Καμία ελευθερία για τους εχθρούς της ελευθερίας

Η ριψοκίνδυνη διαδικασία εξημέρωσης της εγχώριας Άκρας Δεξιάς

Ανδρέας Τάκης, Μεταρρύθμιση, 03/10/2013

Από την πανηγυρική της είσοδο στο κοινοβούλιο με τις περσινές δίδυμες εκλογές, η Χρυσή Αυγή δεν έπαψε να προβληματίζει το πολιτικό σύστημα της χώρας. Ωστόσο, αυτό που προβλημάτιζε την πολιτική και τη δημοσιογραφική νομενκλατούρα δεν ήταν βέβαια τόσο η πραγματική δράση του ναζιστικού μορφώματος, τα συστηματικά περίπολα των μαυροντυμένων «ταγμάτων εφόδου» στο κέντρο της Αθήνας και οι εκατοντάδες αιματηρές επιθέσεις τους στους άτυχους «λαθρομετανάστες» που θα συναντούσαν στον δρόμο τους. Αντίθετα, ο προβληματισμός εστιαζόταν στην εξωτικά βάναυση παρουσία της μέσα στο κοινοβούλιο, στις συμπεριφορές εκείνες που διερρήγνυαν τον καθεστωτικό καθωσπρεπισμό των πολιτικών ελίτ της μεταπολίτευσης, γοητεύοντας ταυτοχρόνως με τη βίαιη αντισυστημική ρητορική τους, τούς οργισμένους απόκληρους της κρίσης και μια νεολαία που συνειδητοποιεί καθαρά και από νωρίς τον εγκλωβισμό της σε ένα νοσηρό παρόν χωρίς αύριο. Γιʼ αυτό και μέχρι σήμερα οι προνομιακοί νομείς της πολιτικής ζωής της χώρας αναζητούσαν επίμονα μια θεσμική λύση στο πρόβλημα (τους), όχι στην κινητοποίηση των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους, αστυνομία και δικαιοσύνη, για την πάταξη μιας όλο και πιο βαριάς όσο και διάχυτης εγκληματικότητας, που άφηνε πλέον (αλλοδαπούς) νεκρούς και ανάπηρους πίσω της, αλλά στην απαγόρευση της λειτουργίας της Χ.Α. και τον εξοβελισμό της από το πεδίο της πολιτικής δημοσιότητας.

Η προσπάθεια αυτή, αφού μάταια επιχείρησε να βρει ερείσματα στη συνταγματική μας παράδοση, κατέρρευσε εντέλει μαζί με το εγχείρημα του λεγόμενου «αντιρατσιστικού» νομοσχεδίου. Πράγματι, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως λ.χ. η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το δικό μας Σύνταγμα και νομοθεσία δεν προβλέπουν τη δυνατότητα να απαγορευθεί ή να διαλυθεί ένα κόμμα απλώς και μόνον επειδή οι πολιτικοί του στόχοι ή η ιδεολογία του δεν εναρμονίζονται με το πολίτευμα. Αλλ’ ούτε και ο νόμος, με εξαίρεση τον παλαιό και ανεφάρμοστο στην πράξη Ν. 927/1979, τιμωρεί κάποιον επειδή εκδηλώνει με επιθετικές διατυπώσεις τη μισαλλοδοξία του έναντι φυλετικών ομάδων, απορρίπτοντας την ανθρωπιστική ιδεολογία του Συντάγματός μας.

Προστασία ή υπονόμευση της δημοκρατίας;

Πολλοί εκπρόσωποι του πολιτικού μας κατεστημένου θλίβονται για την απουσία τέτοιων μέτρων από τη φαρέτρα των μέσων προστασίας του δημοκρατικού πολιτεύματος και δεν φείδονται επιχειρημάτων για να μας πείσουν ότι η έλλειψή τους είναι που εμπόδιζε τόσο καιρό τη δικαιοσύνη να βάλουν έναν φραγμό στην εγκληματική δράση της Χ.Α. Θα ήταν σκόπιμο όμως να αναλογιστεί κανείς ωστόσο μήπως τέτοια μέτρα αντί να θωρακίζουν, όπως διατείνονται οι εμπνευστές τους, πρώτα απʼ όλα, και μάλιστα σε περιστάσεις κρίσης και γενικευμένης αμφισβήτησης, υπονομεύουν την ασφάλεια του δημοκρατικού πολιτεύματος, δημιουργώντας την εντύπωση ότι η δημοκρατία φοβάται να αντιμετωπίσει τις ιδέες που την απορρίπτουν γιʼ αυτό και προτιμά να τις κατασιγάζει βίαια και να στερεί απ’ όσους τις υιοθετούν το δικαίωμα της πλήρους πολιτικής συμμετοχής.

Η λήψη τέτοιων μέτρων μπορεί να σπάει ίσως το απόστημα, ταυτόχρονα όμως το αντιδημοκρατικό δηλητήριο που εκλύεται, διαχέεται και μολύνει την κοινωνία και το πολίτευμα μαζί. Τη μεν πρώτη μέσα από τον αναπόφευκτο εξηρωισμό των αμφισβητιών της δημοκρατίας, το δε πολίτευμα με την αλλοίωσή του από διακυβέρνηση με τη συμμετοχή όλων χωρίς εξαιρέσεις σε διακυβέρνηση με τη συμμετοχή μόνον όσων συμφωνούν επαρκώς με αυτό. Γι’ αυτό και οι κίνδυνοι που εγκυμονούν μέτρα σαν αυτά δεν αφορούν μόνον, όπως νομίζουν κάποιοι, την ελευθερία της έκφρασης (που στο κάτω κάτω, βρε αδερφέ, δεν την έχεις για να καταριέσαι αλλόφυλους κι αλλόχρωμους), αλλά πριν απʼ όλα την καθολικότητα της ίσης πολιτικής ελευθερίας, τον πυρήνα της δημοκρατικής αρχής. Όπως άλλωστε τόνισε με δυσοίωνο νόημα τις προάλλες κοιτώντας προς την Αριστερά ο κ. Μάκης Βορίδης, όταν ανοίγει η κουβέντα περί συνταγματικού τόξου, κανείς δεν μπορεί να προδικάσει ποιοι χωράνε πραγματικά σε αυτό (ιδίως μάλιστα όταν αυτό το κρίνει σε τελική ανάλυση ο εκάστοτε κυβερνών).

Καλό θα ήταν έτσι να μην ξεχνάμε ότι ούτε λίγο ούτε πολύ, αντί της Χ.Α., στο στόχαστρο του «αντιρατσιστικού» νομοσχεδίου κατέληξε να βρίσκεται, βοηθούσης και της ανεξάρτητης ελληνικής δημοσιογραφίας η κυρία Ρεπούση... Βέβαια, το εγχείρημα του «αντιρατσιστικού» νομοσχεδίου δεν κατέρρευσε λόγω του πολιτειακά προβληματικού χαρακτήρα, αλλά, εντέλει, λόγω της προσχηματικότητας της προέλευσής του και, κυρίως, λόγω των εντάσεων που αυτό προκαλούσε στη σχέση του μείζονος εταίρου της κυβερνητικής συμπαράταξης με το λαϊκό (ακρο)δεξιό του ακροατήριο.

Και άλλες πολλές δημοκρατίες όμως, με πρώτη και καλύτερη τις Η.Π.Α., στερούνται θεσμών απαγόρευσης πολιτικών κομμάτων, χωρίς να νιώθουν κάποια ανασφάλεια γι’ αυτό. Και εκεί όμως, όπως και στη χώρα μας, το να προσβάλλεις ταπεινωτικά κάποιον γι’ αυτό που είναι, να βιαιοπραγείς σε βάρος του και φυσικά το να του αφαιρείς τη ζωή, ασχέτως της καταγωγής του ή των πεποιθήσεών του, όπως και το να υποκαθίστασαι στη θέση των δημοσίων οργάνων που είναι αρμόδια να ασκούν καταναγκασμό, είναι –ακόμη τουλάχιστον– σοβαρά εγκλήματα που τιμωρούνται αυστηρά, από οποιονδήποτε και αν διαπράττονται. Ακόμη δε πιο σοβαρό είναι και τιμωρείται αυστηρότατα το να συνεταιρίζεσαι μαζί με άλλους σε μόνιμη βάση και με οργανωμένη ιεραρχική δομή με σκοπό να διαπράττεις τα εγκλήματα αυτά, αυτό δηλαδή που ο ισχύων ποινικός μας κώδικας αποκαλεί «εγκληματική οργάνωση». Και αυτά, όπως είδαμε τις μέρες αυτές, μπορεί να είναι αποτελεσματικότατα σε πρώτη τουλάχιστον φάση για την προστασία των δημοκρατικών μας ελευθεριών, αρκεί να τα εφαρμόζει κανείς αδέκαστα και με αυστηρή προσήλωση στον νόμο που τα προβλέπει.

Ωφελιμιστική αξιοποίηση του ποινικού οπλοστασίου

Χρειαζόταν το αίμα του Παύλου Φύσσα για να αντιληφθεί η κυβέρνηση και κυρίως η δικαιοσύνη ότι η δράση των ταγμάτων εφόδου είναι κραυγαλέα εγκληματική και επικίνδυνη για τη δημοκρατία; Δεν αρκούσαν άραγε τα εκατοντάδες περιστατικά βιαιοπραγίας, βάναυσης ταπείνωσης αλλά και φόνων στα οποία εμπλέκονταν απροκάλυπτα και συστηματικά στελέχη της Χ.Α. τα τελευταία χρόνια και κυρίως μετά τις εκλογές; Ή μήπως δεν φώναζαν αρκετά δυνατά εδώ και έναν τουλάχιστον χρόνο η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου αλλά και πολιτικοί σχηματισμοί της Αριστεράς ότι πρόκειται ακριβώς για εγκληματική οργάνωση κατά την έννοια του νόμου, ώστε να τους ακούσει κάποιος εισαγγελέας;

Δεν μπορεί κανείς να είναι ακόμη σίγουρος ποιοι συγκεκριμένοι λόγοι οδήγησαν μόλις προ ολίγων ημερών, όχι τη δικαιοσύνη, αλλά την κυβέρνηση να πάρει την πρωτοβουλία αξιοποίησης του υφισταμένου ποινικού οπλοστασίου. Όποιοι και αν είναι αυτοί όμως, η απροσδόκητη αυτή εξέλιξη επισυμβαίνει μέσα σε μια πολιτική συγκυρία που χαρακτηρίζεται από την πρωτοφανή συντριβή του μεσαίου χώρου και τη θεαματική, αν πιστέψει κανείς τις δημοσκοπήσεις, άνοδο της λαϊκής υποστήριξης στην αντισυστημική Άκρα Δεξιά. Τις πρακτικές πολιτικές προεκτάσεις των δεδομένων αυτών για τη μακροβιότητα της κυβερνητικής πολιτικής έσπευσαν να εξαγάγουν κατάλληλα, λίγες μόλις μέρες πριν τον στυγερό φόνο του Παύλου Φύσσα, οι τηλεοπτικοί διαμορφωτές γνώμης κάνοντας ποικιλοτρόπως λόγο για τις ωφέλειες που θα είχε να αποκομίσει το πολιτικό σύστημα από μια «εξημέρωση» ή «εξευγενισμό» της Χ.Α., ώστε να καταστεί αυτή ένας αξιόπιστος πιθανός κυβερνητικός εταίρος. Σε κάθε περίπτωση, το δυναμικό που φαίνεται να σωρεύεται στο δεξιό άκρο του πολιτικού φάσματος αναδεικνύεται για τους κυβερνητικούς εταίρους ταυτοχρόνως κίνδυνος και δεξαμενή άντλησης ψήφων. Μέσα σε αυτό το φόντο, η αιφνίδια μεταστροφή της κυβερνητικής στάσης απέναντι στη Χ.Α. προσλαμβάνει εκ των πραγμάτων τον χαρακτήρα ενός δραστικού –και ίσως απεγνωσμένου– εγχειρήματος να ανακτήσει η κυβέρνηση την πρωτοβουλία μέσα στο πολιτικό σκηνικό, σε οποιουσδήποτε ειδικότερους λόγους και αν θα απέδιδε κανείς την ίδια τη μεταστροφή: λ.χ. στην αγωνιστική λαϊκή κατακραυγή, όπως νομίζουν παραμυθητικά κάποιοι στην Αριστερά, ή στις πιέσεις Αμερικανών και Ευρωπαίων.

Έτσι, μετά από ένα και πλέον έτος διακυβέρνησης της χώρας με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου και το αυταρχικό λουκέτο στη Δημόσια Ραδιοτηλεόραση, με την απόφαση προώθησης της δραστικής ποινικής αντιμετώπισης της Χ.Α., η κυβερνητική πλειοψηφία φαίνεται να αποσπά βίαια σχεδόν τον ρόλο του εγγυητή της δημοκρατίας στη χώρα μας από την αντιπολιτευόμενη Αριστερά. «Η δημοκρατία δεν διώκει το φρόνημα, τιμωρεί μόνο πράξεις» διαμηνύει σιβυλλικά ο πρωθυπουργός από τις Η.Π.Α., ενώ ο υπουργός Εξωτερικών, ο ίδιος που εξέφραζε με κάθε ευκαιρία την επιτακτική ανάγκη περαιτέρω θωράκισης της δημοκρατίας με ειδικά νομοθετήματα που θα επιτρέπουν τη λήψη μέτρων κατά πολιτικών ομάδων, σήμερα αποφαίνεται ότι το υφιστάμενο θεσμικό οπλοστάσιο υπερεπαρκεί. Οι δημοσιογραφικοί αστέρες δε που μέχρις εσχάτως χαριεντίζονταν σε τηλεοπτικά πάνελ με τους προσφάτως συλληφθέντες, αμιλλώνται πλέον στις ασκήσεις ρετρό αντιφασιστικής ρητορείας.

Κρίσιμη η διάκριση μεταξύ νομικού και πολιτικού


Μέσα στο πλαίσιο αυτό, όση ικανοποίηση και ανακούφιση και αν προκαλεί η εικόνα των σιδηροδέσμιων χρυσαυγιτών να οδεύουν στον ανακριτή, είναι πολύ δύσκολο να κατασιγάσει κανείς την υποψία ότι αυτή η σύλληψη που προβλήθηκε τηλεοπτικά ως νίκη της δημοκρατίας συνιστά για την κυβέρνηση επιπλέον το όχημα μιας ανανεωμένης προσπάθειας να εξαλείψει στην πράξη την κοινοβουλευτική παρουσία της Χ.Α., ώστε, αδρανοποιώντας την πολιτική της επιρροή, να οικειοποιηθεί το πολιτικό δυναμικό που αυτή νεμόταν μέχρι τώρα. Το ενδεχόμενο αυτό οφείλει να αποτελεί λόγο ανησυχίας για την Αριστερά γιατί πλήττει πράγματι την προοπτική της ανάληψης της διακυβέρνησης από αυτήν, και η απόλυση των τριών βουλευτών δεν φαίνεται να ανατρέπει την εικόνα. Οφείλει όμως πάνω απ’ όλα να αποτελεί λόγο εγρήγορσης για όλες τις πολιτικές δυνάμεις που είναι αμετακίνητες στην υποστήριξη της υπόθεσης της δημοκρατίας στον τόπο μας, γιατί όπως η ιστορική εμπειρία έχει επανειλημμένα καταδείξει, η χρήση νομικών αντί πολιτικών μέσων για την κατίσχυση μιας πολιτικής άποψης, ακόμη και της πλέον ορθής, είναι πάντα βαθιά τραυματική για τους δημοκρατικούς θεσμούς. Ειδικά δε μια Αριστερά που έζησε ένα μετεμφυλιακό κράτος και μια δικτατορία είναι υποχρεωμένη να σκέφτεται ότι σε τέτοιες περιπτώσεις de te fabula narratur.

Ωστόσο, μέσα στη δίνη των ραγδαίων εξελίξεων, η κρίσιμη διάκριση αυτή μεταξύ του νομικώς και ποινικώς ενδιαφέροντος, από τη μια, και του πολιτικού στοιχείου, από την άλλη, είναι εύκολο να χαθεί από τη ματιά μας. Και αυτή η σύγχυση συντρέχει πριν απ’ όλα στον τρόπο λειτουργίας της Χ.Α., γεγονός που όπως έχει εύστοχα επισημανθεί (βλ. Δ. Χριστόπουλος, «Διάλυση κόμματος ή εξάρθρωση εγκληματικής οργάνωσης», Η Αυγή 22.9.2013) συνιστά και την ιδιοτυπία της. Από τη μια μεριά, πρόκειται για ένα κοινοβουλευτικό πολιτικό κόμμα με χιλιάδες μέλη που έχει συγκεντρώσει τις ψήφους μισού εκατομμυρίου Ελλήνων πολιτών. Από την άλλη μεριά –και ταυτοχρόνως–, με τη λειτουργία του κόμματος φέρεται να συρρέει η δράση μιας εγκληματικής οργάνωσης με δομή επάλληλη σε ορισμένο τουλάχιστον βαθμό με τη δομή του κόμματος (λ.χ. με συχνή σύμπτωση ιεραρχίας των δομών). Αν όμως μας ενδιαφέρει να τιμωρήσουμε την εγκληματική συμπεριφορά χωρίς να θίξουμε τις δημοκρατικές ελευθερίες (ακόμη και αν οι συγκεκριμένοι φορείς τους τις περιφρονούν και τις επικαλούνται καταχρηστικά), τότε το αν συμπίπτει και σε τι βαθμό το πολιτικό μόρφωμα με την εγκληματική οργάνωση δεν μπορεί να είναι θέμα εικασιών αλλά πραγματικών γεγονότων: κοινώς αποδεικτικών στοιχείων, νομίμως συλλεγέντων, που μπορούν να οδηγήσουν ένα αμερόληπτο δικαστήριο σε ασφαλή κρίση.

Με άλλα λόγια, δεν αρκεί να είσαι μέλος της Χ.Α. για να φέρεις ποινική ευθύνη, πρέπει να είσαι και μέλος της δομής της εγκληματικής οργάνωσης, να συμμετέχεις με κάποιον ρόλο, που αποδεικνύεται δεόντως, στην «επιχειρησιακή πτέρυγα». Γιατί είναι αυτό τόσο σημαντικό; Διότι, διαφορετικά, αν δηλαδή η πολιτική εμπλοκή σου από τη θέση του απλού μέλους ή στελέχους αποτελούσε από μόνη της και τεκμήριο της συμμετοχής σου στις έκνομες ενέργειες της επιχειρησιακής πτέρυγας, της εγκληματικής οργάνωσης, τότε η αστυνομία θα έπρεπε να συλλάβει όλα τα εγγεγραμμένα μέλη της Χ.Α. Το πρακτικό αυτό ζήτημα είναι το λιγότερο. Το κυριότερο είναι ότι οι προχθεσινές συλλήψεις θα διέτρεχαν τον κίνδυνο να φανούν ως δίωξη πολιτικών αντιπάλων για μόνον τον λόγο της αντίθεσής τους στο πολίτευμά μας, δηλαδή μια κακοστημένη και επικίνδυνη πολιτικάντικη φάρσα σε βάρος της ίδιας της δημοκρατίας μας. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτό ακριβώς ήταν το επιχείρημα που κραυγάζει ο ηγετικός πυρήνας της Χ.Α. και τα κρυπτοναζιστικά μπλογκ: «να τη χαίρεστε τη δημοκρατία σας». Καθήκον εν προκειμένω της ποινικής δικαιοσύνης, μέσα από την απρόσκοπτη λειτουργία της, θα ήταν να τους διαψεύσει φέρνοντας στο φως όλα εκείνα τα στοιχεία που καταδεικνύουν στην περίπτωση του κάθε συγκεκριμένου κατηγορουμένου την πραγματική εμπλοκή του στο επιχειρησιακό σκέλος της οργάνωσης. Οι τελευταίες εξελίξεις γέννησαν ωστόσο εκ νέου την αμφιβολία αν τελικά το πόρισμα του αντιεισαγγελέα είχε επαρκή στήριξη από τέτοια αποδεικτικά στοιχεία.

Η λεπτή αλλά τόσο κρίσιμη για τον αυτοσεβασμό της δημοκρατίας μας διάκριση αυτή μεταξύ νομικού και πολιτικού έμοιαζε εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον να καθοδηγεί την ποινική δικαιοσύνη στη διερεύνηση της υπόθεσης. Δεν φαίνεται όμως να ισχύει το ίδιο όσον αφορά μεγάλα κομμάτια της κοινής γνώμης που αντιμετωπίζει με ανησυχία και απορία τις πρωτοφανείς εξελίξεις, αλλά και πολιτικούς παράγοντες που φαίνονται να εκλαμβάνουν τη δίωξη σε βάρος της ηγεσίας της Χ.Α. ως μέσο ή ευκαιρία προώθησης της πολιτικής τους ατζέντας.

Είναι πράγματι πρωτοφανές αλλά και ενδεικτικό των αναταράξεων του πολιτικού συστήματός μας να βλέπει κανείς εν ενεργεία βουλευτές να σύρονται στο κρατητήριο σιδηροδέσμιοι αντιμετωπίζοντας βαρύτατες κατηγορίες. Κάποιοι έκαναν λόγο για εντάλματα αμφίβολης ή οριακής νομιμότητας, επειδή δεν ελήφθη προηγουμένως ως έδει η σχετική άδεια της ίδιας της Βουλής. Ωστόσο, καλώς ή κακώς, τόσο η θεωρία του ποινικού δικαίου όσο και η πικρή εμπειρία των «τρομο-δικών» έχουν εδραιώσει τη θέση ότι το κακούργημα της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση είναι διαρκές στον χρόνο και άρα, οποτεδήποτε και αν αποκαλυφθεί –όσο εξακολουθεί να υφίσταται οργάνωση, όπως εν προκειμένω–, είναι και «αυτόφωρο», ώστε να μη χρειάζεται άδεια της Βουλής. Αν προέκυπταν σοβαρά στοιχεία ότι κάποιος εν ενεργεία βουλευτής είναι αρχηγός κυκλώματος διανομής παιδικής πορνογραφίας, θα θεωρούσαμε άραγε τόσο αφύσικο το να συλληφθεί πάραυτα χωρίς την άδεια της Βουλής;

Στρεβλές ιδέες περί δημοκρατίας


Η αγανάκτηση όμως των φανερών ή των κρυφών οπαδών της Χ.Α. για την εικόνα της σύλληψης του αρχηγού τους ως αρχηγού εγκληματικής οργάνωσης οφείλεται ακριβώς σε μια στρεβλή και κάθε άλλο περιοριζόμενη στην άκρα δεξιά ιδέα περί δημοκρατίας και εκπροσώπησης: ότι από τη στιγμή που εκπροσωπείς κάποιους που σε ψήφισαν, τίποτε δεν μπορεί να σε αγγίξει, λες και η τήβεννος του πολιτικού ή του αρχηγού σε εξυψώνει υποχρεωτικά πάνω από το έγκλημά σου, όσο στυγερό κι αν είναι αυτό. Ανάλογη αλλά ανάστροφη παρανόηση όμως συναντά κανείς και στη διάχυτη απορία πολλών –την οποία δεν κουράζονται να επαναλαμβάνουν οι όψιμοι τιμητές της βαρβαρότητας της Χ.Α. στα δημοσιογραφικά πάνελ– πώς είναι δυνατόν κάποιοι να συλλαμβάνονται ως ύποπτοι για τόσο σοβαρά και απεχθή αδικήματα κι ωστόσο να παραμένουν βουλευτές ενώ κρατούνται. Όπως στην προηγούμενη περίπτωση η πολιτική ιδιότητα θεωρείται ότι θέτει εξ ορισμού τον φορέα της υπεράνω κάθε ηθικής ή ποινικής μομφής, έτσι και εδώ η ηθική ή η ποινική απαξία μιας συμπεριφοράς εκλαμβάνεται ως συνεπαγόμενη αυτοδικαίως την ανικανότητα του δράστη της να φέρει και την πολιτική ιδιότητα του λαϊκού αντιπροσώπου. Η δημοκρατία μας αξιώνει από τους αιρετούς εκπροσώπους του λαού ένα ελάχιστο ηθικής ακεραιότητας υπό τη μορφή της μη συνδρομής ποινικής καταδίκης για ορισμένα «ατιμωτικά» αδικήματα, που συνεπάγονται και τη στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων. Μέχρι όμως την τελεσίδικη καταδίκη του βουλευτή για τέτοιο αδίκημα και τη συνακόλουθη έκπτωσή του από το αξίωμα, αυτός διατηρεί αδιάλειπτα την ιδιότητά του και μαζί με αυτήν και τα σχετικά δικαιώματα. Η προσωρινή κράτηση ωστόσο αποτελεί ένα ειδικό καθεστώς ασφαλείας το οποίο ενδέχεται να αποκλείει εν τοις πράγμασι τη δυνατότητα ακώλυτης άσκησης των δικαιωμάτων αυτών, λ.χ. της ψήφου. Δεν θα πρέπει να εκπλήξει λοιπόν το ενδεχόμενο, για ορισμένες τουλάχιστον σημαντικές ψηφοφορίες, να χορηγηθεί σχετική άδεια από τον αρμόδιο εισαγγελέα και να δούμε τους υπόδικους βουλευτές της Χ.Α. για λίγες ώρες ξανά στα έδρανα της Βουλής.

Αυτό όμως που στην περίπτωση των πολλών μπορεί να είναι κατανοητή παρανόηση, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί απλώς νομική ή πολιτική αφέλεια των εταίρων της κυβέρνησης όταν διερωτώνται έμπλεοι ηθικού σχετλιασμού πώς είναι δυνατόν οι μισοί βουλευτές ενός κόμματος να βρίσκονται στην περιβόητη «μπουζού» και όμως αυτό να εξακολουθεί να χρηματοδοτείται κανονικά από το υστέρημα του ελληνικού λαού και μάλιστα σε μια στιγμή πρωτόγνωρης δημοσιονομικής ένδειας της δημοκρατίας μας. Η απάντηση με βάση τα παραπάνω θα έπρεπε να ήταν προφανής: διότι οσοδήποτε βαριά και αν έχουν εγκληματήσει τα στελέχη του, ένα πολιτικό κόμμα εξακολουθεί να βρίσκεται στο κοινοβούλιό μας επειδή είναι ο πολιτικός εντολοδόχος των συμπολιτών μας που το ψήφισαν. Την εκδήλωση της πολιτικής ελευθερίας των χιλιάδων ψηφοφόρων του χρηματοδοτεί η δημοκρατία μας, ακόμη και αν το περιεχόμενο της θέσης τους είναι απεχθές και αντιδημοκρατικό. Διαφορετικά, θα ρίχναμε ένα κομμάτι του «εμείς οι Έλληνες» σε δεύτερη μοίρα για μόνον τον λόγο ότι διαφωνούμε με την ψήφο τους και μαζί με αυτό θα στερούσαμε τη δημοκρατία μας από τον αυτοσεβασμό της. Γι’ αυτό και η διάταξη που κατέθεσε ο υπουργός Εσωτερικών για τη διακοπή της χρηματοδότησης της κοινοβουλευτικής παρουσίας της Χ.Α. είναι μέτρο που προσιδιάζει στην αυταρχική λογική της απαγόρευσης πολιτικού κόμματος και ως εκ τούτου βαθιά προβληματικό από συνταγματική σκοπιά. Ενώπιον του ενδεχομένου όμως το μέτρο αυτό να συμβάλει στην πολιτική εξουδετέρωση της Χ.Α. προς άμεσο εκλογικό όφελος του (μείζονος εταίρου του) κυβερνητικού συνασπισμού, αναμενόμενο ίσως είναι υπό τις ταραχώδεις σημερινές περιστάσεις τα επιχειρήματα αρχής να υποχωρούν.

Την υποψία όμως ότι κυβερνητικοί εταίροι αντιμετωπίζουν την εξάρθρωση της εγκληματικής οργάνωσης που δρα υπό το κέλυφος του πολιτικού κόμματος της Χ.Α. ως ευκαιρία για μέτρα τα οποία θα τους διασφαλίσουν την πρωτοβουλία και τον έλεγχο στο συνολικό πολιτικό σκηνικό ενισχύει ο ενθουσιασμός με τον οποίο υιοθέτησαν την ιδέα ενός νομοθετήματος που, τροποποιώντας τον ισχύοντα εκλογικό νόμο, θα αποτρέψει το ενδεχόμενο με τις παραιτήσεις τους από τις βουλευτικές τους έδρες να προκαλέσουν τα στελέχη της Χ.Α., συλληφθέντες και μη, σειρά από αναπληρωματικές εκλογές στις περιφέρειες όπου είχαν αρχικώς εκλεγεί, οι οποίες θα αποσταθεροποιούσαν ίσως με το αποτέλεσμά τους τη σταθερότητα του κυβερνητικού συνασπισμού.

Αξίζει να αναρωτηθεί κανείς όμως τι θα συνέβαινε αν πράγματι οι βουλευτές της Χ.Α. υλοποιούσαν την απειλή τους και παρ’ όλα αυτά, χάρη στο νομοθέτημα αυτό οι έδρες τους παρέμεναν παρʼ όλα αυτά κενές. Πώς θα λαμβάνονταν άραγε κατά πλειοψηφία οι αποφάσεις της Βουλής, όταν αυτή σύμφωνα με το Σύνταγμά μας υπολογίζεται με βάση τον συνολικό αριθμό των βουλευτών και όχι των εδρών; Θα αρκούσαν άραγε έτσι προκειμένου να έχει η κυβέρνηση τη δεδηλωμένη μόνον 145 ή 141 ψήφοι αντί για τους 151, κι αυτό μόλις εν τω μέσω της θητείας της; Βέβαια, οσοδήποτε πολιτικά προβληματικά κι αν είναι τέτοια σενάρια, δεν καθιστούν τη ρύθμιση αυτή και νομικά προβληματική, καθώς το Σύνταγμά μας αποδέχεται το ενδεχόμενο να λειτουργεί υπό ορισμένες περιστάσεις η Βουλή με έως και 60 βουλευτές λιγότερους, χωρίς αυτοί να αναπληρώνονται.

Αντίθετα, αυτό που προβληματίζει περισσότερο τόσο πολιτικά όσο και νομικά –όπως άλλωστε και στην προηγούμενη περίπτωση της διακοπής της χρηματοδότησης– είναι το γεγονός ότι, ασχέτως της ορθότητάς της, η εν λόγω ρύθμιση συνιστά δεδηλωμένα ένα επινόημα για την εξατομικευμένη αντιμετώπιση ενός απόλυτα συγκεκριμένου ζητήματος, που προκαλούν οι λεονταρισμοί των βουλευτών της Χ.Α. Και αυτό όταν το Σύνταγμά μας, με την πιο επιτυχημένη ίσως διάταξη που απέκτησε με την τελευταία του αναθεώρηση, προσπαθεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο αιφνιδιαστικής ή ευκαιριακής νομοθέτησης ειδικά στο ευαίσθητο για τη δημοκρατία πεδίο του εκλογικού δικαίου, προβλέποντας ότι τυχόν μεταβολή του εκλογικού νόμου, εφόσον δεν συγκεντρώσει την αυξημένη πλειοψηφία των 2/3, θα ισχύσει για τις επόμενες των προσεχών εκλογές. Βέβαια, πολλοί συνταγματολόγοι θα ισχυριστούν ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση, ακόμη και αν αφορά αναπληρωματικές εκλογές για συμπλήρωση κενωθείσας έδρας, δεν αφορά το με τη στενή έννοια εκλογικό δίκαιο, λ.χ. δεν μεταβάλλει το μέγεθος εκλογικών περιφερειών κ.λπ. Ακόμη όμως κι αν ήταν έτσι, αυτό δεν θα μετέβαλε σε τίποτε τη «φωτογραφική» διάσταση που έχει η αποτροπή μιας επαπειλούμενης «κατάχρησης» της πολιτικής ευχέρειας που ο ισχύων νόμος παρέχει. Ιδίως μάλιστα όταν το επαπειλούμενο «κακό» είναι η εκδήλωση της λαϊκής ετυμηγορίας.

Από πότε η δημοκρατία φοβάται τις εκλογές; Και μάλιστα όταν η πρόκληση προέρχεται από τους εχθρούς της;

Θέμα επικαιρότητας:
Χρυσή Αυγή

Σύνολο: 56 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι