Όταν ο “άλλος” είναι η κόλασή μας

Στέλιος Θ. Καραφέριας, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ,Λάρσσα, 26/05/2013

Τα τελευταία εξακολουθητικά και πρωτόγνωρα γεγονότα που σχετίζονται με την απροκάλυπτη φασιστική πολιτική της Χρυσής Αυγής πυροδότησαν ξανά τη συζήτηση για την ερμηνεία της έννοιας του εθνικισμού αλλά και την αναγκαιότητα του επαναπροσδιορισμού της μη νηφάλιας σκέψης, χωρίς τους παραμορφωτικούς φακούς που μερικές φορές η επικαιρότητα επιβάλλει. Οι ρατσιστικές οργανώσεις και οι ιδεολόγοι τους παραπονούνται συχνά ότι χαρακτηρίζονται έτσι επειδή δρουν στο όνομα του εθνικισμού. Αντίληψη που αποτελεί τον πυρήνα της ιδεολογικής έκφρασης της Χρυσής Αυγής ως μιας απόπειρας να καπηλευτεί τις ευαισθησίες και τις αγωνίες των πολιτών που εγκλωβίζονται στις μυλόπετρες ενός ανορθολογικού παραληρήματος. Όμως, η οργάνωση του εθνικισμού σε ιδιαίτερα πολιτικά κινήματα αποκρύπτει αναπόφευκτα ένα ρατσιστικό προσανατολισμό τουλάχιστον σε ένα εθνικό κράτος που έχει συγκροτηθεί ή δεν έχει πλέον πρόβλημα εθνικής απελευθέρωσης από ξένη κυριαρχία.

Είναι σαφές ότι στις μέρες μας η αίσθηση της ταυτότητας του μέσου ανθρώπου, πηγάζει από το γεγονός ότι ανήκει σε ένα έθνος παρά από το γεγονός ότι είναι «υιός του Ανθρώπου». Η αντικειμενικότητά του και η λογική του διαστρεβλώνονται σε αυτήν την προσήλωση και αυτό γιατί κρίνει τον ξένο με κριτήρια διαφορετικά από εκείνα που χρησιμοποιεί για τα μέλη της φυλής του. Τα αισθήματά του προς τον ξένο διαστρεβλώνονται επίσης. Εκείνους, που δεν είναι «οικείοι» του με δεσμούς αίματος και εδάφους, τους βλέπει καχύποπτα και με την παραμικρή αφορμή είναι δυνατόν να φουντώσουν στο μυαλό του παρανοϊκές καταστάσεις σχετικά με αυτούς (βλέπε αιμοδοσία της Χρυσής Αυγής μόνο για Έλληνες). Αυτή η αυστηρή προσήλωση δηλητηριάζει όχι μόνο τις σχέσεις του με τον ξένο αλλά ενίοτε και με τα μέλη της φυλής του. Το άτομο που δεν έχει απελευθερωθεί από τους δεσμούς με το αίμα και το έδαφος είναι προφανές ότι δεν έχει ακόμα διαμορφωθεί ολοκληρωτικά ως ανθρώπινο ον. Δεν μπορεί να νιώσει ούτε τον εαυτό του ούτε τους συνανθρώπους του στην ανθρώπινη πραγματικότητά τους.

Αυτή η μορφή λατρείας που θέτει ένα έθνος υπεράνω της ανθρωπότητας, υπεράνω των αρχών της αλήθειας και της δικαιοσύνης δεν έχει να κάνει με το φλογερό ενδιαφέρον που νιώθει κανείς για το έθνος του, την πνευματική και υλική ευημερία του, αλλά με τη διάθεσή του για ολοκληρωτική κυριαρχία του πάνω σε άλλα έθνη. Είναι γεγονός, ότι στην πλειονότητά μας όλοι αισθανόμαστε κάτι ιδιαίτερο για την πατρίδα μας. Της αποδίδουμε μια μοναδική σημασία αλλά και μια ιδιαίτερη αξία. Και αυτή η αξία προκύπτει, και είναι τελείως φυσιολογική, μόνο μέσα από τη σχέση που έχει κάποιος με αυτήν, είναι δε τελείως συμβατή με την αντίστοιχη αξία που αποδίδουν οι ξένοι στη δική τους πατρίδα. Με άλλα λόγια, η φιλοπατρία από τη φύση της δε μονοπωλείται.

Ο εθνικισμός βρίσκεται στον αντίποδα αυτής της λογικής και αυτό γιατί ο εθνικιστής θεωρεί την αξία της πατρίδας του «αντικειμενική» και ως τέτοια πρέπει να γίνεται αντιληπτή και σεβαστή από όλους, ιδίως από τους ξένους. Αυτού του είδους η αντίληψη, ακόμα και όταν δεν καταλήγει σε ακραίες θέσεις κινεί τα ιδεολογικά νήματα σήμερα σε πολλές χώρες του κόσμου. Το παράλογο όμως φαίνεται καθαρά από το γεγονός ότι είναι μεν φαινόμενο γενικό, το οποίο όμως δεν επιδέχεται γενίκευση, εφόσον στηρίζεται στην «αντικειμενική» αξία της πατρίδας. Κανονικά, η αντικειμενικότητα προϋποθέτει κριτήρια γενικώς αποδεκτά και απρόσωπα. Σύμφωνα όμως με τους εθνικιστές, «αντικειμενικά» πιο άξια είναι πάντα η δική τους πατρίδα. Γι’ αυτό και ο Έλληνας εθνικιστής για παράδειγμα, δεν αισθάνεται καμία αλληλεγγύη για τον Τούρκο ομοϊδεάτη του, όπως θα περίμενε κανείς στην περίπτωση κάποιας άλλης κοινής ιδεολογίας. Αντίθετα είναι οι χειρότεροι εχθροί του. Διαφωνούν και οι δύο ακριβώς επειδή συμφωνούν απολύτως στο θέμα του εθνικισμού, καταλήγοντας και οι δύο στην άκρως παράλογη και συνεπώς απορριπτέα θέση ότι «ο δικός μου» εθνικισμός είναι ο μόνος νόμιμος. Η σχέση ανάμεσα στην ιδεοληψία και τον ορθό λόγο είναι θέμα τεράστιο και εξαιρετικά δύσκολο. Το συμπέρασμα όμως που απορρέει αβίαστα είναι ότι τις περισσότερες φορές δεν υπάρχει καμία αντιστοιχία ανάμεσα στις ιδεολογικές παρωπίδες και τον ορθό λόγο.

Και η ήττα του Λόγου επιφέρει το παραλήρημα πάνω στο οποίο εδραιώνεται ο βολικός μύθος της αναμφισβήτητης εθνικής μας υπεροχής. Έτσι αυτή η “αμάθεια” εξουδετερώνει κάθε ανθρωποκεντρική θεώρηση. Ο “άλλος” αποτελεί την κόλασή μας και γι’ αυτό πρέπει να ριχθεί στο “πυρ το εξώτερον”. Αυτό ακριβώς κάνει η Χρυσή Αυγή. Το ζητούμενο είναι τι κάνουμε εμείς ως πολίτες και ως θεσμική πολιτεία. Και ενώ ο υπουργός Δικαιοσύνης Αντώνης Ρουπακιώτης εισηγείται το πολυσυζητημένο αντιρατσιστικό νομοσχεδίο, εντούτοις, οι αντιρρήσεις που εγείρονται εξαιτίας του ατροφικού μας πολιτικού πολιτισμού θέτουν σοβαρά εμπόδια στη νομοθετική αντιμετωπιση του ζητήματος. Δυστυχώς υφίστανται ακόμα στην Ελληνική κοινωνία συντηρητικά αντανακλαστικά και φοβικά σύνδρομα που δεν επιτρέπουν την ψύχραιμη ανάγνωση των τελευταίων γεγονότων ώστε να κατανοηθεί το μεγέθους και η ένταση της αποδόμησης που υφίσταται το δημοκρατικό μας πολίτευμα.

Αμφιβάλλει κανείς ότι Νέα Δημοκρατία θεώρησε πως το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο θα της δημιογούσε πρόβλημα από τα δεξιά της; Δεν έγινε όμως κατανοητό στην ηγεσία της ότι ο εκφασισμός που προωθείται μέσα στην ελληνική κοινωνία, οι παράνομες πράξεις και οι βιαιοπραγίες επιβάλλεται να αντιμετωπιστούν με το νομοθέτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης, το οποίο, συν τοις άλλοις, είναι και κοινοτική υποχρέωση.

Όσον αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ, αν πράγματι πίστευε ότι πρέπει να υπάρξει αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, για να θωρακίσει, στο βαθμό που μπορεί να θωρακίσει, την υπόθεση της Δημοκρατίας, όφειλε να εγκαταλείψει τα τερτίπια και τους τακτικισμούς, να προσέλθει στη Βουλή και να το ψηφίσει και όχι να καταθέσει το αντίστοιχο δικό του. Είναι σαφές ότι θα είχε τη δυνατότητα να κάνει και βελτιώσεις και τροποποιήσεις; Προφανώς, στον ΣΥΡΙΖΑ κάτι τέτοιο δεν το επιθυμούν...

Θέμα επικαιρότητας:
Αντιεθνικισμός- Αντιρατσισμός

Σύνολο: 55 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι