Η κοινωνία δεν είναι πιτσαρία: ούτε κατά παραγγελία οράματα μπορούμε να έχουμε, ούτε «αφηγήσεις»

Ύστερη μνημονιακή και μεταμνημονιακή Ελλάδα. Ποιος δρόμος;

Κώστας Π. Αναγνωστόπουλος, 21/10/2013

Νιώθω απόψε πολύ συγκινημένος διότι βρίσκομαι ανάμεσα σε γνωστούς και φίλους που είχα πολλά χρόνια να δω και με τους οποίους από τα νιάτα μας βαδίσαμε πολιτικά δίπλα-δίπλα. Πιστεύω πως εξακολουθούμε να κινούμαστε στο ίδιο πλαίσιο. Θα δούμε. Άλλωστε η σύμπτωση των απόψεων είναι σαν την πορνογραφία: την αναγνωρίζεις όταν τη βλέπεις.

Πάμε τώρα στην ουσία.

Το νήμα που διαπερνά όλα όσα έχω να πω είναι το εξής: Εδώ και πολύ καιρό, όλες οι παθογένειες της χώρας είναι γνωστές. Τα αίτια και τα αιτιατά απλώς επαναλαμβάνονται από κείμενο σε κείμενο και από ομιλία σε ομιλία. Παρομοίως, υπάρχει μια συγκροτημένη, δεσπόζουσα άποψη όσον αφορά την πορεία που πρέπει να ακολουθήσει η ύστερη μνημονιακή και μεταμνημονιακή Ελλάδα, την οποία συνόψισε σε πρόσφατη συνέντευξή του ο Πρόεδρος της ΔΗΜΑΡ Φώτης Κουβέλης στο δίπτυχο: «Καμιά πρόταση εξόδου από την κρίση δεν μπορεί να τελεσφορήσει χωρίς να έχει στον κεντρικό πυρήνα της μεγάλες αλλαγές στη χώρα» και ότι «στο σύνολο του το θέμα των μεταρρυθμίσεων είναι βαθειά πολιτικό».

Τούτων δοθέντων και παραμερίζοντας τις αναπόφευκτες επιμέρους διαφορές, ισχυρίζομαι ότι υπάρχει επαρκής σύγκλιση απόψεων στους βασικούς άξονες του περιλάλητου νέου παραγωγικού μοντέλου. Το ερώτημα είναι: θα φθάσουμε ύστερα από χρόνια να συζητούμε για τη «χαμένη δεκαετία και βάλε της Ελλάδας» ή θα σηκώσουμε σήμερα τα μανίκια και θα στύψουμε το κεφάλι μας ώστε να προχωρήσουμε προς τα μπρος; Θα συγκεκριμενοποιήσουμε τους βασικούς άξονες ή θα μείνουμε σε γενικόλογες διακηρύξεις; Και πρωτίστως θα περιμένουμε να εφαρμοστούν και να αποδώσουν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις ή παράλληλα θα προχωρήσουμε σε άμεσες και δίχως κόστος παρεμβάσεις, όπου είναι δυνατόν, όπως επίμονα επαναλαμβάνει ο Ανδρέας Λοβέρδος;

Ποια είναι η αφετηρία μας;

Κλείνοντας το 2013, φαίνεται πως μπορούμε να πούμε ότι έχουμε εν μέρει μηδενίσει το κοντέρ. Με μεγάλο κόστος.

Υπάρχουν κάποια βλαστάρια

Με συν-πλην κάτι, τα δίδυμα ελλείμματα, το δημοσιονομικό και του εξωτερικού ισοζυγίου, φαίνεται ότι έχουν τιθασευτεί, η δε μείωση του ΑΕΠ θα είναι ασθενέστερη των προβλέψεων κινούμενη στο -4+%.

Υπάρχουν, όμως, και ογκώδη κούτσουρα

Η σωρευμένη ύφεση κινείται στο 25%. Για να έχουμε μια αίσθηση των μεγεθών (και για όσους ονειρεύονται τον «χαμένο παράδεισο» της προ-μνημονίου εποχής), για να επανέλθει το ΑΕΠ στα προ-κρίσης επίπεδα απαιτούνται περί τα 30 χρόνια με μέσο ρυθμό μεγέθυνσης 1%, 15 χρόνια με 2%, 10 χρόνια με 3%, 8 χρόνια με 4%, 6 χρόνια με 5%.

Συνυπολογίστε: Τη μεγάλη τραγωδία (και ντροπή) του 27,0% της ανεργίας, ιδίως των νέων. Την υποχώρηση του δυνητικού προϊόντος κατά 6% με 10% του ΑΕΠ και «παραγωγικό κενό» (η διαφορά μεταξύ δυνητικού και πραγματικού προϊόντος) της τάξεως του 12% με 15%, που απαιτεί ισόποση αύξηση της ζήτησης προκειμένου να εξαντληθεί το σημερινό αργούν παραγωγικό δυναμικό. Τη σωρευτική μείωση της παραγωγικότητας κατά 6,5%. Και την ομολογία του ΙΟΒΕ ότι «Αν το ζητούμενο είναι μια στροφή προς εξωστρεφή και νέα επιχειρηματικότητα και τις αντίστοιχες επενδύσεις που θα την στηρίζουν, ως συνθήκη για ένα συστηματικά υγιές εξωτερικό ισοζύγιο, ο στόχος δεν έχει επιτευχθεί».

Και ένα θεόρατο κούτσουρο

Το άμεσο, μέγιστο ζήτημα είναι το προβλεπόμενο χρηματοδοτικό κενό και το δυσβάστακτο χρέος. Εκτιμάται ότι, την επταετία 2014-2020, πρέπει να καταβληθούν συνολικά 135,5 δισ. ευρώ, ήτοι πάνω από 70% του ετήσιου ΑΕΠ. Το χρέος ούτε είναι ούτε πρόκειται να καταστεί βιώσιμο με ανεδαφικές προβλέψεις για τη μεγέθυνση και τα πρωτογενή πλεονάσματα της επόμενης επταετίας. Αφήνω στους ειδικούς τα τεχνικά ζητήματα (κούρεμα, επιμήκυνση των περιόδων αποπληρωμής κ.ο.κ.), για να τονίσω ότι η αντιμετώπιση του χρέους συνιστά μείζονα εθνική προσπάθεια, που θα δοκιμάσει την ωριμότητα και ευθύνη του πολιτικού μας συστήματος όσον αφορά το τι πρέπει να επιδιώξουμε και πώς να το διαπραγματευθούμε. Φοβάμαι ότι θεωρίες του τύπου των «δύο άκρων» δυναμιτίζουν την προσπάθεια μιας στοιχειώδους εθνικής συνεννόησης.

Επομένως, η αφετηρία για τη μελλοντική μας πορεία είναι λίαν δυσμενής.

Τι πρέπει να κάνουμε;

Ακόμη και με ευνοϊκή διευθέτηση του χρέους, τα προβλήματα παραμένουν.

Καθηλωμένη σε χαμηλό επίπεδο παραγωγής και με υψηλή ανεργία, η ελληνική οικονομία μόνο με ένα αυξανόμενο επενδυτικό κύμα (IOBE), με ένα επενδυτικό σοκ (ΙΝΕ-ΓΣΕΕ) μπορεί να αποκολληθεί από τη στασιμότητα.

Αν δεν κινηθούμε γρήγορα με τη λογική της έκτακτης ανάγκης, η ελληνική οικονομία κινδυνεύει επί μακρόν να βολοδέρνει σε χαμηλά επίπεδα.

Κάποτε ο Πρωθυπουργός της Μ. Βρετανίας Τόνι Μπλερ ρώτησε την Καγκελάριο της Γερμανίας: «ποιο είναι το μυστικό της εντυπωσιακής επιτυχίας της γερμανικής οικονομίας». Η απάντηση της Angela Merkel ήταν αποστομωτική: «Κύριε Μπλερ, ακόμα κατασκευάζουμε πράγματα». Θυμίζω επίσης ότι στην Ιαπωνία η κατασκευή πραγμάτων, το monozukuri, είναι στάση ζωής και φιλοσοφία δημιουργίας, που οδηγεί τους Ιάπωνες στη διαμόρφωση αντίστοιχης συλλογικής διακριτής ικανότητας στην κατασκευή πραγμάτων η οποία μεταμορφώνεται σε εθνικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Μολονότι πιστεύω ότι η λέξη «κατασκευή» έχει τη σημασία της και για μας, εμείς αρκεί να φθάσουμε να απαντήσουμε στον κύριο Μπλερ ότι «παράγουμε πράγματα». Και να αρχίσουμε να αντιλαμβανόμαστε σε μικροεπίπεδο την τεχνολογική-παραγωγική βάση ως συνδυασμό τριών θεμελιωδών παραγόντων: (α) του υφιστάμενου τεχνολογικού εξοπλισμού, (β) του ειδικευμένου προσωπικού και (γ) του humanware, δηλαδή την αλληλεπίδραση μεταξύ των δύο προηγουμένων παραγόντων μέσα στο παραγωγικό περιβάλλον, που καθορίζει τον διαδραστικό χώρο τεχνολογικών-παραγωγικών δυνατοτήτων, προσαρμοστικότητας και δημιουργικότητας. Και σε μακροεπίπεδο να αναγνωρίσουμε, επίσης, τη σημασία των συλλογικών ικανοτήτων, τα λεγόμενα industrial commons, για την οργάνωση σε εθνικό επίπεδο της παραγωγής, και αντιστοίχως της εκπαίδευσης και της έρευνας.

Γνωρίζω τον αντίλογο. Όλα αυτά είναι «πολυτέλειες» στην κατάσταση που βρισκόμαστε. Μια πρώτη απάντηση στη μόνιμη τάση μας προς τον (ολίγον βαρβαριστί) «βραχυπροθεμισμό» και στη λογική του «περίπου» που τείνει να εγγραφεί στον γενετικό μας κώδικα μας δίνει ο Αϊνστάιν: το να κάνεις ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα περιμένοντας διαφορετικά αποτελέσματα είναι ο ορισμός της παραφροσύνης. Και μια δεύτερη: ακούμε για επιχειρήσεις που «κατασκευάζουν πράγματα» στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα της γειτονικής Τουρκίας, και πέφτουμε από τα σύννεφα μαθαίνοντας ότι είναι δικές μας. Τεχνογνωσία για τους άλλους, αλλά εμείς δεν θέλουμε…

Τι θα παράγουμε, λοιπόν;

Σε ένα σημαντικό άρθρο τους, οι Καραμούζης και Αναστασάτος αποτύπωσαν το 2011 τις κατευθυντήριες γραμμές της ανάπτυξης.

Η αντιμετώπιση των δομικών προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας οφείλει να έχει διττό στόχο:

1. τη δημοσιονομική εξυγίανση και σταθερότητα

2. τη βελτίωση της συνολικής παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας, ώστε να αποκατασταθούν οι αναπτυξιακές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Μας προειδοποιούν επίσης ότι η παραγωγική αναδιάρθρωση θα είναι μακροχρόνια και επώδυνη. Θα απαιτήσει

• συγκράτηση της κατανάλωσης και του μισθολογικού κόστους, συρρίκνωση εσωστρεφών κλάδων και χαμηλού τεχνολογικού προφίλ, άνοιγμα των αγορών, αποφυγή ολιγομονοπωλιακών και άλλων στρεβλώσεων,

• θεσμικές μεταρρυθμίσεις στη λογική της οικονομίας της αγοράς, της οικονομικής πειθαρχίας, της διαφάνειας και της κοινωνικο-οικονομικής αποτελεσματικότητας των δημοσίων δαπανών.

Το νέο αναπτυξιακό μοντέλο

• θα είναι εξωστρεφές

• θα δίνει έμφαση στις ιδιωτικές επενδύσεις

• θα επιδιώκει τη βελτίωση των όρων ανταγωνιστικότητας

Σύμφωνοι. Αυτά πιστεύω ότι είναι πλέον σχεδόν κοινός τόπος.

Υπάρχει, επίσης, λίγο-πολύ σύμπτωση απόψεων όσον αφορά τους τομείς που μπορούν να αποτελέσουν τον πυρήνα της ανάπτυξης την επόμενη 10-ετία.

Σε δύο ομάδες χωρίζονται οι τομείς αυτοί σύμφωνα με τη μελέτη της McKinsey ̶ της οποίας περιμένουμε την περαιτέρω επεξεργασία από το ΚΕΠΕ και το ΙΟΒΕ:

• Σημαντικοί τομείς (Τουρισμός, Ενέργεια, Βιομηχανία – Βιομηχανία τροφίμων, Γεωργία, Λιανικό και χονδρικό εμπόριο)

• Αναδυόμενα αστέρια (Βιομηχανία γενοσήμων φαρμάκων, Υδατοκαλλιέργειες – Ιχθυοκαλλιέργειες, Ιατρικός τουρισμός, Φροντίδα ηλικιωμένων, Περιφερειακοί σταθμοί μεταφόρτωσης εμπορευμάτων, Διαχείριση απορριμμάτων, Δευτερεύοντα αναδυόμενα αστέρια)

Σχεδόν παρόμοιοι είναι οι τομείς εθνικής προτεραιότητας που επιλέγει το Ευρωπαϊκό Κέντρο Αριστείας Jean Monnet σε πρόσφατη μελέτη του: Tουρισμός, Ενέργεια Ι – Ανανεώσιμες πηγές, Ενέργεια ΙΙ- Υδρογονάνθρακες στην ξηρά και τον θαλάσσιο χώρο, Ναυτιλία, Γεωργία, Νέες τεχνολογίες. Παρόμοιους τομείς διαβάζουμε σε άρθρα του ημερήσιου και περιοδικού τύπου.

Γιατί υπάρχει αυτή η σύμπτωση απόψεων; Διότι όλα αυτά βασίζονται στην κοινή λογική, δίχως να υποκύπτουν σε σοφιστικέ μικρο-μεγαλισμούς και μεγαλομανίες.

Συνεπώς, δεν έχουμε να ανακαλύψουμε τον τροχό: το νέο παραγωγικό μοντέλο θα βασιστεί σε εκείνους τους τομείς στους οποίους η Ελλάδα ξέρει και μπορεί να δραστηριοποιηθεί αμέσως, και σε αυτούς όπου πρέπει να εστιαστούν πρωτίστως οι αλλαγές και οι προσπάθειες.

Αν υποτεθεί ότι συμφωνούμε και σε αυτό, τότε χρειαζόμαστε άμεσα:

• Να εξειδικευθούν οι μελέτες σε κλαδικό και περιφερειακό επίπεδο

• Να καθοριστούν τα συγκεκριμένα βήματα που πρέπει να γίνουν για την υλοποίηση των προτάσεων

• Να γίνει διαχείρισή τους με τη λογική project management και σφικτών χρονοδιαγραμμάτων από μια ομάδα στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο.

Συνοψίζοντας, η δημιουργία ενός αποτελεσματικού δημόσιου τομέα είναι πλέον η αναγκαία (αλλά όχι και ικανή) συνθήκη για την ανάπτυξη: είναι ζητούμενο το εάν, πόσο γρήγορα και πόσο αποτελεσματικά θα ανταποκριθεί ο ιδιωτικός τομέας στο έργο που του ανατίθεται.

Άμεσες λύσεις

Σίγουρα χρειαζόμαστε μεγάλες μεταρρυθμίσεις σε όλους τους τομείς, ένα reengineering των διαδικασιών, ιδίως στη διοίκηση και τη δικαιοσύνη ̶ πώς αλλιώς θα προσελκύσουμε επενδύσεις; Στην πράξη αποδεικνύονται, βεβαίως, χρονοβόρες μέχρι να αρχίσουν να αποδίδουν. Έχουν επίσης ακουστεί ενδιαφέρουσες, άμεσου χαρακτήρα, προτάσεις σχετικά με τη βελτίωση των διαδικασιών του ΕΣΠΑ, την αξιοποίηση πόρων της ΕΤΕπ, τη δημιουργία ενός Επενδυτικού Ταμείου κ.ά., που θα μπορούσαν να δώσουν ώθηση στην οικονομία.

Ωστόσο, θέλω να εστιαστώ σε άμεσες λύσεις μηδενικού ή μηδαμινού κόστους.

Ένα παράδειγμα (αντιγράφω τον Ανδρέα Λοβέρδο και τον Χρήστο Αηδόνη που κατέθεσαν σχετική πρόταση νόμου).

Προκειμένου να κτυπηθεί η γραφειοκρατία, και να επιτευχθεί η απελευθέρωση και άρα η επανεκκίνηση της οικονομίας, που θα οδηγήσει σε επενδύσεις και, συνεπώς, στη μείωση της ανεργίας και ειδικότερα θα διευκολύνει τους νέους να εισέλθουν στην αγορά εργασίας, προτείνεται η κατάργηση όλων σχεδόν των προληπτικών ελέγχων στις αδειοδοτήσεις των οικονομικών δραστηριοτήτων. Ο κανόνας που προτείνεται να θεσπιστεί είναι ο εξής:

Η αδειοδότηση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, από το δημόσιο και την αυτοδιοίκηση, κάθε μορφής, καταργείται, ανεξαρτήτως της ύπαρξης ή του οικονομικού ύψους της σχετικής επένδυσης, ή του τομέα επιχειρηματικής δραστηριότητας. Εξαιρούνται μόνο εκείνες οι δραστηριότητες που σχετίζονται με την εθνική ασφάλεια, την προστασία της ζωής, της ασφάλειας και της υγείας των ανθρώπων, καθώς και εκείνες που προϋποθέτουν τη χρήση δημοσίων αγαθών.

Με άλλα λόγια, προτείνεται η κατάργηση της υφιστάμενης διαδικασίας αδειοδοτήσεων. Ειδικότερα, καταργείται η χρονοβόρα και δαιδαλώδης διαδικασία προληπτικής φύσης που αφορά τη διοικητική διαδικασία έκδοσης μιας άδειας, η οποία προαπαιτείται για την έναρξη μιας επιχειρηματικής δραστηριότητας και αντικαθίσταται από μία διαδικασία ουσιαστικής «αυτοαδειοδότησης», με τη συμμετοχή των εξειδικευμένων επαγγελματιών, οι οποίοι θα χορηγούν τα αναγκαία πιστοποιητικά και τις βεβαιώσεις που απαιτεί η νομοθεσία. Με τον κανόνα καλύπτεται το 95% των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.

Ο δημόσιος έλεγχος είναι κατασταλτικός και δειγματοληπτικός. Η παραβίαση των νόμιμων προϋποθέσεων, συνεπάγεται βαρύτατες αστικές, διοικητικές και ποινικές κυρώσεις. Εάν κατά τον κατασταλτικό έλεγχο, το ελεγκτικό όργανο διαπιστώνει παραβάσεις του νόμου, τις οποίες δεν παραδέχεται ο διοικούμενος, τότε η διαφορά οδηγείται σε όργανο ταχείας επίλυσης διοικητικών προσφυγών.

Παρόμοιες πρωτοβουλίες μπορούμε και πρέπει να σκεφτούμε σε διάφορους τομείς.

Θέλουμε να εκσυγχρονίσουμε το κράτος επειδή το χρειαζόμαστε

Σε μια περίοδο που το κράτος συγκεντρώνει τα πυρά, εν πολλοίς δικαίως, ίσως ακουστεί εντελώς παράταιρη μια φωνή υπέρ του. Αλλά θα προχωρήσω, διότι με τη φόρα που έχουμε πάρει κινδυνεύουμε να πετάξουμε το μωρό μαζί με τα απόνερα. Αυτή η μονομανής, την τελευταία τριακονταετία και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, «άρνηση κάθε θετικού οικονομικού ρόλου για το κράτος αφαίρεσε έναν από τους γωνιόλιθους της καινοτομίας» (William Janeway).

Χρειαζόμαστε ένα ευφυές κράτος του οποίου ο ρόλος θα αποτυπώνεται σε μια μετριοπαθώς ακτιβιστική ατζέντα με δύο κύριους άξονες: την ανάπτυξη και την αντιμετώπιση των ανισοτήτων. Σίγουρα, «ένα πλάνο μείωσης του ελλείμματος πρέπει να αποτελεί τμήμα της ατζέντας μας», αλλά η λιτότητα δεν αποτελεί λύση, διότι «η μείωση του ελλείμματος μόνη της δεν είναι οικονομικό πλάνο». Δεν το λέω εγώ. Ο Μπάρακ Ομπάμα το λέει. Και δεν βάζω καν στη συζήτηση την ανεκδιήγητη «επεκτατική δημοσιονομική λιτότητα» των παιδιών του Bocconi που ταλανίζει ακόμη την Ευρώπη.

Οι αγορές δεν μπορεί να είναι ανεξέλεγκτες, διότι γνωρίζουμε ότι μια ελεύθερη αγορά ανθεί μόνον όταν υπάρχουν κανόνες που διασφαλίζουν τον ανταγωνισμό και το φερ-πλέι. Το κράτος έχει ζωτικό ρόλο στη διασφάλιση της οικονομικής μεγέθυνσης, την αντιμετώπιση της φτώχειας και τη μείωση των ανισοτήτων. Ποτέ, ποτέ, ποτέ να μην ξεχνάμε ότι θα πρέπει να υπάρχει φροντίδα για τους αδύναμους και προστασία των ανήμπορων από τους κινδύνους και ατυχίες. Επειδή ακριβώς θέλουμε να έχει αυτόν τον ρόλο, επείγει ο εκσυγχρονισμός του κράτους.

Δύο λόγια και κλείνω.

Ο Άλμπερτ Χίρσμαν είχε επανειλημμένως επισημάνει ότι η τάση για γρήγορες και οριστικές λύσεις στο πρόβλημα της ανάπτυξης, στη Λατινική Αμερική της «χαμένης» δεκαετίας του ’50, ευθυνόταν για συνεχείς αστοχίες που εντέλει τροφοδοτούσαν μια συνεχή «καβγατζομανία»: ένα διαρκές αίσθημα σισύφειας ματαιοπονίας, γεννήτρια απαισιοδοξίας και ηττοπάθειας που εγκλώβιζαν τους δρώντες στον φαύλο κύκλο αποτυχίας-μοιρολατρείας.

Δεν θέλουμε να εμπλακούμε σε έναν τέτοιο φαύλο κύκλο. Σε τούτο το αδιέξοδο θα πρέπει να αντιπαραθέσουμε ένα πάθος για το εφικτό, για τις δυνατότητες που έχουμε, μια προτίμηση προς την ελπίδα και την αισιοδοξία, έναν αξιακό πραγματισμό. Κάποιοι ισχυρίζονται αυτάρεσκα πως θα ξεπεράσουμε τα δεινά μας αν αποκτήσουμε «ένα όραμα», «μιαν αφήγηση» (τι λέξη κι αυτή!). Μόνο που η κοινωνία δεν είναι πιτσαρία: ούτε κατά παραγγελία οράματα μπορούμε να έχουμε, ούτε «αφηγήσεις». Απεναντίας, απαιτείται ειλικρίνεια και καθαρές κουβέντες: δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις για τα οικονομικά προβλήματα, οι δε προσπάθειες θα πρέπει να εστιαστούν στις διαθέσιμες «πρακτικές επιλογές» που βελτιώνουν τα πράγματα.

Πάνω από όλα, πρέπει να αντιπαλέψουμε την παραλυσία και την αδράνεια με την πεποίθηση ότι για το ξεπέρασμα της κρίσης απαιτείται «… ένας τολμηρός, επίμονος πειραματισμός. Κοινή λογική είναι να πάρετε μια μέθοδο και να τη δοκιμάσετε: Αν αποτύχει, αποδεχτείτε το ειλικρινά και δοκιμάστε άλλη. Μα πάνω απ’ όλα, δοκιμάστε κάτι». Τα λόγια αυτά του Φράκλιν Ρούσβελτ ακούστηκαν στη Μεγάλη Ύφεση του μεσοπολέμου. Κι αυτό έχει τη σημασία του.

Θέμα επικαιρότητας:
Οικονομική κρίση

Σύνολο: 955 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι