά για να αντιμετωπιστεί ο φασισμός που δίνει αυτό το μάθημα (και με αυτό κατά κανένα τρόπο δεν παραβάλλω τον σημερινό δημοκρατικά αναδειγμένο και κοινοβουλευτικά νομιμοποιημένο Πρωθυπουργό με τον δικτάτορα), είναι και η Νέα Οικονομική Πολιτική του Λένιν, την οποία επέβαλε για να ανασυγκροτηθεί, με τρόπους και πρόσωπα που δεν ήταν δικά του, η ολοκληρωτικά αποσαρθρωμένη από τους πολέμους σοβιετική οικονομία και να επανέλθει στη χώρα, εκτός από την εξουσία των σοβιέτ και ο εξηλεκτρισμός -για να μην ξεχνιόμαστε, όχι εδώ μέσα τουλάχιστον.

Δεν ξέρω αν το εγχείρημα της συμμετοχής της Δημοκρατικής Αριστεράς στην παρούσα κυβέρνηση πετύχει ή δεν πετύχει, ούτε μπορώ να προβλέψω αν θα έχει θετικό εκλογικό αντίκρισμα. Αυτό όμως για το οποίο είμαι βέβαιος είναι ότι αυτή η ανάληψη και άσκηση κυβερνητικής ευθύνης, η σνομπαριζόμενη από αρκετούς, ειρωνευόμενη, χλευαζόμενη ή και ευτελιζόμενη από άλλους ως υποταγή, προδοσία και ιδιοτέλεια, απογοητευτική για κάποιους άλλους γιατί δεν είναι αρκούντως ”αποφασιστική” –μπορεί και να μην είναι πάντα- ή εκτεθειμένη σε ενδεχομένως δίκαιη κριτική για χίλιες δυό ανεπάρκειες προσώπων και πολιτικών, αυτή όμως ανάληψη κυβερνητικής ευθύνης κάνει σήμερα αυτήν την Αριστερά δημιουργό των γεγονότων που μετρούν, και όχι σχολιαστή γεγονότων που δημιουργούν άλλοι. Ακόμα και μόνον γι΄ αυτό αξίζει τον κόπο.

Θέμα επικαιρότητας:
Η Ευρώπη των 27

Σύνολο: 88 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι